Μαραθώνιος Σόφιας (ταξίδι στην Βουλγαρία και Βόρειο Μακεδονία)

Ο εφετινός Μαραθώνιος-Ημιμαραθώνιος αγώνας της βουλγαρικής πρωτεύουσας έλαβε χώρα την 13 Οκτ. 2019. Σ’αυτόν και συγκεκριμένα στον ημιμαραθώνιο των 21 χλμ. έλαβε μέρος και ο γράφων, μέλος του ΕΟΣ Αχαρνών, του Συλλόγου Πεζοπορίας Ορειβασίας Τρικάλων και του Συλλόγου Δρομέων Τρικάλων, εκπροσωπών και τους τρεις συλλόγους.
 
Ηταν ένας ωραίος αγώνας με συμμετοχή άνω των 2000 αθλητών από όλη την Ευρώπη και άλλα κράτη και άψογη οργάνωση. Ο καιρός ήταν καλός και βοήθησε όλους μας, διοργανωτές και δρομείς. Αξιοσημείωτη είναι η γενναιοδωρία των Βουλγάρων διοργανωτών και χορηγών με άφθονα φρούτα, γλυκαντικά και βιταμίνες στον τερματισμό σε ποσότητες που δεν υπάρχουν σε όλους τους διεθνείς αγώνες. Στον Μαραθώνιο των 42 χλμ. τερμάτισε πρώτος ο Hayelom Shegae από την Αιθιοπία με χρόνο 2.35.36 και στις γυναίκες η Betty Chepkwony από την Κένυα με χρόνο 2.36.57. Στον Ημιμαραθώνιο τερμάτισε πρώτος ο Yolo Nikolov από την Βουλγαρία με χρόνο 1.07.40 και στις γυναίκες η Adriana Pop Arsova από την Βόρειο Μακεδονία με χρόνο 1.23.11.
Για όσους ενδιαφέρονται για πολιτιστικό τουρισμό, η Σόφια έχει πολλά να δείξει. Πόλις ρωμα’ι’κή του 2ου μ. Χ. αιώναυπό την ονομασία Σερδική (Serdica) ήταν σε σταυροδρόμι οδών και λαών και η αγαπημένη πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος την ονόμαζε »Σερδική, η δική μου Ρώμη». Ο ίδιος έκτισε την εκκλησία της Αγίας Σοφίας του Θεού, από την οποία πήρε το όνομά της η πόλη μετά το 1400 επί Οθωμανών. Διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της ρωμα’ι’κής Θράκης η Σόφια βρίθει ναών από τον 1ο έως τον 10ο αιώνα και όχι μόνον. Ο μέγας μητροπολιτικός ναός του Αλεξάνδρου Νέφσκι (Ρώσου ηγέτη που τον 13ο αιώνα απέκρουσε γερμανική εισβολή στην Ρωσία) κτίστηκε μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς το 1878 ως »εθνικό τάμα» (κάτι που η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ) με έξοδα όλου του βουλγαρικού λαού προς τιμήν των Ρώσων, Ουκρανών, Σέρβων, Ρουμάνων, Κροατών και Σλαβομακεδόνων στρατιωτών που εθελοντικά πολέμησαν στον ρωσικό στρατό, ο οποίος το 1878 έδιωξε τους Οθωμανούς από την Βουλγαρία μετά από 500 χρόνια κατοχής και ίδρυσε το νέο βουλγαρικό κράτος. Επίσης πλήθος ιστορικών και αρχαιολογικών μουσείων παρουσιάζουν την Ιστορία όχι μόνον της Σόφιας, αλλά και όλης της Θράκης, τμήμα της οποίας αποτελεί η Βουλγαρία. Γνωστά στους ιστορικούς είναι τα αρχαία θρακικά βασίλεια των Οδρυσών, Γετών κ.α. στην περιοχή. Προεξάρχοντα πολιτιστικά στοιχεία είναι βεβαίως ο πολιτισμός της Αρχαίας Ελλάδος και του Βυζαντίου. Ελληνικές αποικίες στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και στις θρακικές ακτές του Αιγαίου από τον 6ο και 7ο αιώνα π. Χ. επέδρασαν πολιτιστικά στους θρακικούς λαούς και ειδικά η αιγαιοπελαγίτικη Θράκη εξελληνίστηκε σταδιακά πλήρως. Ολόκληρη η Θράκη μέχρι τον Δούναβη αποτέλεσε τμήμα του μακεδονικού βασιλείου του Φιλίππου  Β’ του Μεγάλου, του Μεγ. Αλεξάνδρου και των Διαδόχων μέχρι το 35 π.Χ. οπότε ο τελευταίος Σελευκίδης βασιλεύς κληροδοτεί την Θράκη στην Ρώμη, εξαντλημένος από τους συνεχείς εμφυλίους  πολέμους των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και φοβούμενος την αυξανόμενη δύναμη της Περσίας των Σασσανιδών. Η ισχυρή και πλούσια Ρώμη ξεκίνησε μια νέα περίοδο ακμής και πολιτισμού για την Θράκη με βάση όμως τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γραφή. Χαρακτηριστικό είναι οτι οι περισσότερες επιγραφές στα αρχαιολογικά ευρήματα της ρωμα’ι’κής εποχής είναι στην ελληνική και η τέχνη αμιγώς ελληνική, απόδειξη του εξελληνισμού των Ρωμαίων της Ανατολής. Πλην όμως όλα αυτά σαρώθηκαν με τις επιδρομές των Γότθων (γερμανική φυλή) τον 5ο αιώνα και ακολούθως των Ούνων, οι οποίοι ερήμωσαν και αποδεκάτισαν τον πληθυσμό της Θράκης με αποτέλεσμα οι γλώσσες και η κουλτούρα των ντόπιων λαών να εξαφανιστούν (ευτυχώς απέφυγαν την καταστροφή οι ελληνικές τειχισμένες πόλεις της παραευξείνιας ακτής). Οι Σλάβοι που ήλθαν μαζικά τον 6ο αιώνα σε όλη την Βαλκανική αντίκρυσαν έναν έρημο τόπο. Οι εντελώς απολίτιστοι Σλάβοι κατέβηκαν ειρηνικά και έφθασαν μέχρι την Πελοπόννησο κυρίως εγκαθιστάμενοι σε εδάφη ορεινά (αυτοί επαναστάτησαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης τον 8ο αιώνα και εξόντωσε με εκστρατεία ο στρατηγός Σταυράκιος της Ειρήνης Αθηναίας). Στα άνω μέρη της Μακεδονίας και στην νότια Θράκη ο ελληνικός πληθυσμός περιορίστηκε στα αστικά κέντρα και ορισμένες κωμοπόλεις  και η υπόλοιπη ύπαιθρος παραδόθηκε επί το πλείστον στους Σλάβους. Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) επιθυμών να εποικισθεί πάλι ο έρημος τόπος, αντί να στείλει έναν μεγάλο στρατό από την Ανατολή και να τους κατασφάξει με τον κλασικό και αλάνθαστο ρωμα’ι’κό τρόπο, όπως έκανε στους Βανδάλους της Βόρειας Αφρικής και στους Οστρογότθους της Ιταλίας, προτίμησε να μην αντιδράσει, γυρίζοντας έτσι σελίδα στην Ιστορία των Βαλκανίων.
Τους αμόρφωτους Σλάβους βρήκε έτσι ο Χαν των Βουλγάρων Ασπαρούχ το έτος 681 ερχόμενος από την Ρουμανία, ο οποίος νικώντας τους Βυζαντινούς ίδρυσε το πρώτο βουλγαρικό κράτος μέχρι την οροσειρά του Αίμου (Κεντρική Βουλγαρία). Ο Κρουμ Χαν (Κρούμος) επεκτάθηκε μέχρι την Ροδόπη, ενέργεια που κατέστησε για πρώτη φορά τους Βουλγάρους εχθρούς του Ελληνισμού. Αυτές οι επιδρομές σε θρακικά και μακεδονικά εδάφη επέτρεψαν σε βουλγαρικούς πληθυσμούς να εγκατασταθούν εκεί και να εκβουλγαρίσουν πολλούς Σλάβους, έστω και αν οι ίδιοι οι Βούλγαροι υιοθέτησαν την σλαβική γλώσσα. Οι Βούλγαροι εκχριστιανίσθησαν το 864 υπό τον Χαν Μπόρις που έγινε Μιχαήλ και βασιλεύς από το Βυζάντιο. Οι αδελφοί μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος (από πατέρα Ελληνα και μητέρα Σλάβα) τους έδωσαν το κυριλλικό αλφάβητο( μείξη ελληνικών και γλαγολικών), τον βυζαντινό πολιτισμό και τέχνη. Η εχθρότητα όμως και η βουλγαρική απειλή δεν σταμάτησαν με την είσοδο στον πολιτισμό. Μετά από έναν επικό αγώνα, κατά τον οποίον ο βουλγαρικός και ο βυζαντινός στρατός πολέμησαν μανιωδώς ο εις επί του άλλου, η Βουλγαρία του Σαμουήλ υποκύπτει στην ισχύ του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α’ Μακεδόνος και καθίσταται βυζαντινή επαρχία μέχρι το 1187, οπότε η επανάσταση των αδελφών Πέτρου και Ασέν ανασυστήνει το δεύτερο βουλγαρικό βασίλειο. Αυτό με την σειρά του καταλύεται το 1396 από τους Οθωμανούς Τούρκους μέχρι το 1878, οπότε ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος στα πλαίσια του Πανσλαβισμού δημιουργεί το πρώτο βουλγαρικό και σερβικό κράτος μετά τον Μεσαίωνα.
Οπως στα μουσεία και στους ναούς φαίνεται, ο βουλγαρισμός, η ορθόδοξη πίστη και η κυριλλική γραφή διασώθηκαν κατά την Τουρκοκρατία στα μοναστήρια της Βουλγαρίας και η βουλγαρική Εκκλησία διέσωσε την εθνική συνείδηση παρ’όλους τους μαζικούς εξισλαμισμούς, οι οποίοι έγιναν εθελοντικά και για οικονομικούς λόγους. Ειδικά οι νεομάρτυρες Βούλγαροι Αγιος Νικόλαος και Αγιος Γεώργιος διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στην διατήρηση της εθνικής συνείδησης. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος αύξησε την Βουλγαρία, ο δεύτερος την μίκρυνε. Οι βασιλείς της Βουλγαρίας της δυναστείας των Βάτεμπεργκ και των Κόμπουργκ-Γκότα, όλοι Γερμανοί πρίγκιπες επέλεξαν λάθος στρατόπεδο κατά τους δυο Παγκοσμίους Πολέμους. Αποτέλεσμα, το 1919 η Βουλγαρία χάνει εδάφη στα δυτικά προς όφελος της Σερβίας, χάνει την Δυτική Θράκη προς όφελος της Ελλάδος, κάνει με την Ελλάδα ανταλλαγή πληθυσμών (η πρώτη στην παγκόσμια Ιστορία) και από το 1945 μέχρι το 1989 γίνεται κομμουνιστική, διατηρώντας τα σημερινά της σύνορα. Σήμερα ανήκει στην Δυτική Συμμαχία, είναι μέλος της Ευρωπα’ι’κής Ενωσης, είναι λαός φιλικός προς εμάς και ευρίσκεται στον δρόμο της συνεχούς ανάπτυξης.
Την 14 Οκτ. συνεχίσαμε το ταξίδι με μια ωραία εξάωρη διαδρομή από την Σόφια μέχρι την πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας Σκόπια. Ο γράφων εντυπωσιάσθηκε με τα μεγαλοπρεπή και ογκώδη κυβερνητικά και άλλα κτίρια του κέντρου της πόλεως, την οποία διασχίζει ο ποταμός Βάρνταρ (Αξιός). Εντύπωση προκαλεί επίσης η ύπαρξη ογκωδών αγαλμάτων ιστορικών προσωπικοτήτων που δεν ταιριάζουν ιστορικά και εθνολογικά μεταξύ τους, όπως το τεράστιο πράγματι άγαλμα του Μεγ. Αλεξάνδρου εφίππου και του πατέρα Φίλιππου, του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού και του Βούλγαρου βασιλέως Σαμουήλ. Είναι σαφής ένδειξη οτι οι Σλαβομακεδόνες τιμούν αφενός τα πρόσωπα αυτά, αφετέρου επιχειρούν να συνδέσουν την δική τους ιστορική πορεία και ταυτότητα δανειζόμενοι προσωπικότητες που κυριάρχησαν στην περιοχή τους σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και προήρχοντο από διαφορετικά έθνη, το ελληνικό , το ρωμα’ι’κό-βυζαντινό, το βουλγαρικό.
Θρακική περιοχή η σημερινή Β.Μακεδονία υπέστη την δύστηνο μοίρα των θρακικών φυλών εξαιτίας των Γότθων και Ούνων. Οι σημερινοί Σλαβομακεδόνες αισθάνονται ευγνωμοσύνη για τον Ιουστινιανό που επέτρεψε στους Σλάβους προγόνους των να εγκατασταθούν εκεί. Η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη ονόμαζαν συλλήβδην Μακεδονία ολόκληρη την περιοχή του αρχαίου μακεδονικού βασιλείου και την περιοχή όπου τώρα είναι η χώρα τους που είχε κατακτηθεί από τον Φίλιππο Β’ και οι μετέπειτα Οθωμανοί κατακτητές δεν άλλαξαν τούτο. Οι αμόρφωτοι και άνευ εθνικής συνείδησης Σλάβοι του 6ου αιώνα έλαβαν το όνομα της χώρας εγκατάστασης και έκτοτε αυτοαποκαλούνται στα σλαβικά Μακεντόνσκι, δεδομένου οτι για την ρωμα’ι’κή, βυζαντινή, βουλγαρική και οθωμανική διοίκηση δεν υπήρχε άλλο όνομα γι’αυτούς. Οι ολίγοι Ελληνες Μακεδόνες των αστικών κέντρων του νότου της χώρας αναμείχθηκαν με το πολυπληθές σλαβικό στοιχείο και σταδιακά η ελληνική υποχώρησε προς όφελος της σλαβικής, ιδιαίτερα τον 9ο αιώνα με τον εκχριστιανισμό των Σλάβων και την πρόσληψη του κυριλλικού αλφαβήτου. Σ’αυτήν ακριβώς την πρόσμειξη στηρίζουν οι σημερινοί Σλαβομακεδόνες την σύνδεσή τους με την Αρχαία Μακεδονία και την Ιστορία της. Πλην όμως στα αρχαιολογικά μουσεία τους αυτή η σύνδεση δεν αποδεικνύεται. Ο γράφων είδε αγάλματα καταφανώς πλαστά και μόνον κάποιες ρωμα’ι’κές επιτύμβιες στήλες με ελληνικές επιγραφές φαίνονται γνήσια αρχαίες. Είναι χαρακτηριστικό οτι ούτε καν μακεδονικά νομίσματα δεν υπάρχουν εκεί σε αντίθεση με τα βουλγαρικά μουσεία που διαθέτουν πλήθος αυτών. Επίσης δεν αποδεικνύεται ουδεμία φυλετική σύνδεση με την επόμενη ισχυρά φυλή της Βαλκανικής, τους Βούλγαρους. Η τιμή που αποδίδουν στον βασιλέα Σαμουήλ οφείλεται στο οτι το κέντρο της εξουσίας του ευρίσκετο στην Οχρίδα, τίποτε περισσότερο. Παρόλα αυτά το όνομα »Μακεντόνσκι» δεν επιδέχεται αμφισβητήσεως μετά από τόσους αιώνες χρήσεως και δεν αλλάζει.
Ωστόσο, θα ήταν άδικο να στερήσει κάποιος από αυτόν τον λαό την Ιστορία του. Κατά τα μεσοδιαστήματα μεταξύ βυζαντινών, βουλγαρικών, σερβικών και οθωμανικών κατακτήσεων οι Μακεντόνσκι σχημάτισαν ξεχωριστή εθνική ομάδα στην νότια Βαλκανική και είχαν εθνικούς ηγέτες-πρίγκιπες, υποτελείς βεβαίως στον εκάστοτε επικυρίαρχο, όπως τον Μάρκο και τον Πρεμπόντ.
Η εθνική συνείδηση των Μακεντόνσκι σφυρηλατήθηκε κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, σύμφωνα με την θεωρία οτι κάθε λαός οφείλει την ύπαρξή του στους εχθρούς του. Η λήξη του συστήματος του παιδομαζώματος για τα τάγματα των Γενιτσάρων από τους Οθωμανούς οδήγησε το πλεονάζον έμψυχο υλικό της Βαλκανικής στην παρανομία και στα βουνά με το όνομα Χα’ι’ντούκ (Κλέφτες τους λέμε στην Ελλάδα). Μακεντόνσκι  χα’ι’ντούκοι αναφέρονται από το 1689 με συνεχείς εξεγέρσεις κατά των Οθωμανών. Η αντίσταση των Σλαβομακεδόνων κατά των κατακτητών και τα απελευθερωτικά κινήματα του 1878, του 1903, του 1906 με αποκορύφωση την Επανάσταση του Ιλιντεν το 1907 παρουσιάζονται με πίνακες και μαρτυρίες στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα των Σκοπίων. Συνήθως οι εθνικοί ζωγράφοι είναι λίγο υπερβολικοί, αλλά εκεί ο γράφων είδε αίμα, πολύ αίμα, το οποίο σέβεται. Προσοχή όμως. Ολα αυτά τα κινήματα και οι συγκρούσεις έγιναν από Μακεντόνσκι στην χώρα
που τώρα ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία. Ούτε ένα παρόμοιο επεισόδιο δεν έγινε στην ελληνική Μακεδονία σε συνεργασία με αυτούς, πράγμα που αποδεικνύει οτι δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει όσμωση και εθνική σύνδεση μεταξύ των δυο λαών, ελληνικού και μακεντόνσκι. Το 1912 η περιοχή κατελήφθη από τον σερβικό στρατό και κατά την αντίληψη των Μακεντόνσκι απλώς άλλαξαν κυρίαρχο. Πολλές πράξεις τρομοκρατίας σημειώθηκαν εναντίον των σερβικών αρχών κατοχής, πλην όμως οι Μακεντόνσκι ήταν κουρασμένοι, διηρημένοι,απογοητευμένοι, μη δυνάμενοι πλέον να αναλάβουν ένα νέο μαζικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Ακόμη και το 1953 ο Τίτο εξετέλεσε Σλαβομακεδόνες φοιτητές για την εθνική τους δράση. Ενδιαφέρον επεισόδιο που αγγίζει και την ελληνική Ιστορία είναι και η προσπάθεια των ξένων προς τον Ελληνισμό Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας, την οποία στην Ιστορία τους ονομάζουν »Αιγαιακή Μακεδονία» να αποσπάσουν αυτήν από τον ελληνικό εθνικό κορμό σε συνεργασία με τους κομμουνιστές του Ζαχαριάδη και να την ενώσουν με την σλαβική περιοχή την περίοδο 1946-1949, πράγμα που ο Ελληνικός Στρατός και Λαός δεν επέτρεψαν και μετά την ήττα τους πολλοί Μακεντόνσκι έφυγαν προς την γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπως αναφέρουν τα ιστορικά γεγονότα και φαίνεται και στο Εθνικό  τους Μουσείο. Οι ολίγοι Σλαβομακεδόνες με συνείδηση μη ελληνική δεν αποτελούν για τον γράφοντα εθνικό κίνδυνο, οι υπόλοιποι δίγλωσσοι είναι ακραιφνείς Ελληνες.
Η εθνική απελευθέρωση και ολοκλήρωση μετά από ατελείωτους αιώνες υποτέλειας ήλθε για τους Μακεντόνσκι-Σλαβομακεδόνες το 1991 με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ίδρυση του σλαβομακεδονικού κράτους. Η  διένεξη με την Ελλάδα σχετικά με το οριστικό όνομα του νέου κράτους λύθηκε το 2018 με την Συμφωνία των Πρεσπών, ενέργεια με την οποία ο γράφων συμφωνεί.
Την 15 Οκτ. το ταξίδι τελείωσε. Ο γράφων συνιστά σε όλους να ταξιδεύουν και να γνωρίζουν τους γειτονικούς λαούς, οι οποίοι είναι φίλοι μας. Ιδιαίτερα οι Σλαβομακεδόνες είναι συμπαθέστατοι και παρόλη την διένεξη είναι άκρως φιλικοί προς εμάς, κυριολεκτικά αναπνέουν με πνεύμονα την Ελλάδα και προσβλέπουν στην φιλία μας, την οποία θεωρώ οτι πρέπει να τους την δώσουμε. Αν ζούσε σήμερα ο Φίλιππος ο Μέγας, είμαι σίγουρος οτι θα τους ενσωμάτωνε.
Ιωάννης Ξηρός