Σ. Χατζηγάκης: Αν ζούσε ο… Κωνσταντίνος Καραμανλής: Θα προωθούσε το πολιτικό είναι, όχι το φαίνεσθαι

Για να διατυπώσει κανείς μια άποψη σχετικά με το τι θα έκανε σήμερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρέπει να ανατρέξει στην εμβληματική πορεία ενός πολιτικού που κυριάρχησε επί δεκαετίες στη δημόσια ζωή της χώρας. Συγκεκριμένα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής χαρακτηριζόταν από το εθνικό του αίσθημα, το δημιουργικό του έργο, την ιδεολογική του συγκρότηση, το κοινωνικό του πρόσωπο και τη βαθιά θεσμική του αντίληψη. Ολα αυτά συνθέτουν τη λεγόμενη «Σχολή Καραμανλή». Επιτρέπουν, έστω και υποθετικά, να προσεγγίσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζε τη σημερινή πραγματικότητα, εάν βρισκόταν στο τιμόνι της χώρας.

Προσωπικά συνάντησα για πρώτη φορά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στο Παρίσι, λίγο πριν από τις μεγάλες πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στην πτώση της δικτατορίας και στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το ραντεβού μας το κανόνισε ο Ευάγγελος Αβέρωφ σε συνάντησή μας στο Παρίσι, όπου έκανα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Η συνάντηση ήταν για μένα συγκλονιστική. Λιτός. Απέριττος. Συγκροτημένος. Με καθαρή πολιτική σκέψη και βαθιά αίσθηση ευθύνης. Αναφέρθηκε στην πορεία του θείου μου βουλευτή Δημήτρη Χατζηγάκη για το ήθος του. Γιατί, πάνω απ’ όλα, αντιλαμβανόταν την πολιτική ως υπόθεση ήθους, ευθύνης και ιστορικής αποστολής.

Ο Καραμανλής δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός της εύκολης δημοφιλίας. Δεν επένδυσε ποτέ στη διχαστική ρητορική. Ούτε στην πολιτική της οξύτητας και της υπερέντασης. Σε περιόδους κρίσης επεδίωκε πάντοτε τη σταθερότητα, την εθνική συνεννόηση και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Στη σημερινή εποχή της καθολικής αμφισβήτησης, της κοινωνικής καχυποψίας και της απαξίωσης της πολιτικής, πιθανότατα θα θεωρούσε ως ύψιστη προτεραιότητα τη διαφύλαξη της θεσμικής συνοχής. Γνώριζε καλά ότι όταν κλονίζεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, κλονίζεται τελικά και η ίδια η δημοκρατία. Παράλληλα, θα επέμενε στη διατήρηση της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας. Διότι δεν αντιμετώπισε ποτέ την ευρωπαϊκή ένταξη ως μια στενά οικονομική επιλογή. Την αντιλαμβανόταν ως στρατηγική και πολιτισμική τοποθέτηση της χώρας στον πυρήνα της δημοκρατικής Ευρώπης. Στα εθνικά θέματα διατηρούσε τη γνωστή του ισορροπία ανάμεσα στον πατριωτισμό και τον πολιτικό ρεαλισμό. Ούτε εθνικιστικές εξάρσεις ούτε πολιτική αφέλεια.

Για να κατανοήσει, ωστόσο, κανείς πραγματικά τι θα έκανε σήμερα ο Καραμανλής, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τη δική του σχολή σκέψης. Στην πολιτική ζωή υπάρχουν δύο σχολές. Η πρώτη αντιμετωπίζει την πολιτική ως μηχανισμό εξουσίας, επικοινωνίας και εντυπώσεων. Τα προβλήματα προσεγγίζονται αποσπασματικά. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τη συγκυρία, τις δημοσκοπήσεις και την εικόνα. Η εξουσία μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Η πολιτική συνεπώς υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνία. Ο Καραμανλής βρισκόταν στον αντίποδα αυτής της αντίληψης. Πίστευε ότι η συνεχής και στείρα δημοσιότητα αποτελεί «αμφίστομο μάχαιρα» για έναν πολιτικό, ιδιαίτερα όταν είναι νέος. Η προβολή, κατά τη δική του αντίληψη, δικαιολογείται μόνον όταν υπάρχει κάποιο έργο ή σημαντική ιδέα. Ηταν πολιτικός της ουσίας. Στηριζόταν σε αρχές, αξίες, ιδεολογία. Δεν χάιδευε τις πρόσκαιρες επιθυμίες της κοινής γνώμης. Δεν υποτασσόταν στα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

 

Σε αυτή τη σχολή ανήκε ο Καραμανλής. Παραθέτουμε κάποια από τα επιτεύγματα της πολιτικής του, συγκεκριμένα:

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας. Η αμυντική θωράκιση της χώρας μας με τον τότε υπουργό Ευάγγελο Αβέρωφ. Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Το Σύνταγμα του 1975. Η ανασυγκρότηση της εθνικής άμυνας. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Η κοινωνική διάσταση του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Η ενίσχυση της περιφέρειας. Η εκπαιδευτική και γλωσσική μεταρρύθμιση.

Η «Σχολή Καραμανλή» δεν ήταν απλώς μια κεντροδεξιά εκδοχή διακυβέρνησης. Ηταν μια αντίληψη ευθύνης. Συνδύαζε τον πατριωτισμό με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή. Τη θεσμική αυστηρότητα με την εθνική συμφιλίωση. Τον ρεαλισμό με το όραμα. Ο Καραμανλής, συνεπώς, δεν θα διαχειριζόταν σήμερα την κατάσταση με όρους επικοινωνιακής τακτικής. Θα έβλεπε πίσω από την καθημερινή ένταση το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας: την κρίση εμπιστοσύνης, την αποδυνάμωση των θεσμών, την κοινωνική κόπωση και την απομάκρυνση της πολιτικής από την ουσία της.

 

Η δεύτερη λοιπόν σχολή επιδιώκει να προωθήσει κάποια άλλη διαδικασία, που θα είναι και παιδευτική για τον λαό. Η σχολή αυτή δεν επικεντρώνεται απλώς σε ευκαιριακές λύσεις. Ούτε βέβαια χαϊδεύει τις επιθυμίες του κατεστημένου και των κέντρων εξουσίας. Γι’ αυτό, πολλοί τη χαρακτηρίζουν «ρομαντική». Παράλληλα ανάγει την ιδεολογία σε ουσιώδες στοιχείο. Προβάλλει, επίσης, η σχολή αυτή έναν άλλο «δρόμο», που βρίσκεται απέναντι στον «μονόδρομο» του ακραίου καπιταλισμού: τον δρόμο συνεπώς που δημιούργησε την κοινωνία των 2/3: της εξαθλίωσης, της φτώχειας και της ανεργίας.

Οι άνθρωποι που ανήκουν στη σχολή της πολιτικής των προτύπων και της ουσίας λιγοστεύουν καθημερινά. Διότι στην εποχή μας είναι δύσκολο να επιβιώσουν πολιτικά πρόσωπα, που να θελήσουν να σταθούν αντίθετα στα ισχυρά συμφέροντα και να ορθώσουν το ανάστημά τους στις κατεστημένες δυνάμεις. Η ίδια η κοινωνία, άλλωστε, βολεμένη και απαθής, δεν θα έβλεπε με καλό μάτι τους όποιους «αντιρρησίες», «αντάρτες» ή «γραφικούς» – όπως βαφτίζει το σύστημα όσους το αμφισβητούν. Παρόλο που οι αρχές της καραμανλικής σχολής θα έπρεπε να αποτελούσαν τον άξονα της ιδεολογικής διάπλασης. Αντίθετα γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες ενός κατακλυσμού επικοινωνιακών «τρικ», τα οποία καθοδηγούν την πολιτική μας ζωή και αποπροσανατολίζουν τους πολίτες.

Βεβαίως, οι εποχές δεν είναι ίδιες. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πολιτεύθηκε σε μια Ελλάδα διαφορετική, χωρίς την ασφυκτική πίεση των κοινωνικών δικτύων, της διαρκούς εικόνας και της ακατάπαυστης επικοινωνιακής έκθεσης. Οι σημερινοί πολιτικοί ηγέτες λειτουργούν αναγκαστικά μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς δημόσιας αξιολόγησης και άμεσης πολιτικής φθοράς. Στη σύγχρονη εποχή, επομένως, η δημόσια εικόνα αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της πολιτικής λειτουργίας. Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα παραμένει αν η επικοινωνία υπηρετεί την πολιτική ή αν τελικά την υποκαθιστά. Εκείνο που διαφοροποιεί τις μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες είναι ότι δεν επιτρέπουν ποτέ στην εικόνα να υπερβεί την ουσία. Ισως αυτό να είναι και το πιο επίκαιρο στοιχείο της παρακαταθήκης του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Οτι η πολιτική δεν μπορεί να είναι μόνο εικόνα. Πρέπει να είναι και ευθύνη απέναντι στην Ιστορία.

Ο Σωτήρης Μιχ. Χατζηγάκης είναι πρώην υπουργός