Δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Θεοφανούς
Κάθε χρόνο, την 1η Ιανουαρίου, κάνουμε περίπου την ίδια κουβέντα. Νέοι στόχοι, νέες αποφάσεις, καλύτερες συνήθειες, περισσότερη άσκηση, λιγότερο άγχος, καλύτερη διατροφή, καλύτερη δουλειά, περισσότερος χρόνος για τον εαυτό μας. Τα γνωστά new year’s resolutions, που ξεκινούν με αισιοδοξία και συνήθως δοκιμάζονται πριν καλά καλά τελειώσει ο Ιανουάριος.
Όμως, αν είμαστε ειλικρινείς, για πολλούς ανθρώπους ο πραγματικός νέος χρόνος δεν ξεκινά την Πρωτοχρονιά.
Ξεκινά όταν γυρίζουμε από τις καλοκαιρινές διακοπές.
Ειδικά στην Ελλάδα, ο Αύγουστος λειτουργεί σαν μια μεγάλη άνω τελεία. Η χώρα χαμηλώνει ρυθμούς, οι δουλειές παγώνουν, οι πόλεις αδειάζουν, τα mails λιγοστεύουν, οι συζητήσεις μεταφέρονται σε παραλίες, τραπέζια, μπαλκόνια και διαδρομές με πλοία ή αυτοκίνητα. Ακόμη και όσοι δεν αποσυνδέονται πλήρως, αλλάζουν ρυθμό. Βγαίνουν για λίγο από την καθημερινή μηχανή.
Και εκεί, ακριβώς επειδή απομακρύνεσαι λίγο από την κανονικότητα, αρχίζεις να τη βλέπεις πιο καθαρά.
Στις διακοπές δεν ξεκουράζεται μόνο το σώμα. Κάποιες φορές ξεκουράζεται και η σκέψη αρκετά ώστε να ακούσεις πράγματα που μέσα στη χρονιά δεν προλαβαίνεις. Τι με κουράζει; Τι με γεμίζει; Τι συνεχίζω να κάνω από συνήθεια; Πού ξοδεύω τον χρόνο μου; Ποιους ανθρώπους βλέπω πραγματικά; Πώς θέλω να είναι η ζωή μου όταν επιστρέψω;
Γι’ αυτό και ο Σεπτέμβριος έχει μια περίεργη δύναμη. Δεν έχει πυροτεχνήματα, δεν έχει αλλαγή ημερολογίου, δεν έχει ευχές για «καλή χρονιά», άντε ένα καλό «αποκαλόκαιρο»… Έχει όμως επιστροφή. Και η επιστροφή πολλές φορές φέρνει πιο αληθινές αποφάσεις από την Πρωτοχρονιά.
Τον Ιανουάριο αποφασίζουμε συχνά με βάση την ιδέα του νέου. Τον Σεπτέμβριο αποφασίζουμε με βάση την εμπειρία της απόστασης.
Γυρίζεις στο γραφείο και καταλαβαίνεις αν αντέχεις αυτό που κάνεις. Ανοίγεις το ημερολόγιο και βλέπεις αν θέλεις να ξαναμπείς στον ίδιο ρυθμό. Επιστρέφεις στα σχολεία, στις δραστηριότητες, στις υποχρεώσεις, στα meetings, στα deadlines, και κάπου μέσα σου υπάρχει μια μικρή ερώτηση: θέλω να ξαναζήσω άλλη μια χρονιά ακριβώς έτσι;
Η αίσθηση ότι ο Σεπτέμβριος λειτουργεί σαν πραγματική επανεκκίνηση δεν είναι μόνο ψυχολογική. Φαίνεται και στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, τον Ιανουάριο καταγράφηκαν 205.933 προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα, ενώ τον Σεπτέμβριο οι προσλήψεις έφτασαν τις 360.494. Δηλαδή, ο Σεπτέμβριος είχε περίπου 75% περισσότερες προσλήψεις από τον Ιανουάριο. Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν ειδικά μετακινήσεις στελεχών, αλλά το σύνολο της μισθωτής απασχόλησης. Δείχνουν όμως κάτι σημαντικό: μετά το καλοκαίρι η αγορά δεν επιστρέφει απλώς στη ρουτίνα. Κινείται, αναδιοργανώνεται, κλείνει εκκρεμότητες και ανοίγει νέους κύκλους.
Και μέσα σε αυτή την κίνηση, πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να ξανασκέφτονται τη δουλειά, τον ρόλο και την καθημερινότητά τους.
Για κάποιους, η ερώτηση αφορά την καριέρα. Μήπως πρέπει να αλλάξω κάτι; Μήπως έχω μείνει πολύ καιρό στο ίδιο σημείο; Μήπως ήρθε η ώρα να ζητήσω κάτι διαφορετικό, να ξεκινήσω κάτι δικό μου, να βάλω όρια, να σταματήσω να απαντάω σε όλα σαν να καίγεται ο κόσμος;
Για άλλους αφορά την οικογένεια. Μήπως πρέπει να είμαι περισσότερο παρών; Μήπως τα παιδιά μεγάλωσαν και εγώ τρέχω συνεχώς; Μήπως οι γονείς μου χρειάζονται περισσότερο χρόνο; Μήπως έχω γεμίσει το πρόγραμμα όλων τόσο πολύ, που δεν μένει χώρος για ζωή;
Για άλλους αφορά τον ίδιο τους τον εαυτό. Υγεία, ύπνος, σώμα, φίλοι, σχέσεις, ηρεμία. Όλα αυτά που στη διάρκεια της χρονιάς μπαίνουν στο «μετά», μέχρι που κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι το «μετά» έγινε τρόπος ζωής.
Το καλοκαίρι, με έναν παράξενο τρόπο, μας θυμίζει τι μας λείπει. Μας θυμίζει πώς είναι να περνάει μια μέρα χωρίς να κοιτάμε συνεχώς το ρολόι. Πώς είναι να τρώμε χωρίς βιασύνη. Να μιλάμε χωρίς να κοιτάμε παράλληλα το κινητό. Να κοιμόμαστε λίγο παραπάνω. Να περπατάμε. Να ακούμε. Να υπάρχουμε χωρίς να πρέπει συνεχώς να αποδίδουμε.
Και ίσως γι’ αυτό η επιστροφή είναι τόσο αποκαλυπτική.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις τον Σεπτέμβριο. Αλλάζουν δουλειά, ξεκινούν γυμναστήριο, οργανώνουν καλύτερα το σπίτι, βάζουν στόχους για τη νέα σχολική χρονιά, ανοίγουν επιχειρηματικά πλάνα, κάνουν οικονομικούς υπολογισμούς, ξαναβλέπουν προτεραιότητες. Όχι πάντα επειδή έχουν όρεξη. Μερικές φορές επειδή η επιστροφή τους δείχνει καθαρά τι δεν θέλουν να συνεχίσουν.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό new year’s resolution να μην είναι αυτό που λέμε την 1η Ιανουαρίου με ένα ποτήρι στο χέρι.
Ίσως είναι αυτό που σκεφτόμαστε σιωπηλά όταν ανοίγουμε ξανά το laptop μετά τις διακοπές.
Όταν βλέπουμε τα πρώτα emails.
Όταν μπαίνουμε πάλι στην κίνηση.
Όταν γυρνάμε στο πρόγραμμα.
Όταν συνειδητοποιούμε ότι ξεκουραστήκαμε λίγο, αλλά δεν θέλουμε απλώς να αντέξουμε μέχρι τις επόμενες διακοπές.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέφουμε κάθε Σεπτέμβριο στην ίδια ζωή, περιμένοντας τον επόμενο Αύγουστο για να πάρουμε ανάσα.
Το ζητούμενο είναι να κρατήσουμε κάτι από αυτή την ανάσα μέσα στη χρονιά που ξεκινά.
Ίσως τελικά η 1η Ιανουαρίου να αλλάζει το ημερολόγιο αλλά ο Σεπτέμβριος αλλάζει την αίσθηση της ζωής μας.
Και εκεί κρίνεται αν θα συνεχίσουμε όπως πριν ή αν θα τολμήσουμε να αλλάξουμε κάτι πραγματικά.
