Από το μίσος του 1922 στην αναθεώρηση της Κατοχής και την απρόσμενη σύγκλιση «Αριστεράς» – Άκρας Δεξιάς
Η πρόσφατη συζήτηση στο ελληνικό κοινοβούλιο για το μεταναστευτικό ξεπέρασε κάθε όριο κυνισμού, αποκαλύπτοντας το πραγματικό, αποκρουστικό πρόσωπο της εγχώριας πολιτικής σκοπιμότητας. Το ερώτημα που πέταξε προκλητικά από το βήμα ο Μάκης Βορίδης, αναρωτώμενος αν «θα τη βουλιάξουμε τη βάρκα ή δεν θα τη βουλιάξουμε», δεν ήταν μια τυχαία μεταφορά. Ήταν μια συνειδητή, ψηφοθηρική υπόκλιση στα ακροατήρια του Κυριάκου Βελόπουλου και των λοιπών συνοδοιπόρων της ακροδεξιάς πολυκατοικίας.
Όταν κορυφαίοι υπουργοί μπαίνουν σε μια χυδαία πλειοδοσία απανθρωπιάς με τον Βελόπουλο για το ποιος είναι πιο «αποφασιστικός» απέναντι σε κατατρεγμένους, δεν μιλάμε απλώς για τακτικισμούς. Μιλάμε για την πλήρη κανονικοποίηση του ρατσιστικού λόγου και για το συνειδητό κλώσημα στο «αυγό του φιδιού».
Αυτοί οι επαγγελματίες «υπερπατριώτες», που σήμερα πουλάνε φθηνό εθνικισμό για μερικά ψηφαλάκια, βασίζονται αποκλειστικά στην κοντή μνήμη των πολιτών. Αν όμως ξύσει κανείς το λούστρο της δήθεν φιλοπατρίας τους, θα βρει μια διαχρονική παράδοση προδοσίας, αποκλεισμών και υποκρισίας.
Το μαύρο στίγμα του 1922: Όταν οι Έλληνες βαφτίστηκαν «Τουρκόσποροι»
Η ιστορική υποκρισία αυτού του χώρου ξεκινά από πολύ παλιά. Το 1922, όταν οι ξεριζωμένοι αδελφοί μας από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία έφτασαν αιματοβαμμένοι και ρακένδυτοι στην Ελλάδα, δεν βρήκαν αγκαλιές. Βρήκαν το τείχος του μίσους που ύψωσε η τότε συντηρητική, βασιλική παράταξη — οι ιδεολογικοί πρόγονοι των σημερινών πολιτικών επιγόνων.
Οι Μικρασιάτες, παρά το γεγονός ότι ήταν ομόδοξοι και Έλληνες, βαφτίστηκαν «μιάσματα». Οι εφημερίδες της δεξιάς παράταξης τους αποκαλούσαν υποτιμητικά «Τουρκόσπορους» και «γιαουρτοβαφτισμένους». Τους κατηγορούσαν ότι «αλλοιώνουν τον πολιτισμό» και ότι «τους παίρνουν τις δουλειές». Η ιστορία έχει καταγράψει ότι για τον τυφλό εθνικισμό, ο πρόσφυγας και ο ανίσχυρος είναι πάντα εχθρός, ακόμα κι αν είναι του ίδιου αίματος.
Η ντροπή της Κατοχής: Από την «Εθνικοφροσύνη» στις κουκούλες του Δοσιλογισμού
Η πιο ξεκάθαρη απόδειξη της πατριδοκάπηλης απάτης γράφτηκε στην Κατοχή (1941–1944). Όταν η χώρα βρέθηκε υπό την μπότα πραγματικών, πάνοπλων εισβολέων, η δήθεν «αποφασιστικότητα» των εθνικιστών εξαφανίστηκε εν μια νυκτί. Άνθρωποι που έχτιζαν καριέρες με τη λέξη «πατρίδα» στο στόμα, έγιναν οι πιο πιστοί υπηρέτες του κατακτητή.
Τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας, οι «γερμανοτσολιάδες» και οι κουκουλοφόροι που ορκίζονταν πίστη στον Αδόλφο Χίτλερ, δεν συγκροτήθηκαν για να προστατεύσουν κανένα έθνος. Συγκροτήθηκαν για να πλουτίσουν από τη μαύρη αγορά και να εξοντώσουν την Εθνική Αντίσταση, εκτελώντας τις εντολές των Ναζί. Όταν η πατρίδα αιμορραγούσε, οι «υπερπατριώτες» κρατούσαν τα γερμανικά όπλα.
Το «ξέπλυμα» των Ταγμάτων Ασφαλείας από την αναθεωρητική ιστοριογραφία
Το πιο εξοργιστικό, όμως, είναι ότι αυτή η μαύρη σελίδα επιχειρείται τα τελευταία χρόνια να παραχαραχθεί επιστημονικά. Μέσα από τη σχολή του ιστορικού αναθεωρητισμού, ακαδημαϊκοί όπως ο Νίκος Μαραντζίδης ανέλαβαν το έργο του ιδεολογικού καθαριστηρίου.
Με αναλύσεις που προκαλούν την κοινή λογική, η δράση των δοσιλόγων και των ταγματασφαλιτών παρουσιάστηκε σχεδόν ως «άμυνα» ή «αντανακλαστική αντίδραση» απέναντι στην υποτιθέμενη βία της Αντίστασης. Αυτή η χυδαία εξίσωση θύτη και θύματος, που προσπαθεί να απενοχοποιήσει τους συνεργάτες των Ναζί στο όνομα του αντικομμουνισμού, έδωσε το πιο πολύτιμο «επιστημονικό» άλλοθι στην Άκρα Δεξιά για να βγει από το ιστορικό της περιθώριο.
Η απόλυτη κατάντια: Η «Αριστερά» ως πολιτική ομπρέλα των αναθεωρητών
Εδώ όμως η τραγωδία μετατρέπεται σε πολιτική φάρσα. Αυτός ο ίδιος ο καθηγητής, που για χρόνια αποτελούσε το κόκκινο πανί για κάθε προοδευτικό άνθρωπο λόγω του ξεπλύματος του δοσιλογισμού, βρέθηκε ξαφνικά στο στενό επιτελείο και στον πυρήνα των συμβούλων του Αλέξη Τσίπρα.
Η επιλογή του κόμματος του Τσίπρα να προσφέρει πολιτικό καταφύγιο και θεσμικό ρόλο σε έναν αρχιτέκτονα του ιστορικού αναθεωρητισμού αποτελεί μνημείο πολιτικού καιροσκοπισμού και κατάντιας. Στον βωμό μιας δήθεν «διεύρυνσης» και με την ελπίδα μερικών δημοσκοπικών ποσοστών, ξεπουλήθηκαν οι ιδεολογικές αρχές και η ιστορική μνήμη των αγώνων αυτού του τόπου. Όταν η «Αριστερά» μετατρέπεται σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ για εκείνους που δικαιολόγησαν τους γερμανοτσολιάδες, τότε προσφέρει την πιο ανέλπιστη, καθαρή και πολύτιμη βοήθεια στην Άκρα Δεξιά. Της παραχωρεί, ουσιαστικά, ένα έμμεσο πιστοποιητικό ιστορικής δικαίωσης, υπογεγραμμένο από τους ίδιους της τους αντιπάλους.
Το Διαχρονικό Συμπέρασμα
Η γραμμή που συνδέει το μίσος του 1922, την προδοσία του 1941, το ακαδημαϊκό ξέπλυμα και τα κοινοβουλευτικά σόου των Βορίδη και Βελόπουλου είναι μία και μοναδική: Ο ρατσιστικός εθνικισμός είναι μια διαχρονική απάτη που τρέφεται από το αίμα των αδυνάμων και την ανοησία των καιροσκόπων.
Δεν κινούνται από καμία αγάπη για την Ελλάδα. Το 1922 μίσησαν τους ομόδοξους Μικρασιάτες. Το 1941 έγιναν υπάλληλοι των Γερμανών. Σήμερα, παίζουν τις κουμπάρες με τις ζωές ανθρώπων σε μια βάρκα στο Αιγαίο.
Η απάντηση σε αυτή την παρακμή δεν μπορεί να περιέχει καμία έκπτωση, καμία σιωπή και κανέναν συμβιβασμό με «προοδευτικούς» τυχοδιώκτες. Ο πραγματικός πατριωτισμός προστατεύει την ανθρώπινη ζωή, τιμά τους αγώνες ενάντια στον φασισμό και κρατά την ιστορική μνήμη ζωντανή. Αν αφήσουμε τους Βορίδηδες να χαράζουν την ατζέντα, τους Βελόπουλους να σπείρουν το μίσος και την «Αριστερά» να τους ξεπλένει με τις επιλογές της, το αυγό του φιδιού θα σκάσει και το δηλητήριο θα πνίξει, για άλλη μια φορά, ολόκληρη την κοινωνία .
Ο Κώστας Παπανώτας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Π.Ο. Θεσσαλίας του κόμματος «Δημοκράτες-Προοδευτικό Κέντρο»
