Μετά την έντονη επιθετικότητα του τουρκικού κατεστημένου κατά τα έτη 2020-2021 με το παράνομο τουρκολυβικό μνημόνιο, την προσβολή ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου, την επίσημη υιοθέτηση του δόγματος της γαλάζιας πατρίδας (όλες οι θαλάσσιες εκτάσεις πέραν του 25ου μεσημβρινού επικάθονται επί της υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας, πλην των 6 μιλίων χωρικών υδάτων γύρων από τα ελληνικά νησιά, τα οποία κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, σύμφωνα με την τουρκική πανουργία δεν έχουν ΑΟΖ), καθώς και το ιδεολόγημα περί της αποστρατικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, που απειλούνται άμεσα από την αποβατική στρατιά του Αιγαίου, υπήρξε τουρκικός ελιγμός με την πρόταξη χείρας φιλίας. Η συγκυρία των σεισμών της Ανατολίας, που δημιουργούσε ένα τεράστιο οικονομικό πρόβλημα την τουρκική οικονομία και η ανάγκη του Ερντογάν να άρει τις διαφορές του με την Δύση, τον οδήγησε σε αυτή την τακτική αποκλιμάκωσης της έντασης και της πρόσκαιρης ενδυμασίας του με «προβιά προβάτου».
Αυτό το τουρκικό «δώρο» δέχθηκε με ανακούφιση το ελληνικό κατευναστικό κατεστημένο, που προχώρησε στη σαθρή Διακήρυξη των Αθηνών τον Δεκέμβριο του 2023, κείμενο που για τη μεν Τουρκία αποτέλεσε το «διαβατήριο του ειρηνοποιού», που έλαβε από την Ελλάδα, για τη δε Ελλάδα αποτέλεσε κείμενο αυτοπεριορισμού, αφού μόνο αυτή το εφάρμοσε μονομερώς, απέχοντας από τα βήματα που έπρεπε ήδη να έχει πραγματοποιήσει από τότε.
Συγκεκριμένα μετά τον καθορισμό της μερικής ΑΟΖ με την Αίγυπτο και παρά τις τότε δηλώσεις Δένδια, υπαναχώρησε από την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια τουλάχιστον νοτίως της Κρήτης, καθώς και να πραγματοποιήσει όλες τις τεχνικές, προπαρασκευαστικές ενέργειες, έτσι ώστε να είναι σε θέση να υλοποιήσει αυτό το αναφαίρετο, μονομερές δικαίωμά της και στις υπόλοιπες περιοχές του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, καθορίζοντας παράλληλα ΑΟΖ και με την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντιθέτως, σε όλο αυτό το διάστημα η Τουρκία έχοντας ως καλύτερο «σύμμαχό» της την Ελλάδα εμφανίζονταν ως χώρα που λύνει την ένταση με τους γείτονές της και κυρίως με την Ελλάδα, η οποία είχε έναν έντονο συμβολισμό τότε, τόσο στην αμερικανική πολιτική ηγεσία (κυβέρνηση Μπάιντεν-Κογκρέσο), όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ που για πρώτη φορά είχαν δημιουργηθεί οι συνθήκες για σοβαρή ρήξη των σχέσεών της με την Τουρκία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμβλυνση των σοβαρών διαφορών Τουρκίας – Δύσης με συνέπεια την δυνατότητα αυτής να μπορεί να αγοράσει Eurofighter, οπλισμό από τη Γερμανία, η οποία είχε προβεί τότε σε μερική αναστολή, πλην των υποβρυχίων, F-16 από τις ΗΠΑ και να συζητά σήμερα την επαναφορά της στο πρόγραμμα των F-35, λόγω Τραμπ, παρά την σταθερή θέση της για παραμονή των S-400. Το τελευταίο πλήγμα για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας είναι η σχετική υπονόμευση της αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία, η οποία έδωσε το πράσινο φως για την πώληση των πυραύλων meteor σε αυτή, που μέχρι τώρα αποτελούσε το στρατηγικό όπλο της χώρας στον αέρα λόγω της χρησιμοποιήσεώς του από τα Rafale.
Σε όλη όμως αυτή την περίοδο της υποτιθέμενης Ελληνοτουρκικής συνεργασίας 2023-2025, η Τουρκία διατύπωνε με τον πιο καθαρό τρόπο και προς όλα τα διεθνή φόρα, όλο το εύρος των παράνομων αξιώσεών της σε βάρος της χώρας μας, που συνιστούν βίαιη παραβίαση των διεθνών κανόνων του δικαίου της θάλασσας, αφού αφενός το παράνομο αφήγημα της «γαλάζιας πατρίδας» (που σύμφωνα με το ευφάνταστο σενάριό της τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ, αλλά μόνο χωρικά ύδατα) το μετέτρεψε πλέον σε κυβερνητικό δόγμα και αφετέρου προσπαθεί με κάθε τρόπο να εφαρμόσει στο πεδίο το παράνομο Τουρκολυβικό μνημόνιο (με το οποίο επιχειρεί να υφαρπάξει τεράστιες θαλάσσιες ζώνες από τη νόμιμη εν δυνάμει ΑΟΖ της Ελλάδος), εξού και η προκλητική σκληρή στάση της στο ηλεκτρικό καλώδιο σύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Με βάση όμως την ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων ήταν προφανές, ότι η αλλαγή πλεύσης του Ερντογάν και η «χείρα φιλίας» στην Ελλάδα αποτελούσε ένα πρόσκαιρο ελιγμό, που όταν θα ικανοποιούσε τους στόχους του, θα επανέρχονταν στις «εργοστασιακές» ρυθμίσεις του τουρκικού αναθεωρητισμού. Αυτό που αποτελεί ιστορικό απόσταγμα η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ το παρέβλεψε, δημιουργώντας οδυνηρές συνέπειες στα εθνικά συμφέροντα μας, αφού έχουν επιτρέψει τη σοβαρή ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της Τουρκίας και την ανέξοδη για αυτή αναθεωρητική επιχειρηματολογία της στα διεθνή φόρα.
