Μερικές νομικές σκέψεις με αφορμή την αναβάθμιση του κατηγορητηρίου για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη
Στην προηγούμενη ανάρτησή μου έγραψα για τη μοναξιά ενός ανθρώπου και για την παράξενη λαϊκή λατρεία που ακολούθησε τον θάνατό του.
Σήμερα θέλω να σταθώ σε κάτι διαφορετικό. Στην είδηση ότι η κατηγορία σε βάρος των δύο γιατρών αναβαθμίστηκε σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο.
Η διάκριση από την ενσυνείδητη αμέλεια είναι λεπτή αλλά θεμελιώδης.
Και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης προβλέπει ότι μπορεί να επέλθει το κακό αποτέλεσμα. Στην ενσυνείδητη αμέλεια όμως πιστεύει ότι τελικά θα το αποφύγει. Στον ενδεχόμενο δόλο προχωρεί, μολονότι γνωρίζει τον κίνδυνο, αποδεχόμενος ή συμβιβαζόμενος με το ενδεχόμενο να επέλθει το αποτέλεσμα, προκειμένου να πετύχει έναν άλλο σκοπό.
Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να μπει στο μυαλό του άλλου. Γι’ αυτό η Δικαιοσύνη αναζητεί εξωτερικούς ενδείκτες της εσωτερικής αυτής στάσης.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Πρώτος ενδείκτης: το κίνητρο.
Εάν αποδειχθεί ότι κυρίαρχο κίνητρο ήταν το οικονομικό κέρδος και μάλιστα το κέρδος με κάθε κόστος, τότε η «λαιμαργία» παύει να αποτελεί απλώς ηθικό χαρακτηρισμό. Μπορεί να αποκτήσει ποινική αποδεικτική σημασία: ξέρω τον κίνδυνο, αλλά συνεχίζω, γιατί προέχει αυτό που θέλω να κερδίσω.
Δεύτερος ενδείκτης: η επάρκεια εκείνων που επιχειρούν την ιατρική πράξη.
Εάν αποδειχθεί ότι κάποιος αναλαμβάνει μια σοβαρή και δυνητικά επικίνδυνη παρέμβαση χωρίς την απαιτούμενη ειδική εκπαίδευση και επιστημονική επάρκεια, το ερώτημα γίνεται βαρύτερο: μπορεί πράγματι να ισχυρισθεί ότι πίστευε βάσιμα πως το κακό αποτέλεσμα δεν θα επέλθει;
Τρίτος ενδείκτης: οι αντικειμενικές συνθήκες.
Το ίδιο ερώτημα τίθεται εάν μια τέτοια πράξη επιχειρείται σε χώρο που, εφόσον αυτό αποδειχθεί, δεν διαθέτει την αναγκαία υποδομή για την άμεση αντιμετώπιση μιας βαριάς επιπλοκής.
Και τώρα προστίθενται όσα αποκαλύπτονται από το ψηφιακό καταγραφικό: τέσσερα alarms, restart του μηχανήματος και 49 λεπτά μέχρι την κλήση του ΕΚΑΒ.
Κάθε στοιχείο μόνο του μπορεί να μην αρκεί.
Όλα μαζί όμως πρέπει να συνεκτιμηθούν.
Γιατί το κρίσιμο ποινικό ερώτημα δεν είναι απλώς: «Έκαναν λάθος;»
Είναι πολύ βαρύτερο: «Γνώριζαν τον σοβαρό κίνδυνο και, παρ’ όλα αυτά, συνέχισαν επειδή είχαν θέσει κάποιον άλλο σκοπό πάνω από την ανθρώπινη ζωή;»
Εάν αυτό αποδειχθεί, δεν βρισκόμαστε πια εύκολα στον χώρο της ενσυνείδητης αμέλειας. Πλησιάζουμε στον σκληρό πυρήνα του ενδεχόμενου δόλου: «βλέπω τι μπορεί να συμβεί, αλλά συνεχίζω και ας συμβεί».
Γι’ αυτό θεωρώ νομικά απολύτως κατανοητή την αναβάθμιση του κατηγορητηρίου. Δεν προδικάζω, ασφαλώς, την ενοχή κανενός. Αυτή θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη και από το σύνολο των αποδείξεων.
Υπάρχει όμως κάτι που ξεπερνά τη συγκεκριμένη δικογραφία:
Όταν η λαιμαργία για το κέρδος αρχίζει να υπερβαίνει τον σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, παύει να είναι μόνο ηθικό ελάττωμα. Μπορεί να γίνει και ενδείκτης δόλου.
Ο Γεώργιος Αποστολάκης είναι πρώην Δικαστικός Λειτουργός και πρώην Βουλευτής Επικρατείας της «Νίκης»
