Τώρα το καλοκαίρι, τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε να πληθαίνουν γύρω μας γιορτές και πανηγύρια που πολλές φορές δεν έχουν καμία σχέση με την Εκκλησία, την πίστη, την παράδοση, τη μνήμη, την ευλογία.
Γιορτές φυτών, καρπών, ζώων, ψαριών, ποτών, φαγητών, ακόμη και παλιών ειδώλων ή ξεχασμένων συμβόλων.
Και γύρω από όλα αυτά στήνονται μεγάλες πανηγύρεις. Με σκηνές, με μικρόφωνα, με χορούς, με κλαρίνα, με ονόματα τραγουδιστών, με πολιτιστικές εκδηλώσεις, με λόγους, με φωτογραφίες, με χειροκροτήματα, με μεγαλεία.
Και στο κέντρο της πλατείας καμαρώνει πλέον το νέο «σύμβολο» της εποχής.
Το τοτέμ της σύγχρονης αλλοπρόσαλλης γιορτής.
Άλλοτε η προβατίνα, που δήθεν τιμάται, ενώ την ίδια στιγμή ψήνεται και καταναλώνεται.
Άλλοτε το καρπούζι, το κρεμμύδι, η ρίγανη, το καλαμπόκι, η πίτα, ο πλαστός, η γαλατόπιτα, η σαρδέλα, η πέστροφα, η πάπια, η κότα, το τσίπουρο, το κρασί, και ποιος ξέρει αύριο τι άλλο.
Δεν είναι το φαγητό το πρόβλημα.
Δεν είναι η χαρά το πρόβλημα.
Δεν είναι ο χορός, η μουσική, η παρέα, το αντάμωμα των ανθρώπων.
Το πρόβλημα είναι όταν όλα αυτά παίρνουν τη θέση της μνήμης.
Όταν το τραπέζι μένει, αλλά χάνεται ο Άγιος.
Όταν το γλέντι συνεχίζεται, αλλά έχει χαθεί η προσευχή.
Όταν η πλατεία γεμίζει, αλλά η Εκκλησία αδειάζει.
Όταν ο άνθρωπος θέλει πανηγύρι χωρίς Θεό, χαρά χωρίς ευλογία, παράδοση χωρίς ρίζα.
Γιατί κάποτε τα πανηγύρια του τόπου μας δεν ήταν έτσι.
Κάποτε το πανηγύρι ξεκινούσε από τον Εσπερινό.
Από το κερί.
Από την εικόνα του Αγίου.
Από το «Κύριε ελέησον».
Από την αρτοκλασία.
Από τη Θεία Λειτουργία.
Από το μνημόνεμα των ζωντανών και των κεκοιμημένων.
Από την ευλογία του Θεού πάνω στο χωριό, στα σπίτια, στα παιδιά, στα χωράφια, στους κόπους, στις αγωνίες των ανθρώπων.
Και ύστερα ερχόταν το τραπέζι.
Ύστερα ερχόταν η χαρά.
Ύστερα ερχόταν το γλέντι.
Πρώτα ο Θεός.
Πρώτα ο Άγιος.
Πρώτα η ευχαριστία.
Και μετά όλα τα άλλα έπαιρναν νόημα.
Σήμερα όμως, σε πολλές περιπτώσεις, μοιάζει σαν να κρατήσαμε το περίβλημα και πετάξαμε την ψυχή. Κρατήσαμε τα φώτα, τα ηχεία, τα τραπέζια, τα σουβλάκια, τα ποτά, τις αφίσες, τα μεγάλα ονόματα, αλλά χάσαμε το κέντρο. Και όταν χάνεται το κέντρο, όλα γίνονται θόρυβος.
Οι πρόγονοί μας δεν ήταν ανόητοι. Δεν συνέδεσαν τυχαία το καλοκαίρι με μεγάλες εκκλησιαστικές μνήμες. Αγίου Πνεύματος. Αγίων Αποστόλων. Αγίας Κυριακής. Αγίων Αναργύρων. Προφήτη Ηλία. Αγίας Παρασκευής. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Δεν τους έφταναν άραγε αυτές οι γιορτές;
Δεν ήταν αρκετές;
Δεν χωρούσε η χαρά μας μέσα στην ευλογία τους;
Ή μήπως εμείς δεν θέλουμε πια να χωρέσουμε εκεί;
Μήπως δεν αντέχουμε την παρουσία του Θεού;
Μήπως δεν θέλουμε να μας θυμίζει κανείς ότι η χαρά δεν είναι μόνο κατανάλωση;
Ότι το πανηγύρι δεν είναι μόνο φαγητό και ποτό;
Ότι η ζωή δεν είναι μόνο «να περάσουμε καλά»;
Ότι υπάρχει και ψυχή;
Ότι υπάρχει και μετάνοια;
Ότι υπάρχει και ευθύνη;
Ότι υπάρχει και ευλογία;
Μήπως τελικά δεν μας ενοχλεί ο Άγιος επειδή είναι παλιός, αλλά επειδή είναι ζωντανός;
Επειδή μας κοιτάζει και μας ρωτά:
πού πας;
τι γιορτάζεις;
ποιον τιμάς;
με τι γεμίζεις την καρδιά σου;
Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε τη χαρά των ανθρώπων. Χρειάζεται όμως να την ξαναβαπτίσουμε στην αλήθεια. Να ξαναδώσουμε στα πανηγύρια μας την ψυχή τους. Να μην ντρεπόμαστε να πούμε ότι το πανηγύρι χωρίς τον Άγιο γίνεται απλώς εκδήλωση. Ότι η παράδοση χωρίς Εκκλησία γίνεται φολκλόρ. Ότι η μνήμη χωρίς προσευχή γίνεται διακόσμηση. Ότι η χαρά χωρίς Θεό κουράζει γρήγορα και αφήνει κενό.
Γιατί η Εκκλησία δεν είναι εχθρός της χαράς.
Η Εκκλησία γέννησε την αληθινή χαρά.
Η πίστη μας δεν είναι μιζέρια.
Είναι φως.
Δεν είναι άρνηση της ζωής.
Είναι η ζωή στην πληρότητά της.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα γιορτάζουμε.
Το ερώτημα είναι τι γιορτάζουμε.
Και κυρίως, ποιον βάζουμε στο κέντρο της γιορτής μας.
Γιατί όπου βάζεις το κέντρο σου, εκεί αποκαλύπτεται και η καρδιά σου.
Αν στο κέντρο βάλεις μόνο το φαγητό, όλα θα τελειώσουν στο τραπέζι.
Αν στο κέντρο βάλεις μόνο το ποτό, όλα θα χαθούν στη ζάλη.
Αν στο κέντρο βάλεις μόνο τη μουσική, όλα θα σβήσουν όταν κλείσουν τα ηχεία.
Αν όμως στο κέντρο βάλεις τον Χριστό, τότε και το τραπέζι αγιάζεται, και η χαρά βαθαίνει, και το γλέντι γίνεται ευχαριστία, και η παρέα γίνεται κοινωνία, και το πανηγύρι γίνεται ευλογία.
Ας μη χάσουμε, λοιπόν, αυτό που μας κράτησε αιώνες.
Ας μη ξεριζώσουμε από τα πανηγύρια μας τον Άγιο, για να βάλουμε στη θέση του ένα προϊόν, ένα πιάτο, ένα ποτό, ένα πρόσκαιρο θέαμα.
Δεν μας λείπουν οι αφορμές για γλέντι.
Μας λείπουν οι αφορμές για να ξαναβρούμε την ψυχή μας.
Και ίσως αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας:
να ξαναγυρίσουμε από το θόρυβο στη μνήμη,
από την κατανάλωση στην ευχαριστία,
από το θέαμα στην προσευχή,
από το «να περάσουμε καλά» στο «να ζήσουμε αληθινά».
Να ξαναγίνουν τα πανηγύρια μας αυτό που ήταν:
μια μικρή Ανάσταση του τόπου.
Μια σύναξη ανθρώπων γύρω από τον Θεό.
Ένα κερί μπροστά στον Άγιο.
Ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης.
Μια προσευχή για τα παιδιά μας.
Μια μνήμη για τους παππούδες μας.
Μια ευλογία για το χωριό μας.
Και ύστερα, ναι, τραπέζι. Και χαρά. Και τραγούδι. Και αντάμωμα.
Αλλά με αρχή.
Με ρίζα.
Με νόημα.
Με Χριστό.
Γιατί χωρίς τον Θεό, ακόμη και η πιο λαμπρή γιορτή μένει άδεια.
Ενώ με τον Θεό, ακόμη και ένα απλό κερί μπορεί να φωτίσει ολόκληρη την πλατεία.
Ας ξαναβάλουμε λοιπόν τον Άγιο στη θέση του.
Όχι στην άκρη της αφίσας.
Στο κέντρο της ζωής μας.
