Ομιλία Ηρακλή Φίλιου στην παρουσίαση του βιβλίου «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;»

Αξιότιμοι συμπολίτες και συνεραστές της πόλης των πολλών καλών και όχι μόνο των τριών καλών, καλησπέρα κι από μένα.

Αισθάνομαι και είμαι, είμαι και αισθάνομαι ως ο Δαυίδ της όμορφης αυτής παρέας και νιώθω σήμερα οικεία μαζί σας. Ευχαριστώ για την πρόσκληση τον Στέφανο Νταλάση και το Δημοτικό Θέατρο Τρικάλων. Καλούμαι σήμερα να μιλήσω βιωματικά και συνολικά επί του θεολογικού έργου του αξιότιμου καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη.

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης δεν είναι μόνο ένας καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. αλλά ως «χαλκηδόνιος διφυσίτης», όπως του αρέσει να αποκαλεί τον εαυτό του, ενώνει τη φύση του καθηγητή μ’ εκείνη του μουσικού. Μιλάμε λοιπόν για ένα πρόσωπο «ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως, γνωριζόμενον». Δεν υπάρχει μόνο με το θεολογικό λόγο και χωρίς τη μουσική, όπως δεν υπάρχει μόνο με τη μουσική και χωρίς το θεολογικό λόγο. Υπάρχει με κάθε έκφραση καλλιτεχνίας είτε αυτή αφορά τη θεολογία, τη μουσική, την ποίηση, τον κινηματογράφο, εν τέλει την τέχνη ως δώρο του Πανάγαθου Θεού.

Αυτή τη σύζευξη λοιπόν, αυτή την ευλογημένη συνάντηση του ωραίου με κάθε μορφή τέχνης την αποτυπώνει στα βιβλία του. Ο ίδιος εκφράζει το χώρο της αισθητικής θεολογίας που συνδυάζει τη θεολογία με την τέχνη. Γράφει στο βιβλίο του «Φύση και Αγάπη»: «Η Εκκλησία χρειάζεται να ανοίξει στον κόσμο και τούτο μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη γλώσσα της τέχνης και του πολιτισμού. Η θεολογία θα πρέπει να γίνει ποιητική, συγγραφική, μουσική. Και τούτο διότι η γλώσσα της τέχνης μοιάζει πιο καθαρή, πιο αυθεντική, πιο άμεση».

Ο ίδιος μιλάει για την τέχνη, τον έρωτα, την αγάπη, το θάνατο, το γνήσιο εκκλησιαστικό ήθος, τη σύγχρονη αθεΐα, τον πολιτισμό, την αληθινή Εκκλησία, την αισθητική της ορθόδοξης θεολογίας, τη μουσική, την ποίηση. Και μάλιστα ως σταθερό και αναλλοίωτο στοιχείο κάθε θεολογικής και μουσικής του έκφρασης; Η ερωτικότητα. Τόσο στα θεολογικά του γράμματα όσο και στις μουσικές του παρτιτούρες. Ερωτικότητα που συγκροτεί τη ζωή.

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης διαπιστώνω πως έχει επωμιστεί το ρόλο του φιλοσόφου, όπως μας είναι γνωστός από το μύθο του σπηλαίου στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Είμαστε αλυσοδεμένοι, βλέπουμε τις σκιές των πραγμάτων, τις απατηλές εικόνες και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αληθινή Εκκλησία. Την απελευθέρωση καταφέρνει ο απελευθερωτής δεσμώτης, εν προκειμένω ο καθηγητής, ο οποίος έχει γνώση της αληθινής εικόνας της Εκκλησίας και όχι μιας ειδωλοποιημένης παράδοσης.

Εκφέροντας θεολογικό λόγο και «σχοινοβατώντας» κατά Γρηγόριο Θεολόγο, κατευθύνει κάθε σκέψη και λόγο στο πρόσωπο του Χριστού. Αν προσέξουμε τον πίνακα της Σταύρωσης του Grünewald, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος που στέκεται στα αριστερά του Εσταυρωμένου με το δάχτυλο του δείχνει προς Εκείνον. Αυτόν τον πίνακα είχε στο γραφείο του ο προτεστάντης θεολόγος Karl Barth ώστε να υπενθυμίζει κατά κάποιον τρόπο στο θεολόγο πως η σκέψη του δεν στρέφεται στον εαυτό του αλλά κατευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτό πραγματώνει ο λόγος του καθηγητή. Για τον ίδιο ισχύει αυτό που έλεγε ο αείμνηστος καθηγητής Δογματικής Νίκος Ματσούκας για το πρόσωπο του Νίκου Καζαντζάκη: «Και σε κάθε του γράμμα λέει και ξαναλέει το Θεό, που τον επικαλείται ακόμη και δοξολογικά».

Διαβάζοντας κάποιος τον Χρυσόστομο Σταμούλη, του δημιουργείται η αίσθηση ότι κάνει λόγο για μία Εκκλησία όπως δεν την έχουμε γνωρίσει. Ο ίδιος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του «Έρως και Θάνατος» προτρέπει σχετικά: «Ίσως, λοιπόν, να ήρθε ο καιρός σήμερα να σκάψουμε και να βρούμε κάτω από τα χώματα την αληθινή Εκκλησία».

Και ποια είναι αυτή; Είναι εκείνη που η θεολογία της δεν γίνεται ιδεολογία («ορθοδοξισμός» κατά Χ. Γιανναρά). Κι όταν γίνεται, τότε έχουμε να κάνουμε με έναν «ιδεολογικό χριστιανισμό που αγνοεί την ιστορία, τη φύση ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο» όπως θα μας πει ο καθηγητής στο νέο του βιβλίο. Με άλλα λόγια τότε είναι που ο «Θεός είναι νεκρός» όπως έλεγε ο Νίτσε, εννοώντας την προσπάθεια του ανθρώπου να δει το Θεό με τα μάτια του σώματος και όχι της ψυχής. Και αυτό ο καθηγητής το ονομάζει «ποιμαντική ειδωλολατρία».

Η Εκκλησία στις σελίδες του Χρυσόστομου Σταμούλη δεν δραπετεύει. Ανοίγεται. Όπως ανοίχτηκε το 49 μ.Χ. με την καίριας σημασίας Αποστολική Σύνοδο στα Ιεροσόλυμα. Εξάλλου καταπώς σημείωσε ο ίδιος σε συνέντευξη μας για την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ (η οποία περιλαμβάνεται στο νέο του βιβλίο), «η Εκκλησία ως σώμα Χριστού με κεφαλή τον Χριστό δεν μπορεί παρά να αντλεί τρόπο ύπαρξης από τον ίδιο τον Χριστό».

Η Εκκλησία ανοίγεται χωρίς προϋποθέσεις, έτσι ακριβώς όπως ανοίχτηκε ο Θεός χωρίς να φοβάται μήπως χάσει κάτι από την Τριαδική του βεβαιότητα. Μάλιστα προς ένα τέτοιο απροϋπόθετο άνοιγμα της Εκκλησίας κινείται η σκέψη του Μ. Βασιλείου, ο οποίος στις Παιδαγωγικές του Ομιλίες «Προς τους νέους» χρησιμοποιεί το παράδειγμα της μέλισσας για να δείξει πως η θεολογική σκέψη προσλαμβάνει κάθε τι χρήσιμο προκειμένου να διακονήσει το μυστήριο του Θεού. Τοιουτοτρόπως ενεργεί ο καθηγητής. Σμιλεύει το θεολογικό του λόγο δίνοντας του μορφή και σχήμα από τη ζωή της ποίησης, της μουσικής, της τέχνης ολάκερης.

Με καλλιτεχνία και ευαισθησία, αναδεικνύοντας την ομορφιά των πραγμάτων μέσα από την αλήθεια τους.
Και συντελείται το μυστήριο της σάρκωσης, το οποίο ο καθηγητής τοποθετεί ως βάση στο ξεδίπλωμα του αφανέρωτου που πλέον γίνεται φανερό. «Ο ασώματος και άφθαρτος και άυλος Λόγος του Πατρός έρχεται στη δική μας χώρα» κατά Μ. Αθανάσιο, ο οποίος Λόγος «ἐμορφώθη τό ἀλλότριον» όπως ψάλλαμε στα στιχηρά των αίνων του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αυτό τον «πολιτισμό της σάρκωσης» είναι που έχει εντάξει καταλυτικά στις θεολογικές του ανησυχίες ο καθηγητής.

Έγινε λόγος προηγουμένως για το θάψιμο της αληθινής Εκκλησίας κάτω από τα χώματα. Ποιοι όμως φρόντισαν για τα καλά γι’ αυτό το θάψιμο; Είναι όλοι εκείνοι που νόμισαν την Εκκλησία ως χώρο ατσαλάκωτων και «καθαρών» ανθρώπων, όσοι δεν άντεξαν τη σωτηρία των μετανοημένων αμαρτωλών, όσοι είχαν βασικό ρόλο στη σκηνή του δράματος τους ως ανέραστοι σωτήρες, θαυματοποιοί, περιφερόμενες αυθεντίες, όσοι φοβήθηκαν ότι απειλείται η ύπαρξη τους από την παρουσία της Εκκλησίας, όσοι φοβήθηκαν μήπως οι ιδεολογίες τους απειλούνται από τη σωτηρία που η Εκκλησία πραγματώνει, όσοι αδυνάτησαν και αδυνατούν ακόμη και σήμερα να βιώσουν εμπειρικά το Λόγο του Θεού που «σαρκώθηκε στην πράξη και όχι στα λόγια» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής.

Ακούμε συχνά πως η Εκκλησία κινδυνεύει και απειλείται. Ο άνθρωπος κινδυνεύει από μία Εκκλησία – ιδεολογία και αυτό μάχεται με θεολογική αισθητική και σαφήνεια ο καθηγητής στα βιβλία του. Στην καταδίκη δε της Εκκλησίας σε ειδωλοποιημένη εικόνα συμβάλλουν όλες εκείνες οι φανατικές φωνές ζηλωτισμού που ενθουσιάζονται από τη γη που έχουν ανακαλύψει και θέλουν να τη δείξουν και στους άλλους. Φωνές εκτός, αλλά εν πολλοίς, και εντός της Εκκλησίας. Κι έχω την αίσθηση πως οι τελευταίες βάζουν σε δοκιμασία το πλήρωμα της, αναστατώνουν τις ισορροπίες, διεκδικώντας το αλάθητο και το πρωτείο, καταστάσεις τις οποίες, κι εδώ προσέξτε την αντίθεση, μάχονται με μανία. Η απόρροια αυτών είναι «εξουσιαστικότητες, απαιδευσίες, κακότητες και κυρίως πορνική πλεονεξία που συμμαχούν και χορεύουν στο κέντρο της Εκκλησίας» όπως γράφει ο καθηγητής στο βιβλίο του. Γι’ αυτό και ο ίδιος «ανάβει στίχους για να ξορκίσει το κακό» όπως θα ‘λεγε ο Γιάννης Ρίτσος.

«Τί γυρεύει η αλεπού στο παζάρι»; Για να είμαι ειλικρινής διαπιστώνοντας μέσα από το βιβλίο ποια είναι η αλεπού και ποιο το παζάρι, αναρωτήθηκα αν αυτό το ερώτημα περιπλανιέται επίμονα αναζητώντας την απάντηση του ακόμη. Ο Χρυσόστομος Σταμούλης ανοίγει το κλουβί και αφήνει την αλεπού να βρει το δρόμο της. Η αλεπού εμφανίζεται και πάλι στο παζάρι που αποτελεί το φυσικό της χώρο. Στις αγορές και στις πλατείες. Εκεί κυκλοφορεί και διαλέγεται με άνεση και καμάρι σε ένα χώρο που δεν της ταιριάζει απλά αλλά που είναι ο τόπος γέννησης της. Χωρίς φοβίες και ανασφάλειες διαλέγεται δημιουργώντας την ίδια στιγμή στους συνομιλητές της την αμηχανία που προκύπτει από την έλλειψη υπεύθυνου λόγου εκ μέρους των. Και όποιος προσπαθεί να την εγκλωβίσει και να απαιτήσει από εκείνη την άνευ όρων παράδοση της; Εγκλωβίζεται ο ίδιος.

Έχω την αίσθηση, και πιστέψτε με είναι ισχυρή, πως μέσα από την ανάγνωση του πολλά υποσχόμενου αυτού ελπιδοφόρου βιβλίου, το ερώτημα μεταμορφώνεται καθώς ο αναγνώστης γλιστράει στις σελίδες του. Ο ίδιος αρχίζει πλέον να διερωτάται: Το παζάρι έχει αναπτύξει έστω την ελάχιστη «άσκηση αυτοσυνειδησίας», όρο που ο καθηγήτης συχνά χρησιμοποιεί, ώστε να διαλεχθεί με την αλεπού;

Αυτό που εξετάζει το βιβλίο, όπως και όλα τα βιβλία του καθηγητή, είναι η διακονία της Εκκλησίας στον κάθε άνθρωπο∙ τον αριστερό, τον αναρχικό, τον επαναστάτη, τον αλλοεθνή, τον αλλόθρησκο, το φτωχό, τον μόνο, τον πονεμένο, τον ξεχασμένο, την πόρνη, τον μοιχό, τον εγκληματία, τον ληστή, τον ατίθασο, τον τσαλακωμένο, τον ασυμβίβαστο. Αλλά δεν αρκεί. Η Εκκλησία ίσως περισσότερο από ποτέ είναι ανάγκη να ανοιχτεί σ’ εκείνους που εξοικειώθηκαν με τα θεία και παρεξήγησαν το Θεό. «Ανάγκη για επανακατήχηση» όπως προ ημερών μου τόνισε εμφαντικά σχετικά με τη σημερινή βιβλιοπαρουσίαση ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ.κ. Άνθιμος. Εν τέλει όπως αναφέρεται σε ένα κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016: «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καλεῖται νά ἐπαναδιατυπώσῃ καί φανερώσῃ τήν προφητικήν μαρτυρίαν της εἰς τόν κόσμον, στηριζομένη εἰς τήν ἐμπειρίαν τῆς πίστεως».

Όμως η Εκκλησία στο πάθος της αγωνίας της, διαπράττει μία ακόμη αστοχία. Η Ορθοδοξία πολλές φορές μένει στάσιμη, δείχνοντας να είναι «μαλωμένη με την αλλαγή και την κίνηση» όπως γράφει ο καθηγητής στο βιβλίο του. Οφείλει να συναντά τον κάθε άνθρωπο, τον κάθε ξένο. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος «αν δεν συνδιαλεγόταν με όσους βρίσκονται πέρα από το χώρο της, όχι μόνο θα αποτύχαινε στην εκπλήρωση της αποστολής της, αλλά από ‘’καθολική’’ και από εκκλησία ‘’διαμέσου της Οικουμένης’’, όπως είναι, θα μετατρεπόταν σε εσωστρεφή ομάδα, σε ‘’γκέτο’’ στο περιθώριο της ιστορίας».

Χρυσόστομος Σταμούλης. Διαπιστώνεις τις δύο φύσεις του όταν διαβάσεις τα θεολογικά του γράμματα και χορέψεις στους ποιητικούς στίχους της νοσταλγικής μουσικής του. «Βάλε φωτιά στα βράδια βάλε φωτιά. Αρώματα τ’ Αυγούστου κι άγια φιλιά» όπως θα μας τραγουδήσει μαζί με τη Μελίνα Κανά στο υπέροχο τραγούδι του «Αγάπη σ’ αγαπάω». Άνθρωπος με θεολογική καρδιά και μουσική ψυχή. Πιστεύω πως το τραγούδι του Χρήστου Θηβαίου «Περικοπές ενός απόκρυφου ευαγγελίου» περιγράφει αινιγματικά το πρόσωπο του Χρυσόστομου Σταμούλη: «Τίποτα δε χτίζεται πάνω στην πέτρα. Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται. Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο. Σαν να ήταν η άμμος πέτρα».

Ευχαριστώ για την προσοχή σας. Καλή Ανάσταση!