Πρωτοπρεσβυτέρου Ηρακλή Φίλιου
Θεολόγου, Βαλκανιολόγου
Εφημερίου Διάβας Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων
Η αγία μας Εκκλησία στις 18 Ιανουαρίου τιμά τη μνήμη του Μ. Αθανασίου. Ο ίδιος έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο (325) στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η σπουδαιότητα της Α’ Οικουμενικής Συνόδου είναι τεράστια για τη ζωή της Εκκλησίας. Το έτος 2025, μάλιστα, συμπληρώθηκαν 1.700 έτη από τη σύγκλισή της. Τα μηνύματά της πολλά, έχοντας μάλιστα αντίκτυπο και στη σημερινή εποχή.
Ο Άρειος δίδασκε πως ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα και δεν έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα. Αυτό δεν δημιουργούσε απλά και μόνο προβλήματα, αλλά αποτελούσε πλήγμα στη δογματική αλήθεια της Εκκλησίας μας, δηλαδή στη ζωή των μελών της, στη βίωση των αληθειών του δόγματος ως εκκλησιαστική εμπειρία και γεγονός μέσα στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Κι αυτό διότι η εκκλησιαστική κοινότητα πρώτα βιώνει εμπειρικά το γεγονός της αποκάλυψης του Θεού και στη συνέχεια το αποτυπώνει στη θεολογία της [1].
Ο Άρειος στην ανάπτυξη της θεολογικής του σκέψης εξώθησε τη φιλοσοφία [2] στα άκρα, επηρεασμένος από την αριστοτελική θεώρηση περί κατηγοριών. Επειδή, ακριβώς, προερχόταν από τη σχολή της Αντιόχειας, στην οποία γινόταν ευρεία χρήση της διαλεκτικής του Αριστοτέλη, σύμφωνα με την αριστοτελική θεώρηση περί κατηγοριών ταύτιζε το ‘’ἀγέννητον’’ με το ‘’ἀγένητον’’ και το ‘’γεννητόν’’ με το ‘’γενητόν’’ [3]. Με απλά λόγια ταύτιζε το ‘’γεννᾶσθαι’’ με το ‘’γίγνεσθαι’’. Επομένως, αφού, με βάση το αριστοτελικό σχήμα, ο Υιός γεννάται, άρα και γίνεται, δηλαδή είναι κτίσμα και όχι Θεός. Εξώθησε, λοιπόν, στα άκρα το αριστοτελικό σχήμα, και προσέγγισε το μυστήριο του Θεού αμιγώς φιλοσοφικά. Κι επειδή θεώρησε τον Υιό και Λόγο του Θεού ως ‘’τέλειο κτίσμα του Θεού’’ [4], που δεν είχε τη θεότητα, γι’ αυτό και υπήρξε αιρετικός. Βέβαια, οι θέσεις του περί του Υιού είχαν αρνητικές συνέπειες και στη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος [5].
Ο Μ. Αθανάσιος έδωσε μεγάλο αγώνα στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο κατά του Αρείου και των θέσεων του. Κινούμενος πάνω στη διάκριση μεταξύ φύσεως και βουλήσεως σημείωνε πως ο Θεός δεν είναι Πατήρ του Υιού του κατά βούληση αλλά κατά φύση. Αυτό σημαίνει πως ο Υιός αποτελεί ‘’ἴδιον.. τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός γέννημα’’ [6]. Επομένως, η σχέση Πατρός και Υιού δεν εδράζεται στην οποιαδήποτε βούληση έχει ο Πατήρ προς τον Υιό, αλλά αφορά την ίδια την ουσία, η οποία είναι κοινή και στον Πατέρα και στον Υιό και φυσικά και στο Άγιο Πνεύμα. Καινοτομία δε για την Σύνοδο υπήρξε το γεγονός πως αν και ο όρος ‘’ομοούσιος’’ που υιοθέτησε ο Μ. Αθανάσιος είχε καταβολές νεοπλατωνικές [7] και αντιμετωπίστηκε με κάποιες επιφυλάξεις από τους Πατέρες [8], εντούτοις ο αντιοχειανός αυτός όρος ερμηνεύτηκε και νοηματοδοτήθηκε και με το χριστολογικό περιεχόμενο της θεολογικής παράδοσης της Αλεξάνδρειας [9].
Στο σημείο αυτό προκύπτει ένα θέμα, εξαιτίας της δυσκολίας υιοθέτησης του όρου ‘’ομοούσιος’’ στη διατύπωση του δόγματος περί της σχέσεως μεταξύ Πατρός και Υιού. Σημασία έχουν οι λέξεις ή τα νοήματα των λέξεων; Ο Μ. Αθανάσιος θα πει πως με τον όρο ‘’ομοούσιος’’ εκφράστηκε η διάνοια των γραφών, την οποία κατανοούν εκείνοι οι οποίοι έχουν ‘’εἰς εὐσέβειαν τήν ἀκοήν ὁλόκληρον’’ [10]. Εξάλλου, η αλήθεια δεν βρίσκεται στις λέξεις αλλά στα πράγματα [11]. Όπως σημειώνει, σχετικά, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας για τα χαρακτηριστικά της Α’ Οικουμενικής Συνόδου: ‘’Κατοχύρωσε επίσης συνοδικά και στο πλαίσιο της αυθεντίας της, ότι οι όροι δεν έχουν απόλυτο κύρος ως απλές λέξεις, αλλά πρωτεύει η αλήθεια την οποία εκφράζουν, και το περιεχόμενο της πίστης το οποίο διατυπώνουν, και το οποίο πρέπει να συμφωνεί προς την παράδοση και να επιβεβαιώνει τη σωτηριολογική του συνέπεια’’ [12].
Ο λόγος όμως σύγκλησης της Α’ Οικουμενικής Συνόδου δεν ήταν μόνο η καταπολέμηση των αιρετικών δοξασιών του Αρείου από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Σχετικά με τη σύγκλισή της υφίσταται η αρχή της θεολογικής ανάγκης. Γι’ αυτό και ο Μ. Αθανάσιος στο Περί Συνόδων έργο του σημειώνει: ‘’ἡ μέν γάρ ἐν Νικαίᾳ σύνοδος οὐχ ἁπλῶς γέγονεν, ἀλλ’ εἶχε την χρείαν κατεπείγουσαν καί τήν αἰτίαν εὔλογον’’ [13]. Ήταν, δηλαδή αναγκαία να συνέλθει κι αυτό έπρεπε να γίνει πολύ σύντομα. Ο δεύτερος λόγος σύγκλισης της ήταν ο το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα, διότι οι Εκκλησίες δεν εόρταζαν την ίδια ημερομηνία το Πάσχα [14].
Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος δεν πρέπει επουδενί να αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα, δηλαδή ως ένα λαμπρό κατόρθωμα των Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, το οποίο πρέπει να παραμείνει άθικτο σε μία εξιδανικευμένη εποχή ως μουσειακό έκθεμα, προϊόν μιας λατρείας του ιστορικού παρελθόντος χρόνου, αλλά με τρόπο δυναμικό να καταφάσκει στην εποχή μας, στην κάθε εποχή, κατά τις οποίες αντιμετωπίζονται νέες προκλήσεις και προκύπτουν νέες ανάγκες. Ανάγκες οι οποίες αφορούν είτε το πρόσωπο του Υιού του Θεού, είτε το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα. Όλα αυτά να βρίσκονται σε μία αέναη κίνηση, κατά την οποία το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων μόνο ζωή μπορεί να δώσει στην κοινωνία, στον άνθρωπο. Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, μετά την Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων (49), διατράνωσε με σαφήνεια μέσα από την άσκηση της συνοδικής αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας την δημοκρατική έκφραση του σώματος της. Μιας Εκκλησίας που συνέρχεται ἐν Συνόδῳ ώστε να αποφανθεί περί καίριων ζητημάτων. Είναι γνωστό, εξάλλου, πως ο συνοδικός θεσμός αποτελεί για την ορθόδοξη θεολογία τον κορμό της διοίκησης και της κανονικής δομής της Εκκλησίας [15].
Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, καταφέρνοντας να αποτυπώσει τη δογματική της αλήθεια περί του προσώπου του Υιού του Θεού, στην ουσία κατάφερε να διασώσει την αλήθεια της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Επιπροσθέτως, διατράνωσε τον δημοκρατικό τρόπο έκφρασης της απέναντι στις αναδυόμενες χριστολογικές προκλήσεις και ποιμαντικά ζητήματα της εποχής της, κάτι που εξακολουθεί και σήμερα να πράττει με την ίδια συνέπεια. Αξίζει, όμως να τολμήσει στη σύγχρονη εποχή, χωρίς να δαιμονοποιεί μέσα και σκοπούς. Να τολμήσει, όπως τόλμησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και αντιμετώπισαν το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα με παρρησία. Προς αυτή την κατεύθυνση ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος έχει εργαστεί και εργάζεται αόκνως και με αίσθηση της ιερής αποστολής που πηγάζει εδώ και αιώνες από το φως του Φαναρίου. Εξ ου και οι συναντήσεις και συζητήσεις με τους αδελφούς μας Ρωμαιοκαθολικούς για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα. Εν τέλει, γιατί να μην μπορούμε να εορτάσουμε από κοινού το γεγονός της νίκης του αναστάντος Χριστού επί του θανάτου και της αιώνιας ζωής στη Βασιλεία Του;
Υποσημειώσεις:
[1] Σταύρου Γιαγκάζογλου, Μαθήματα Δογματικής Θεολογίας, Ερμηνευτικά σχόλια στο Σύμβολο της Πίστεως, Εκδόσεις Δομός, Αθήνα 2021, σσ. 21-25: ‘’… τα δόγματα δεν είναι στεγνές γλωσσικές εκφράσεις. Αποτελούν την αποτύπωση της θεολογίας της Εκκλησίας, η οποία θεολογία πρωτίστως βιώνεται ως χαρισματική εμπειρία και έπειτα γίνεται γλώσσα, ορολογία και έννοιες με σημασιολογικό περιεχόμενο. Πρώτα το σώμα της Εκκλησίας βιώνει την αποκάλυψη του Θεού και έπειτα σαρκώνει αυτή την εμπειρία με τη βοήθεια της γλώσσας. Η Εκκλησία πρώτα ζει και στη συνέχεια καταγράφει. Τα δόγματα, επομένως, είναι απόρροια της εμπειρικής θεολογίας και βιώνονται κατ’ εξοχήν στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας’’.
[2] Ο τρόπος των Πατέρων της Εκκλησίας είναι αλιευτικός και όχι αμιγώς φιλοσοφικός. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, PG 35, 1164. Πρβλ. Μ. Βασιλείου, PG 31.
[3] Βλ. ενδεικτικά, Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, Οὐσία καί ἐνέργειαι τοῦ Θεού κατά τόν Μ. Βασίλειον, Η υπερβατικότητα της θείας ουσίας, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 30 – 31. Πρβλ. Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Ερμηνεία των Δογματικών και Συμβολικών Κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας τ. Α’, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 85.
[4] Αρείου, Ἐπιστολήν πρός Αλέξανδρον. Επιφανίου, Κατά Αιρέσεων, 69, 7.
[5] Βλ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, Η Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Νίκαια της Βιθυνίας – 325 μ.Χ.. Ιστορικοδογματική προσέγγιση, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2024, σ. 41.
[6] Μ. Αθανασίου, PG 26, 452A – 460B.
[7] Πλωτίνου, Ενν. 4.7.10, Ενν. 4.4.28.
[8] Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Ερμηνεία των Δογματικών και Συμβολικών Κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας τ. Α’, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 45.
[9] Ό.π. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, σ. 74.
[10] Μ. Αθανασίου, Περί τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, 21, 1-3.
[11] Γρηγορίου Παλαμά, Τῷ πάντα καλῷ καγαθῷ καὶ σοφῷ νομοφύλακι Συμεών, Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα, τόμος Β΄, επιμέλεια-εισαγωγή Παναγιώτης Χρήστου, κείμενο Νίκος Ματσούκας, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 395-396. Πρβλ. Γρηγορίου Θεολόγου, PG 36, 345C.
[12] Ό.π. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, σ. 128.
[13] Μ. Αθανασίου PG 26, 688B.
[14] Ό.π. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, σ. 120-125.
[15] Ιωάννου Ζηζιούλα, Μητροπολίτου Περγάμου, Ο Συνοδικός θεσμός, Ιστορικά, Εκκλησιολογικά και Κανονικά προβλήματα, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τόμ. 80, τεύχος 2, σελ. 5-41, Αθήνα 2010.
