Κώστας Πατέρας: Η αλάνα που έγινε πλατεία

Δρ. Κώστας Πατέρας, D. Ed., M. Ed., Ph.D.

 

Προ ολίγων ημερών έγιναν τα εγκαίνια μιας νέας πλατείας στο Βόρειο-Ανατολικό τεταρτημόριο της πόλης των Τρικάλων, όπου παρέστησαν όλες οι Αρχές και πάρα πολλοί δημότες και κάτοικοι της περιοχής.

Είχα την τύχη να παρευρεθώ και εγώ και να αναπλάσω στην μνήμη μου παραστάσεις που έζησα προσωπικά σ’ αυτόν τον χώρο από μικρό παιδί του Δημοτικού Σχολείου, του εξατάξιου Γυμνασίου από την φοιτητική μου ζωή, από τον διορισμό μου ως καθηγητή στο Γυμνάσιο Θηλέων και μέχρι την απόφασή μου να δημιουργήσω δική μου οικογένεια και να φύγω οριστικά από την περιοχή αυτή. Ψυχικά, όμως, δεν έφυγα ποτέ.

Η συναισθηματική φόρτισή ήταν τόσο μεγάλη που η λογική είχε σταματήσει. Σε κάποια στιγμή, όμως, κάτω από τις ομιλίες, τα τραγούδια και τις φωνές των εκατοντάδων μικρών παιδιών, πήρα την απόφαση να γράψω για τον χώρο αυτό στον οποίο έζησα από το 1953 μέχρι το 1977 και που ακόμα τον επισκέπτομαι δύο και τρείς φορές την εβδομάδα, για να αντικρύσω το βουβό και θλιμμένο πέτρινο σπίτι μου, που ακόμα είναι ζωντανό και γεμάτο με ευχάριστες και δυσάρεστες ιστορίες, ανθρώπινες και οικογενειακές.

Το 1953, οι γονείς μου Πατέρας Ιωάννης, Δάσκαλος και η μητέρα μου Σοφία έχτισαν ένα πέτρινο σπίτι και εκεί εγκαταστάθηκαν με τα τέσσερα παιδιά, τον Κων/νο, τον Κίμωνα, τον Μιχάλη και τον Βασίλη.

Η χαρά όλων μας ήταν απερίγραπτη, που αποκτήσαμε ένα ιδιόκτητο σπίτι, που δεν είχε βέβαια τίποτε από αυτά, που έχουν τα σύγχρονα σπίτια.

Την περιοχή, που ήταν ανάμεσα στον Συνοικισμό και την Μπάρα, την λέγανε «Αραπάτικα» και εκεί ήταν τα τελευταία σπίτια της πόλης των Τρικάλων.

Δεν υπήρχε άσφαλτος, ούτε ύδρευση, ούτε τηλέφωνο και ο μοναδικός δρόμος, που ονομάσθηκε «Θεοδοσοπούλου» ήταν γεμάτος με λάσπες και νερά τον χειμώνα και πολύ σκόνη τους καλοκαιρινούς μήνες.

Οι κάτοικοι προέρχονταν από τα χωριά του Νομού Τρικάλων και από περιοχές του Νομού Καρδίτσας, που συνόρευαν με τον Νομό Τρικάλων.

Πέντε οικογένειες ήταν εκπαιδευτικών, τρεις ήταν αστυνομικών, δύο δημοσίων υπαλλήλων και οι υπόλοιπες ήταν οικογένειες ανθρώπων με μικρές επιχειρήσεις και με εργαζόμενους στις τότε μεγάλες επιχειρήσεις της πόλης.

Τα παιδιά της περιοχής, αγόρια και κορίτσια πήγαιναν στο 3ο Δημοτικό Σχολειο και μετά τα μεν κορίτσια φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Θηλέων τα δε αγόρια στο 1ο και στο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων.

Το κοινωνικό, όμως κλίμα και οι δεσμοί των ανθρώπων της περιοχής ήταν γεμάτοι με αγάπη, με κατανόηση και με αλληλεγγύη. Οι αυλές των σπιτιών γέμιζαν κάθε βράδυ από συγκεντρώσεις των γονέων, ενώ η μεγάλη αλάνα έδενε ψυχικά και πνευματικά τα παιδιά της προεφηβικής και της εφηβικής ηλικίας.

Οι αυλές των σπιτιών ήταν χωριστές αλλά οι καρδιές των κατοίκων ήταν ενωμένες σαν μία γροθιά, ενώ σήμερα ενώθηκαν οι στέγες των σπιτιών (των πολυκατοικιών) αλλά δεν έχουν καμία επαφή οι ψυχές των ανθρώπων.

Στις αρχές του 1950, που ήρθαν οι νέοι κάτοικοι, μπροστά από τα σπίτια, ανατολικά και νότια της σημερινής πλατείας, υπήρχαν χωράφια, που τα έσπερναν σιτάρι, όπου κατά τον χειμώνα έρχονταν ακόμα και άγρια χηνάρια. Υπήρχαν ιδιοκτησίες και υπήρχε και ένας χώρος όπου κάθε Δευτέρα γίνονταν το «Ζωοπάζαρο», ήταν δηλ. η ζωαγορά του Νομού.

Στον χώρο της σημερινής πλατείας και βόρεια, όπου υπάρχει το Δημοτικό ΚΑΠΗ και το Πάρκιγκ αυτοκινήτων, στάθμευαν τα κάρα των αγροτών, από τα γύρω χωριά.

Κάθε Δευτέρα, ο χώρος, που σήμερα είναι ανάμεσα στην Θεοδοσοπούλου και την Περσεφόνης γέμιζε από πωλητές και αγοραστές κάθε είδους ζώων και το παζάρι άρχιζε από το ξημέρωμα μέχρι τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες, οπότε κάρα, αγρότες, κτηνοτρόφοι, έμποροι και πολίτες εξαφανίζονταν, ως δια μαγείας.

Ο μεγάλος χώρος της τότε ζωαγοράς, που αργότερα πήγε απέναντι από τα Κουτσομήλια, τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας χρησιμοποιούνταν ως αλάνα και κυρίως ως ποδοσφαιρικό γήπεδο. Εκεί έπαιζαν οι έφηβοι από τον Συνοικισμό, τα Αραπάτικα και την Μπάρα, καθώς και από την περιοχή του Αγίου Αθανασίου και οι μικροί σε ηλικία ήταν χειροκροτητές και θαυμαστές των παικτών, ενώ οι μεγάλοι ήταν τα είδωλά τους.

Αυτός ο χώρος δεν είχε τίποτε από τα σημερινά γήπεδα δεδομένου ότι οι κοπριές των ζώων ήταν σταθερές και η δυσοσμία κάλυπτε ακόμα και τα λεγόμενα «τσιμέντα», που ήταν δύο μεγάλα υπόστεγα.

Η άλλη η αλάνα, που ταυτίζεται, εν μέρει με την σημερινή πλατεία ήταν πιο καθαρή και προσιτή, για τα νεότερα αγόρια και κορίτσια της περιοχής.

Πάντως σ’ αυτές τις αλάνες έχτιζαν τα παιδιά και οι έφηβοι τις ανησυχίες τους και τα όνειρά τους, τον ανθρώπινο χαρακτήρα τους και την αγάπη για τον συνάνθρωπο, τον φίλο και τον γείτονα.

Πάντοτε βέβαια μ’ όσα διδάσκονταν από τους γονείς, τους διδασκάλους και τους ιερείς της ενορίας.

Εκκλησιαστικά η περιοχή αυτή ανήκε στην ενορία της Αγίας Επίσκεψης, που είχε δύο πεφωτισμένους ιερείς τον αείμνηστο Κων/νο Βενδίστα και τον αείμνηστο Δημήτριο Καλαντζή, που ήταν και κάτοικος της περιοχής.

Σημειωτέον ότι η Εκκλησία της Αγίας Επίσκεψης ήταν και Μητροπολιτικός Ναός, γιατί ο Άγιος Νικόλαος, που ήταν ο πραγματικός Μητροπολιτικός Ναός είχε βομβαρδιστεί και είχε καταστραφεί από τους Γερμανικούς βομβαρδισμούς.

Ολόκληρη η περιοχή της ζωαγοράς, των τσιμέντων και της σημερινής Δημοτικής έκτασης πρέπει να ήταν περίπου 25-30 στρέμματα, ενώ στο κέντρο υπήρχε μια μεγάλη «χαβούζα» με νερό και καλάμια, που ποτέ δεν την είχαμε πλησιάσει από φόβο για ατύχημα.

Την δεκαετία του 1950 στην περιοχή έμεναν σε μονοκατοικίες παλαιές και νέες οι οικογένειες: Μπουρνάζου, Λουρίδα, Λόντου, Γιαλίτση, Γουλιώτη, Μπουφίδη, Πατέρα, Σαλτογιάννη, Μπαλαμώτη, Μασούρα, Ρέντα, Καπερώνη, Παπαγιάννη, Λαγού, Μπουζούρα, Μπουρλή, Μητσιάδη, Κόγια, Θεμελή και Χριστοφόρου.

Απ’ αυτές της οικογένειες οι πέντε ήταν Δάσκαλοι οι Μπουζούρας Χαρίλαος, Πατέρας Ιωάννης, Μπουρλής Κων/νος, Μπουζούρα Αγγελική και Μπουζούρας Αντώνιος. Τρεις ήταν αστυνομικοί οι: Καπερώνης Βασίλειος, Καπερώνης Γεώργιος και ο Μασούρας Παναγιώτης.

Η οικογένεια Μητσιάδη είχε το Κεραμαριό, τον φούρνο τον είχαν οι Αθανάσιος και Δήμητρα Μητσιάδη και όλοι οι άλλοι ήταν τεχνίτες και εργάτες.

Οι δρόμοι και η ρυμοτομία έγινε τις υπόλοιπες δεκαετίες και κυρίως η ύδρευση και το τηλέφωνο.

Στην ίδια δεκαετία του 1950 ήρθε και λειτούργησε το ιδιωτικό Γυμνάσιο της Σοφίας Τασούλη, που αργότερα λειτούργησε στην περιοχή κάτω από την Αγία Μαρίνα.

Εκείνο, που έδωσε μεγάλη ζωή στην περιοχή ήταν η δημιουργία των γραφείων της ΔΕΗ, που λειτούργησε στον ιδιωτικό χώρο της οικογενείας Θεοδοσοπούλου. Γι’ αυτό την πλατεία, ανεπίσημα την έλεγαν και πλατεία της ΔΕΗ.

Τα παλαιά σπίτια, που ήταν νότια της σημερινής πλατείας, έγιναν πολυόροφες πολυκατοικίες και άλλαξαν τελείως την φυσιογνωμία του τοπίου. Μόνο στο ανατολικό μέρος υπάρχουν ακόμα τρεις τέσσερες παλαιές πέτρινες κατοικίες, οι οποίες, όπως φαίνεται, σύντομα κι αυτές θα γίνουν παρελθόν.

Στις δεκαετίες που πέρασαν η πόλη των Τρικάλων άνοιξε, άπλωσε και έφτασε μέχρι την «παλκούρα» και τα σπίτια στα «Αραπάτικα» ήρθαν πιο κοντά στα κέντρο της πόλης.

Όνειρο όλων των παλαιών και των νέων κατοίκων της περιοχής ήταν ο μικρός χώρος, που απέμεινε στο Δήμο Τρικκαίων, μεταξύ Κολοκοτρώνη, Φιλελλήνων, Σαρανταπόρου και Θεοδοσοπούλου να γίνει πλατεία, για να πάρει άλλη μορφή και ανθρώπινη αξία ο τόπος.

Το 2010, που έγιναν Δημοτικές Εκλογές, εκλέχθηκα και εγώ Σύμβουλος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και θέλησα να κάνω ένα όνειρό μου πραγματικότητα.

Το 2011 με αίτησή μου, προς  την τότε Δημοτική Aρχή, παρακάλεσα και ζήτησα ο χώρος της σημερινής πλατείας να μπει στο πρόγραμμα των τεχνικών έργων του Δήμου.

Πράγματι ο Δήμαρχος, Χρήστος Λάπας, έκανε δεκτό το αίτημα και ξεκίνησε η διαδικασία μιας μελέτης την οποία ολοκλήρωσε η τεχνική υπηρεσία του Δήμου και κυρίως ο αείμνηστος Γεώργιος Γιαννούσης. Η αξία του έργου ήταν 600.000 ευρώ.

Δεν υπήρχαν χρήματα για την υλοποίηση του έργου και το ενέταξε η Δημοτική Αρχή στο Πράσινο Ταμείο, ελπίζοντας, πως κάτι μπορεί να γίνει, δεδομένου ότι τότε ο Δήμος Τρικκαίων είχε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και δεν διέθετε οικονομικά τέτοιου μεγέθους.

Το 2014 ο νέος Δήμαρχος, Δημήτριος Παπαστεργίου, υποσχέθηκε την υλοποίηση του έργου και παρά την σύνταξη και νέας μελέτης δεν εξοικονομήθηκε το ανάλογο ποσό. Ήθελε μάλιστα να εξαγοράσει και την μικρή ιδιοκτησία που είναι προς Δυσμάς της Πλατείας αλλά και αυτή η απόπειρα απέτυχε.

Ως μάννα εξ ουρανού έπεσε η πρόταση των Αδελφών Σαράντη, Δημήτρη και Μιχάλη, να διαθέσουν χρήματα για τα 40 χρόνια της γαλακτοβιομηχανίας ΤΥΡΑΣ, για κάποιο έργο του Δήμου.

Έτσι προτάθηκε από την σημερινή Δημοτική Αρχή η δημιουργία της νέας πλατείας, που κόστισε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και η οποία πλατεία πήρε το όνομα πλατεία «Στεργίου και Ζωής Σαράντη», που ήταν οι γονείς των δωρητών.

Η παρουσία της Εκκλησίας, των Αρχών και του Λαού, στα εγκαίνια, ήταν πρωτοφανής και η πλατεία, που μέχρι πρότινος ονομάζετο ανεπισήμως «πλατεία της ΔΕΗ», πήρε το πραγματικό όνομα και είναι όντως ένα κόσμημα της περιοχής και ένας αστικός πνεύμονας, που θα ξεκουράσει μικρούς και μεγάλους δεδομένου ότι πέραν τις αρτίας κατασκευής και της αρίστης λειτουργίας είναι και ένα έργο αισθητικού κάλλους.

 

Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη.

Το όραμα δεκαετιών υλοποιήθηκε και η περιοχή αναβαθμίστηκε, δίνοντας μεγάλη πνοή στους περιοίκους και τους επισκέπτες.

Οι δημότες, που διαμένουν στην περιοχή και εκείνοι που μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν στην αλάνα, που έγινε πλατεία, εκφράζουν τις εγκάρδιες ευχαριστίες προς τους δωρητές της οικογένειας Σαράντη, προς τον Δήμαρχο και τους Δημοτικούς Συμβούλους, προς τους υπαλλήλους των τεχνικών υπηρεσιών και προς όσους, με την προσωπική τους εργασία, συνέβαλαν στο να πραγματοποιηθεί το έργο αυτό.

Μία μόνο παράκληση πρέπει να γίνει προς την Δημοτική Αρχή, προς την Αστυνομία και προς τους πολίτες: να προστατεύσουν τον πανέμορφο αυτό χώρο, ώστε να μην περάσει στα χέρια ατόμων με αποκλίνουσα συμπεριφορά ή με βανδαλιστικές τάσεις.

Αυτή είναι η Αλάνα που έγινε Πλατεία και απέδειξε στην πράξη αυτό που υποστήριζε ο μεγάλος φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος (544-484π.Χ.) με το «τα πάντα ρει και ουδέν μένει» δηλ. τίποτε δεν παραμένει στατικό όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και μεταβολή.