Ηρακλής Φίλιος. Η τέχνη της βυζαντινής μουσικής: ευκαιρία προς δόξαν θεού η εαυτού;

106750

Κάθε τι που σχετίζεται με την ομορφιά της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολής, δεν θα μπορούσε να μην είναι τμήμα τέχνης. Μιας τέχνης που έχει τα δικά της χαρίσματα, τα δικά της πινέλα, τις δικές της πένες, τα δικά της χρώματα, τις δικές της νότες.

Κι όταν η τέχνη αυτή, έχει να κάνει με τον πλούτο της υμνωδίας προς τον Τριαδικό Θεό, τότε γίνεται πιο μυσταγωγική, φυλάσσοντας καλά το χάρισμα της. Να είναι μυστική και συνάμα να φανερώνεται μυσταγωγικά με τρόπο φανερό, αληθινό, κρυστάλλινο, προσωπικό. Ο όρος «τέχνη» δεν είναι ξένος προς την ιδιαίτερη προσωπικότητα της θεολογίας του ορθόδοξου ανθρωπισμού.

Πρώτος ο Τριαδικός Θεός είναι «αριστοτέχνης» για τον Κύριλλο Αλεξανδρέα και «καλλιτέχνης» για τον Γρηγόριο Θεολόγο. Όροι δηλωτικοί της δημιουργικής θείας ενέργειας προς την κτίση. Και κάτι παραπάνω. Διατυπωμένοι από τους άνωθεν Πατέρες, στην γλωσσολογική τους τελειότητα (-άριστος-, -κάλλος-).

Για τη σπουδαιότητας της βυζαντινής αυτής τέχνης, ο παν/κός καθηγητής και Μουσικολόγος Γ. Στάθης αναφέρει πως «η υμνογραφία, ντυμένη πάντοτε με τον τίμιο χιτώνα της Ελληνικής, πάλι, Ψαλτικής, είναι ο παλμός της καρδιάς της Εκκλησίας, κυριολεκτικά η ανάσα της θείας λατρείας».Η μουσική έχει πολλά είδη, διαφορετικά ακούσματα, που δημιουργούν άλλοτε χαρούμενα και άλλοτε λυπητερά συναισθήματα. Υπάρχει όμως «ανώτερη» μουσική; Ο όσιος Πορφύριος μας μιλάει γι’ αυτό, λέγοντας: «Είναι καλό ν’ ακούς μουσική. Ανώτερη απ’ όλες είναι η βυζαντινή μουσική, γιατί δεν ταράσσει την ψυχή, αλλά την ενώνει με τον Θεό και την αναπαύει τελείως. Αν όμως το θέλεις πολύ, μπορείς ν’ ακούς κοσμική μουσική, αλλά εγώ λέω, είναι προτιμότερο ν’ ακούς μουσική, που δεν έχει λόγια».
Η βυζαντινή μουσική ασκεί γοητεία στις ψυχές και της γαληνεύει μέσα από την υψηλή της πνευματική αισθητική. Μοναδική, αληθινή, υψηλή, θεία, ανεπανάληπτη, ασύγκριτη. Η τέχνη αυτή συνδέεται άρρηκτα με τη φιλοσοφία, την αναζήτηση της σοφίας, του πνεύματος και της διαμόρφωσης του χαρακτήρα και δη της ψυχής. Άλλωστε ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει πως «η ψαλτική τέχνη πρέπει να βοηθά στο »φιλοσοφείν»». Σαν τέχνη, όπως και όλες οι τέχνες, δεν εμπεριέχει το στοιχείο του άκρατου, του μη οριοθετημένου, του απροσδιόριστου, του άκαιρου και επιπόλαιου. Αντίθετα εκφράζεται μέσα από την ιερά παράδοση της εκκλησίας όλων των αιώνων, με τρόπο, ρυθμό, έκφραση και διακατέχεται από το δικό της ήθος. Ήθος που ενσωματωμένο στους λόγους των Πατέρων, διδάσκει, παιδαγωγεί, μεταμορφώνει και ολοκληρώνει. Με σεβασμό, με αγάπη, με πίστη και με πνεύμα μεταλαμπάδευσης.

Εκείνο που αποτελεί πληγή για το σώμα της τέχνης αυτής, είναι το σφάλμα του αυτοπεριορισμού το οποίο συγκεντρώνει όλη την προσπάθεια για έκφραση στον εαυτό μου, ξεκινώντας παράλληλα από τον εαυτό μου. Η σύγχρονη ιεροψαλτική πραγματικότητα είναι σκληρή. Η μονωδία είναι το συστατικό στοιχείο, χωρίς την οποία δεν ευσταθεί το αναλόγιο. Η χορωδιακή συγκρότηση του αναλογίου και η σύνολη έκφραση της τέχνης της βυζαντινής μουσικής από μικρά παιδιά, νέους, νέες, ψάλτες άνδρες και γυναίκες είναι μειωμένη αισθητά έως μηδαμινή. Και απόρροια αυτής της πάγιας τακτικής, είναι να μην έχουν νέοι άνθρωποι τη δυνατότητα να μάθουν τυπικό και να μάθουν να ψάλλουν.

Συνήθως οι πρωτοψάλτες αντιμετωπίζουν καχύποπτα την εμφάνιση ενός νέου μέλους στο αναλόγιο της ενορίας (κάτι ανάλογο συμβαίνει και με ένα μεγάλο μέρος του κλήρου που καχύποπτα –όχι όμως φαινομενικά-, σκανδαλωδώς καχύποπτα πολλές φορές, αντιμετωπίζουν την είσοδο ενός νέου κληρικού, αφού τρομάζουν ακόμη και στην ιδέα μήπως ο φέρελπις νέος τους «αντικαταστήσει» στην ενορία στη διοικητική θέση από την οποία διακονούν, αλλά δεν κατέχουν).

Ένα ακόμη τραύμα είναι το γεγονός ότι το αναλόγιο έχει καταστεί η σκηνή εμφάνισης διάσημων φωνών που πρέπει και οφείλουν για τους ίδιους, να «δώσουν ρέστα», να ξεσηκώσουν το κοινό και να περιμένουν στο τέλος της θεατρικής αυτής παράστασης τους να δεχτούν χειροκροτήματα και ευφημισμούς. Επιλέγουν δε κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, Ακολουθίας ή Μυστηρίου, να εκτελέσουν ολοένα και περισσότερο μαθήματα που είναι ικανά να αναγκάσουν την επέκταση της φωνής τους να φτάσει σε σημεία παραπάνω απ’ όσο έχουν την δυνατότητα να φτάσουν.

Ένα άλλο φαινόμενο που έχω την αίσθηση ότι επεκτείνεται, είναι εκείνο κατά το οποίο αρχίζει η «ολική έκλειψη» των ψαλτικών βιβλίων και των φωνών που κρατάνε ισοκράτημα. Έτσι τα αναλόγια κατάντησαν να κοσμούνται από πολιορκημένα όργανα – ισοκράτες (μία άλλη εκδοχή των transformers) και από tabletlectern. Ίσως το επόμενο βήμα να είναι η αντικατάσταση του ιεροψάλτη με τη διάσημη Pepper, το πρώτο ανθρωποειδές ρομπότ.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κοζάνης κ. Διονύσιος παρατηρούσε με σοφία: «Στην εκκλησιαστική σύναξη δεν ψάλλουμε για να νιώσουμε μέσα μας αυτό που λέγεται καλλιτεχνική συγκίνηση, αλλά για να ζήσουμε την ιερή κατάνυξη που γεννά στην ψυχή μας η αίσθηση από το ένα μέρος της παρουσίας του Θεού, κι από το άλλο της ανθρώπινης αθλιότητας μας».

ηρακλής φίλιος
([email protected])

.