Οι πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες περί μοιράσματος μέρος του υπερπλεονάσματος πεντακοσίων εκατομμυρίων ευρώ σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, πέραν της προφανούς πολιτικής στόχευσης για την αλλαγή της καταθλιπτικής πολιτικής ατζέντας, που έχει επιφέρει στη χώρα η κυβέρνηση της ΝΔ, λόγω των πολλαπλών σκανδάλων, η διατήρηση της ατελέσφορης και πελατειακής επιδοματικής πολιτικής, επανέφερε με δριμύτατο τρόπο την απουσία έστω και ως συζήτηση του αναγκαίου ολιστικού προγράμματος εξόδου της χώρας από την τροχιά παρακμής, που βαδίζει και την θέση των βάσεων για υγιή οικονομική ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη.
Κανένα σχέδιο αλλαγής του σημερινού αδιέξοδου, ληστρικού, παρασιτικού οικονομικού μοντέλου, που οδηγεί τη χώρα μαθηματικά σε νέα χρεωκοπία, μετά το τέλος των πόρων του ταμείου ανάκαμψης στα τέλη του 2026, που μέσω της αύξησης της κατανάλωσης, αύξησαν τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας τα τελευταία χρόνια και τη συσσώρευση μη παραγωγικού πλούτου σε μικρά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, σε συνδυασμό με το τέλος της ρυθμίσεως του δημοσίου χρέους το 2032, υφίσταται ακόμα και ως θεωρητική σκέψη στον δημόσιο πολιτικό διάλογο.
Είναι όμως βέβαιο ότι, αν χρησιμοποιούνταν τα κεφάλαια αυτά του ταμείου ανάκαμψης σε μία επικεντρωμένη χρηματοδότηση εκείνων των επενδύσεων, που θα υποστήριζαν μία βιώσιμη και ισορροπημένη ανάπτυξη για τα επόμενα χρόνια, όταν δεν θα υπήρχαν οι πόροι του ταμείου ανάκαμψης και δεν θα μπορούσαν εκ των πραγμάτων να επιτευχθούν τα θηριώδη και ματωμένα πρωτογενή πλεονάσματα, λόγω της απουσίας αυτών των πόρων, θα αποτελούσαν το πλαίσιο της αλλαγής αυτού του παρασιτικού οικονομικού ελληνικού μοντέλου και θα ετίθεντο οι βάσεις της ανταγωνιστικότητας στην ελληνική οικονομία.
Πλην όμως, η κυβέρνηση της ΝΔ λειτουργώντας με τον κλασικό πελατειακό τρόπο και με μέσο την διαφθορά, διοχέτευσε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων αυτών στην παρασιτική οικονομική ολιγαρχία, που συνεχώς αυξάνει προκλητικά τον πλούτο της, ενώ την ίδια στιγμή οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεγεθύνονται δραματικά. Οι πόροι του ταμείου ανάπτυξης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ποσοτική αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, πλην όμως τόσο αυτοί, όσο και οι άμεσες ξένες επενδύσεις κατευθύνθηκαν κυρίως στο real estate, στις αγορές τουριστικών επιχειρήσεων και στην αγορά κατοικιών, επαναλαμβάνοντας το παλιό και προβληματικό παραγωγικό υπόδειγμα, το οποίο απειλεί την Ελλάδα με νέα χρεοκοπία.
Ως προς το ζήτημα των εξαγωγών, που το κυβερνητικό αφήγημα προβάλει, ότι αυξήθηκαν εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια, αυτό αποτελεί τη μισή αλήθεια, αφού ναι μεν παρατηρείται ονομαστική αύξηση, αλλά συνολικά παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο εν σχέσει με το μέγεθος της οικονομίας. Την ίδια, δε, ώρα συνεχίζεται η αύξηση των εισαγωγών με συνέπεια να διευρύνεται το έλλειμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από 2,1% το 2019 σε 7,5% κατά ετήσιο μέσο όρο την περίοδο 2020-2025. Αυτό, συνδυαστικά με τη σταθερά μειούμενη χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, που είναι ο μικρότερος από όλες τις χώρες της Ε.Ε., αποτελούν έναν εκρηκτικό αρνητικό συνδυασμό. Και αυτό γιατί όσο μειώνεται η εθνική αποταμίευση, τόσο μεγαλώνει αντιστοίχως η στενότητα πόρων, που αναγκαστικά οδηγεί σε μεγαλύτερο δανεισμό από το ξένο κεφάλαιο. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αρνητική μόνο, λόγω της μεγαλύτερης εξάρτησης της χώρας από το ξένο δανειστικό κεφάλαιο, που καθορίζει εν πολλοίς και την πορεία της, αλλά και από το γεγονός ότι, όπως έδειξε η χρεοκοπία το 2010, μπορεί να πάψει ο ομαλός δανεισμός της, οπότε το φάσμα μίας νέας χρεοκοπίας να επανέλθει στο προσκήνιο.
Οι παραπάνω δυσοίωνες προβλέψεις αποτελούν σε γενικές γραμμές και διαπιστώσεις του ΙΟΒΕ, που στις εκθέσεις του αναφέρει, ότι συνολικά οι επενδύσεις μειώθηκαν και κυρίως ότι αυτό σχετίζεται με το γεγονός, ότι δεν υπάρχει επενδυτικό κύμα σε παραγωγικές επενδύσεις, αλλά κερδοσκοπικές επενδύσεις μικρής διάρκειας. Αντίθετα, οι επενδύσεις γίνονται σε κατασκευές και ακίνητα, ενώ ο στόχος της οικονομικής πολιτικής θα έπρεπε να είναι η αύξηση των επενδύσεων στην μεταποίηση και σε παραγωγικούς κλάδους, ώστε να αυξηθούν οι εξαγωγές των προϊόντων και να υπάρξουν παραγωγικές, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, που θα βοηθήσουν την χώρα να αντιμετωπίσει στο μέλλον τις σημερινές στρεβλώσεις.
Είναι προφανές, ότι η Ελλάδα χρειάζεται άμεσα ένα ολιστικό στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης με στόχο την ενίσχυση της ενδογενούς παραγωγής σε κρίσιμους τομείς, όπως είναι ο αγροδιατροφικός τομέας, οι ενεργειακές τεχνολογίες, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, η αμυντική βιομηχανία και η μετατροπή της σε ισχυρό πόλο διαμετακομιστικών εμπορεύσιμων υπηρεσιών.
Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια πολιτική αλλαγή και την εφαρμογή ενός ορθολογικού και παράλληλα ριζοσπαστικού πολιτικού προγράμματος αναγέννησης της χώρας, μέσα από ένα νέο προοδευτικό, δημοκρατικό και πατριωτικό πολιτικό κίνημα, που είναι άμεση ανάγκη να δημιουργηθεί στην χώρα.
