Γεωργία Γκοβίνα στον ‘Ελεύθερο Τύπο: “Τα παιδιά ζουν πλέον μέσα στην πληροφορία”

Στο χθεσινό φύλλο της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος», στη στήλη «Σε πρώτο Πρόσωπο» δημοσιεύτηκε άρθρο της Ψυχολόγου M.Sc. του Νοσοκομείου Τρικάλων, Γεωργίας Γκοβίνα, με τίτλο: «Παιδιά και οθόνες στον ψηφιακό κόσμο».

Η παρέμβαση εξετάζει τις επιπτώσεις της συνεχούς ψηφιακής έκθεσης των παιδιών στη συγκέντρωση, την κριτική σκέψη, την ταυτότητα και τη συναισθηματική τους ανάπτυξη, αναδεικνύοντας τον ρόλο του ψηφιακού εγγραμματισμού ως εργαλείου παιδείας και όχι απλής τεχνολογικής δεξιότητας.

Το άρθρο που συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο γύρω από ένα ιδιαίτερα επίκαιρο ζήτημα που αφορά τη σχέση των παιδιών με τον ψηφιακό κόσμο είναι το ακόλουθο:

«Τα παιδιά σήμερα δεν «χρησιμοποιούν» απλώς την πληροφορία, τη βιώνουν αδιάκοπα. Ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου εικόνες, ειδήσεις και αλγόριθμοι δεν διακόπτονται ποτέ, αλλά ρέουν συνεχώς, διαμορφώνοντας αντιλήψεις πριν ακόμη αυτές γίνουν συνειδητές σκέψεις. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η σύγκριση δεν είναι επιλογή· είναι σχεδόν αυτόματη διαδικασία.

Ο ψηφιακός εγγραμματισμός, υπό αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια «δεξιότητα χρήσης τεχνολογίας». Αποτελεί έναν κρίσιμο ψυχογνωστικό μηχανισμό άμυνας απέναντι σε ένα περιβάλλον που επηρεάζει τη συγκρότηση της ταυτότητας, την προσοχή και τη συναισθηματική ρύθμιση.

Η κλινική εμπειρία και η επαφή με τη σχολική πραγματικότητα δείχνουν μια σταθερή τάση: ολοένα και περισσότερα παιδιά εκφράζουν συναισθήματα ανεπάρκειας, συγκρίνοντας τον εαυτό τους με ψηφιακά κατασκευασμένες, εξιδανικευμένες εικόνες. Παράλληλα, η έκθεση σε πληροφορίες χωρίς αναπτυξιακά φίλτρα κατανόησης ενισχύει το άγχος και τη γνωστική σύγχυση.

Δεν πρόκειται απλώς για «υπερβολική χρήση οθονών». Πρόκειται για μετατόπιση του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η σκέψη: η συνεχής εναλλαγή ερεθισμάτων κατακερματίζει την προσοχή, ενώ η υπερπληθώρα πληροφορίας δυσκολεύει την εις βάθος επεξεργασία της. Στο επίπεδο της γνωστικής ψυχολογίας, αυτό συνδέεται με φαινόμενα γνωστικής υπερφόρτωσης, τα οποία περιορίζουν την κριτική κατανόηση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ικανότητα αξιολόγησης της πληροφορίας αποκτά κεντρικό ρόλο. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η πρόσβαση στη γνώση, αλλά η ικανότητα διάκρισης, φιλτραρίσματος και ερμηνείας της. Χωρίς αυτή τη δεξιότητα, η πληροφορία παύει να είναι εργαλείο και μετατρέπεται σε θόρυβο.

Η διαδικτυακή πραγματικότητα, παράλληλα, επανακαθορίζει την αυτοεικόνα. Τα παιδιά εκτίθενται σε συνεχείς, επιμελημένες αναπαραστάσεις ζωής, οι οποίες σπανίως αντανακλούν την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Η διάκριση μεταξύ πραγματικού και επινοημένου δεν είναι αυτονόητη, είναι μαθησιακή διαδικασία.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες τεχνολογίες, από τους αλγορίθμους έως τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, δεν είναι ουδέτερες. Συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του τι βλέπουμε, τι επιλέγουμε και τελικά πώς σκεφτόμαστε. Η χρήση τους στην εκπαίδευση μπορεί να είναι εξαιρετικά ωφέλιμη, μόνο όταν συνοδεύεται από συστηματική καλλιέργεια κριτικής επεξεργασίας και όχι απλής κατανάλωσης περιεχομένου.

Σε αυτό το τοπίο, ο ρόλος των ενηλίκων αλλάζει ριζικά. Δεν επαρκεί η επιτήρηση. Απαιτείται παρουσία, διάλογος και καθοδήγηση. Η οριοθέτηση του χρόνου οθόνης έχει αξία μόνο όταν εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανόησης της χρήσης της τεχνολογίας.

Εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία πραγματικών «διαλειμμάτων» από τον ψηφιακό συνεχή ρυθμό, όχι ως τιμωρία, αλλά ως αναγκαία συνθήκη για την αποκατάσταση της προσοχής, της σχέσης και της εμπειρίας.

Ο ψηφιακός εγγραμματισμός, τελικά, δεν είναι θέμα τεχνολογίας. Είναι θέμα σκέψης. Και κυρίως, είναι θέμα παιδείας.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά θα ενταχθούν στον ψηφιακό κόσμο, αυτό έχει ήδη συμβεί. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσουν να αναπτύξουν μέσα σε αυτόν έναν τρόπο σκέψης που να τους επιτρέπει να παραμείνουν συνδεδεμένα με τον εαυτό τους, την κρίση τους και την ανθρωπιά τους.»