Είμαστε για τα πανηγύρια

Κατά τις 8 αρχίζουν να κατεβαίνουν τα λεφούσια από τα γύρω χωριά, με αγροτικά και κούρσες για να πιάσουν το «καλό» τραπέζι. Τα ντυσίματα τυφλώνουν. Το αλκοόλ ρέει άφθονο και όλοι είναι ντέφι πολύ πριν ακουστεί η πρώτη νότα. Η χοληστερίνη ανεβαίνει μόνο που κοιτάς την γουρνοπούλα να τεμαχίζεται λυσσαλέα με τον μπαλτά. Το κρέας πωλείται με το κιλό, το Τζόνι με το μπουκάλι. Σε μια Ελλάδα που αλλάζει ταχύτατα, μερικά πράγματα παραμένουν πάντα ίδια  «Καλησπέρα… πέρα, πέρα». «Αγαπάμε Μεσσηνία…νία, νία». Δεν αντιλαλούνε τα βουνά, αλλά η μικροφωνική. Που είναι σεταρισμένη για νυχτερινό κέντρο στο 40ό χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού και τώρα προσπαθεί να ανταποκριθεί σε ανοιχτό οικόπεδο στο πουθενά και να ακουστεί όσο πιο μακριά γίνεται, ιδανικά στον δίπλα νομό· κάποτε οι Μεσσήνιοι πολεμούσαν με τους Λάκωνες για την ανεξαρτησία τους, σήμερα για την καλύτερη γουρνοπούλα. Η ένταση του ήχου και όχι η ποιότητά του είναι ένδειξη επιτυχίας στο πανηγύρι του χωριού. Και η επιτυχία του πανηγυριού είναι ένας τοπικός θρίαμβος. Φέτος, μετά από πολλά πανηγύρια ανά τα χρόνια και ισάριθμες άγρυπνες νύχτες, έμαθα ότι το δικό μας διοργανώνεται για την ενίσχυση του τοπικού Α.Ο. Της ποδοσφαιρικής μας ομάδας, δηλαδή, η οποία, κάνοντας μια πρόχειρη εκτίμηση στα έσοδα, αναρωτιέμαι γιατί παίζει ακόμη στην Α’ Μεσσηνίας και όχι στην Premier League και γιατί δεν έχει πάρει τον Μέσι. Κάποτε γινόταν ένα πανηγύρι το χρόνο, μετά πήγαμε στα τρία, φέτος ξεκινάμε νωρίς και του χρόνου, όπως λένε τα «πουλάκια» στο χωριό, θα νοικιάσουμε οικόπεδο 11 στρεμμάτων και θα γίνει «χαμός». Με τρομάζει λίγο αυτό. Πόσο πιο χαμός; Λίγες ημέρες πριν το πανηγύρι, αρχίζουν οι ετοιμασίες. Πρώτα, στήνεται στον χώρο μια ξύλινη εξέδρα με κάθετα δοκάρια: Περνώντας κάθε μέρα από ‘κει, περιμένω στα σοβαρά να δω να αιωρούνται οι κρεμασμένοι. Μετά στήνονται τα φώτα, γιρλάντες εκτυφλωτικού λευκού φωτός και μετά μπαίνουν χιλιάδες πλαστικά τραπεζοκάρεκλα, κυριολεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Στη μία άκρη οι ψησταριές και στην άλλη το «μπαρ», ένας πάγκος, δηλαδή, με μπόλικο χώρο από πίσω για τα ποτά. Η λέξη πανήγυρις προέρχεται από το παν (όλον) και το άγυρις (συγκέντρωση). Είναι, με λίγα λόγια, η συγκέντρωση όλου του λαού. Τα ελληνικά πανηγύρια αντλούν την καταγωγή τους από τις αρχαίες γιορτές, όπως τα Παναθήναια ή τα Ελευσίνια, που συνδύαζαν θρησκευτική λατρεία, εμπορικές δραστηριότητες και κοινωνική ψυχαγωγία. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, οι αρχαίες γιορτές μετατράπηκαν σε εορτασμούς αγίων. Και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έπαιξαν σπουδαίο ρόλο, ως η μοναδική ευκαιρία ελεύθερης συνάθροισης των Ελλήνων και ένας τρόπος διατήρησης των παραδόσεων και της μουσικής τους. Σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, διατηρούν αναλλοίωτα όλα αυτά τα στοιχεία. Το εισιτήριο για το πανηγύρι είναι 5 ευρώ τη μια χρονιά, 10 την άλλη, ανάλογα με κάτι εντελώς απροσδιόριστο. Ο χώρος είναι περιφραγμένος, γεγονός που βοηθάει στη συλλογή «εισόδου». Δίπλα στην είσοδο, διάφοροι πλανόδιοι μικροπωλητές πουλάνε ποπ κορν, λουκουμάδες, πλαστικά παιχνίδια, κοσμήματα και άλλα αντικείμενα και υπηρεσίες. Κάποιες φορές εμφανίζεται η αστυνομία, ελέγχει την άδεια κάποιου από αυτούς και αποχωρεί. Εξ όσων γνωρίζω, ποτέ κανείς δεν ευρέθη παρανομών. Αλίμονο. Είμαστε μια εκπληκτικά νόμιμη χώρα και τα πανηγύρια μας το αποδεικνύουν. Η διόλου σεμνή τελετή αρχίζει επισήμως στις 10. Ηδη από το μεσημέρι, όμως, το ντουμάνι από τα σουβλάκια και τα γρούνια (στη Μεσσηνία εκτός από χοιρινό τρώμε και φωνήεντα) έχει σκεπάσει το χωριό και όλοι έχουν δώσει τα ραντεβού τους. Κατά τις 8 αρχίζουν να κατεβαίνουν τα λεφούσια από τα γύρω χωριά, για να πιάσουν το «καλό» τραπέζι. Τα αγροτικά και οι «κούρσες» παρκάρουν παντού, διότι οικόπεδο για το πανηγύρι έχουμε, πάρκινγκ όμως όχι. Τα ντυσίματα τυφλώνουν. Οι τουρίστες, με τα μαγιό και τις σαγιονάρες, κοιτάνε άναυδοι τα λαμέ, τα λεοπάρ και τα 12ποντα. Οι πιο θαρραλέοι από αυτούς θα μπουν στο πανηγύρι, κυρίως για να γίνουν ντέφι και να συρθούν, κυριολεκτικά, στην πίστα από κάποιον γηγενή. Ντέφι είναι έτσι κι αλλιώς όλοι από πριν καν ανέβει ο πρώτος μουσικός στο «ικρίωμα». Κρασιά και μπύρες ρέουν εν αφθονία, ενώ πίσω από το αυτοσχέδιο μπαρ είναι στοιβαγμένες ατελείωτες κούτες με Τζόνι Μπλακ, το οποίο πωλείται έναντι του ανάλογου αντιτίμου. Μαύρο Τζόνι Γουόκερ ο μέσος Ελληνας έχει να πιει από τότε που τον ξεβλάχευε ο Κωστόπουλος. Παραδόξως, εδώ, στο ταπεινό επαρχιακό πανηγύρι, φαίνεται να είναι το ποτό που προτιμούν άπαντες· ίσως επειδή ταιριάζει -και αισθητικά- με την ταλαίπωρη γουρνοπούλα, την οποία τεμαχίζει αδιάκοπα και με λύσσα ένας μπαλτάς στον τεράστιο πάγκο. Σου ανεβαίνει η χοληστερίνη μόνο που κοιτάς την τελετουργία και τα ζουμιά να τρέχουν στο έδαφος. Το κρέας πωλείται με το κιλό, το Τζόνι με το μπουκάλι. Τι ρωτήσατε; Αν κόβονται αποδείξεις; Που να ξέρω, εφορία είμαι; Ασε που μάλλον ούτε η εφορία ξέρει. Ετσι, με το που ακούγεται το πρώτο echo από το μικρόφωνο, όλοι είναι πανέτοιμοι. Ο χώρος είναι τίγκα, τα λεοπάρ και τα λαμέ έχουν πασπαλιστεί με μπόλικο λίπος, οι κούτες με τα ποτά αδειάζουν ταχύτατα και αντικαθίστανται αστραπιαία με άλλες, νέοι, γέροι και παιδιά περιμένουν το «κυρίως θέμα». Το κυρίως θέμα ξεκινά με ένα συγκρότημα, ο τραγουδιστής του οποίου μιλάει ακατάληπτα κρητικά και παίζει λύρα, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να ερμηνεύει ικαριώτικα σε remix με Κωνσταντίνο Αργυρό. Ολο το βράδυ έτσι πάει: Τσιφτετέλια και τσάμικα, μπάλοι, ζεϊμπέκικα και καλαματιανοί, όλα καταλήγουν να χορεύονται με τα ίδια (μεθυσμένα) βήματα, όσο οι μουσικοί εναλλάσσονται στη σκηνή, γεγονός που μάλλον δεν προσέχει κανείς. Μέχρι που, γύρω στις 2 και κάτι, εκεί που λες «ουφ, τελειώνει, θα κοιμηθώ», βγαίνει το μεγάλο όνομα της βραδιάς, συνήθως γένους θηλυκού. Εχει έρθει και η Εφη Θώδη, πανικός στο πανηγύρι, τύφλα να έχει η Μαντόνα. Οι πιτσιρικάδες, που δεν ξέρουν κανένα τραγούδι, αλλά πάνε επειδή «οι μπύρες είναι φτηνές και έχει χαβαλέ», έκαναν ουρά για μια φωτογραφία μαζί της· η Εφη είναι cult. Κάποια στιγμή περνάει και ο Δήμαρχος, με το ποδήλατό του, εποπτεύει ευχαριστημένος και πάει να πιει τσίπουρα κάπου πιο ήσυχα. Στο μεταξύ, ο απέναντι καταστηματάρχης έχει κατέβει σε έξαλλη κατάσταση και ωρύεται διότι του βαράνε οι συναγερμοί καθώς μια εκτεταμένη οικογένεια Ρομά έχει κατασκηνώσει στον περίβολό του. Κλείνεις παράθυρα, βάζεις κλιματισμό, αλλά το πανηγύρι διαρρηγνύει κάθε φυσικό εμπόδιο και τελικά σε παίρνει κάποιου είδους ύπνος υπό τους ήχους του «με παράσυρε το ρέμα, μάνα μου δεν είναι ψέμα». Τα ξημερώματα, είσαι ο μόνος που δεν έχει δώσει δικαιώματα και επίσης ο μόνος που θα ήθελε να έχει κοιμηθεί. Το χωριό έχει μια απόκοσμη ησυχία και πώς να μην έχει αφού όλοι οι άλλοι έχουν πέσει εξοντωμένοι για ύπνο. Πρέπει να στρώσουν και δέρμα. Για τους επόμενους δύο μήνες σχεδόν κάθε βράδυ κι ένα πανηγύρι: η Ανω Μηλίτσα, οι Κάτω Αμπελόκηποι, η Πέρα Καλλιθέα και το Δώθε Βασιλοχώρι θα γίνουν για μια βραδιά το επίκεντρο του γνωστού κόσμου. Οι άνθρωποι θα γλεντήσουν με την ψυχή τους, πριν οι σκιές μακρύνουν ξανά και το καλοκαίρι φύγει μαζί με τον κόσμο. Σε μια Ελλάδα που αλλάζει ταχύτατα, μερικά πράγματα παραμένουν πάντα ίδια. 

Πηγή: Protagon.gr