Χρήστος Γκίμτσας: Η Ολγα που δεν ήθελε να φύγει μόνη της

 

Όταν την πρωτοείδε, ήταν σε μία βιβλιοθήκη. Είχε μπροστά της μερικά βιβλία με θεατρικούς  τίτλους όπως μπόρεσε να δει και καθώς διάβαζε, κρατούσε και κάποιες σημειώσεις.

Εκείνος μελετούσε για την διπλωματική του στα οικονομικά.
Η πρώτη συνάντηση τους ήταν για καφέ και η δεύτερη για φαγητό σε ταβέρνα. Η Τρίτη, στο δωμάτιό της.
Σε ένα υπόγειο  ζούσε. Μιλούσε πολύ. Σπούδαζε  σε μία   σχολή θεάτρου. Ελεγε πως θα γινόταν ηθοποιός. Μπορεί και χορεύτρια γιατί την βοηθούσε το σώμα της.

Δεν ήταν σίγουρος τι ήταν αυτό που είχε επάνω της και τον γοήτεψε τόσο. Πάντως με τον καιρό έγινε ο δικός του άνθρωπος, χωρίς να μπορεί να πει αν αυτό που ένοιωθε γι’ αυτή την γυναίκα, ήταν  έρωτας η κάποια παραλλαγή του έρωτα.
Η συνύπαρξη μαζί της ήταν μία περιπέτεια. Η ζωή της ένα μυστήριο και η συμπεριφορά της  αστάθμιστη. Ποτέ δεν μπόρεσε να μάθει κάτι ουσιαστικό για την ζωή της και δεν ήξερε αν την επόμενη φορά που θα την συναντούσε, θα ήταν χαρούμενη, θα έκλεγε η θα ονειροπολούσε.
Κάποιες στιγμές του έλεγε πόσο τον αγαπούσε και πως ήταν ο μοναδικός σίγουρος άνθρωπος στην ζωή της.
Οι άλλοι άνθρωποι με τους οποίους συνυπήρχε όταν δεν ήταν μαζί του, ήταν «κάποιοι» και εννοούσε αυτούς που μαζί τους κάποτε θα  έπαιζαν σπουδαίες παραστάσεις.
Κάποια φορά που προσπάθησε να συζητήσει  μαζί της αυτά που σκέφτονταν η ονειρεύονταν και κυρίως αυτά που είχε ζήσει, θύμωσε, τον είπε άσχετο και αδιάκριτο και εξαφανίστηκε πάνω από ένα μήνα.
Προσπάθησε να την ψάξει , αλλά δεν ήξερε που. Το μόνο δικό της που είχε, ήταν τα κλειδιά του υπογείου της, αλλά όσες φορές και αν πήγε, το εύρισκε πάντα άδειο.
Όταν ξαναεμφανίστηκε, έπεσε στην αγκαλιά του  και κλαίγοντας του είπε πως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν.
Ούτε που ρώτησε που βρισκόταν τόσο καιρό . Δεν τόλμησε. Την ίδια μέρα  της επιστροφής της, έκαναν ένα έρωτα σαν τα αγρίμια, λες και προσπαθούσαν τα δυο κορμιά τους να γίνουν  ένα. Κάτι που επαναλαμβάνονταν συχνά στις συναντήσεις τους.
Και δεν ήταν η πρώτη φυγή της. Ακολούθησαν κι’ άλλες.
Την μοναδική φορά που τον προειδοποίησε πως θα έφευγε, ήταν όταν του γνώρισε τον Στάθη. Σκηνοθέτης  δήλωνε. Ενας λιπόσαρκος τύπος ήταν, που φώναζε από μακριά ότι ήταν πρεζόνι.
Είχαν ετοιμάσει ένα θεατρικό, το πρώτο τους, και θα το παρουσίαζαν σε κάποια επαρχιακά θεατράκια.
Τρεις μήνες έκανε να γυρίσει.  Την περίμενε, αγωνιούσε, ζήλευε και του έλειπε.
Απορούσε πάντως με τον εαυτό του, πως αυτός, ένας οργανωμένος χαρακτήρας, την  αποδέχθηκε και εξαρτήθηκε από ένα αστάθμητο και απρόβλεπτο άνθρωπο, σαν την  Ολγα. Ολγα την έλεγαν.
Πως έγινε και ερωτεύτηκε μία γυναίκα που δεν ήξερε τίποτα για το παρελθόν της και  για την σκοτεινή ψυχή της.

Όταν γύρισε από την περιοδεία, την είδε απογοητευμένη. Μόνη της είπε πως δεν είχαν πάει καθόλου καλά, αλλά  θα ξαναπροσπαθούσαν.

Από τότε , ούτε που θυμάται πόσες φορές είχε εξαφανιστεί  και αυτός να την περιμένει , σίγουρος πως θα ξαναγύριζε.
Και ξαναγύριζε πάντα, συνήθως μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, κλαίγοντας και λέγοντας πόσο  της έλειπε και πόσο τον χρειάζονταν.
Ένα βράδυ του είπε πως θα απομονωνόνταν  στο υπόγειο της για να σκεφτεί και να μελετήσει ένα καινούριο θεατρικό που ετοίμαζαν και να μην την ενοχλούσε.
Του έλειπε και ένα βράδυ είπε να της κάνει έκπληξη, πηγαίνοντας να την βρει.
Όταν την είδε να βγαίνει από το υπόγειο αγκαλιά με τον Στάθη, πληγώθηκε και άδειασε μέσα του όλη η ψυχή του.
Ηταν σίγουρος πως και αυτή τον είδε, αλλά προσποιήθηκε την αδιάφορη
Περίμενε να γυρίσει ,να δώσει κάποιες εξηγήσεις, αλλά δεν ξαναφάνηκε. Αυτή την φορά χάθηκε οριστικά.

Οικονομικά είχε σπουδάσει και η πρώτη του δουλειά ήταν σε ένα λογιστικό γραφείο. Η επόμενη  ήταν σε  μία τράπεζα και εκεί ολοκλήρωσε τις γνώσεις σχετικά με την διαχείριση του χρήματος. Και επειδή έκανε καλό όνομα στους οικονομικούς κύκλους, κατέληξε να γίνει σοβαρό στέλεχος μιας μεγάλης επενδυτικής εταιρείας.

Έκανε αρκετές σχέσεις στην ζωή του. Οι περισσότερες εφήμερες. Η πιο σοβαρή ήταν με την Νίκη. Μία έξυπνη και στιβαρή γυναίκα. Την αγαπούσε.  Ετσι έλεγε. Ετσι πίστευε.
Μέχρι που κάποιο πρωινό η Νίκη του ομολόγησε πως όταν έκανε έρωτα μαζί της, μερικές φορές νόμιζε πως το μυαλό του πρέπει να ήταν κάπου αλλού. Πως ανάμεσα στα δύο κορμιά τους παρεμβαλλόταν  και ένα άλλο σώμα.
Προσπάθησε να αστειευτεί. Πως μπορεί να νόμιζε κάτι τέτοιο…
Μία επόμενη φορά, ξύπνησε και είδε δίπλα του την Νίκη μισοσηκωμένη και να τον κοιτά περίεργα.
«Ποια ήταν η Ολγα που σε βασάνιζε όλο το βράδυ στον ύπνο σου;»
Δεν περίμενε απάντηση. Το ίδιο βράδυ ,σηκώθηκε, ντύθηκε και έφυγε.
«Μη με ξαναζητήσεις» του είπε φεύγοντας. «Δεν ξέρω που ,αλλά εσύ  βρίσκεσαι αλλού και όχι μαζί μου.»

Αναγκάστηκε να ομολογήσει στον εαυτό του , ότι τα υπολείμματα της Ολγας ζούσαν εκεί, βαθιά μέσα  στην ψυχή του και αυτά , κάθε τόσο να ξυπνούν , και να τον βασανίζουν.

«Είναι  ένα ζευγάρι που θέλει οπωσδήποτε να σας δει» είπε η γραμματέας του. « Δεν έχει ραντεβού και περιμένει πολλή ώρα. Θέλουν να σας κάνουν μία επενδυτική πρόταση και επιμένουν πολύ».
«Να περάσουν . Εχω λίγο χρόνο»
Όταν είδε τον Στάθη και την Ολγα να μπαίνουν στο γραφείο  τα έχασε και χρειάστηκε λίγο χρόνο για να συνέλθει.
Είχε μπροστά του δυο ανθρώπινα ράκη. Ιδίως η Ολγα που δεν θύμιζε τίποτα από την γυναίκα που τόσο πολύ είχε αγαπήσει. Με ζαρωμένο πρόσωπο , λυγισμένο κορμί και φωνή βραχνή σαν κοράκι.
Το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν ένα «Πως από δω;»
«Θα θέλαμε να κάνουμε μία επενδυτική πρόταση.» Ηταν ο Στάθης που μιλούσε. Του εξήγησε πως ετοίμαζαν ένα θεατρικό έργο, αλλά τους έλειπαν τα χρήματα για να το ανεβάσουν. Αν η εταιρεία τους έδινε κάποιο ποσό , θα το εισέπραττε στο πολλαπλάσιο γιατί η επιτυχία του έργου ήταν εξασφαλισμένη.
Δεν γέλασε. Μόνο μία λύπη τον πλημμύρησε .
«Για τι ποσό μιλάμε;»
Ηταν αστεία τα χρήματα που ζητούσαν.
Είπε στην ξαφνιασμένη γραμματέα του να ετοιμάσει την επιταγή από τον προσωπικό λογαριασμό. Ηταν σίγουρος πως δεν υπήρχε κανένα θεατρικό έργο. Να ζητιανέψουν είχαν έλθει.  Ποιος ξέρει πόσα χρέη τους κυνηγούσαν.
Η Ολγα που σηκώθηκε να πάρει την επιταγή,   χάιδεψε το πέτο του σακακιού του, λέγοντας:
«γνήσιο κασμίρι . Μπράβο σου. Αν πω ότι μου λείπεις, θα είχε νόημα;»
«Δεν χρειάζεται να επιστέψετε τα χρήματα, όπως δεν χρειάζεται να ξανάρθετε εδώ», είπε καθώς έφευγαν.

Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια, όταν του τηλεφώνησε η κοινωνική λειτουργός ενός νοσοκομείου. Του είπε πως νοσήλευαν  κάποια Ολγα, που νοσούσε βαριά και επέμενε να τον δει.
Πήγε. Ηταν μισή από εκείνη που ήξερε. Τα χέρια της είχαν γίνει σαν λεπτές βέργες και τα ζυγωματικά της πρόβαλαν έντονα στο άσαρκο πρόσωπό της.
Μόνο τα μάτια της ζωντάνεψαν μόλις τον είδε.
 Οι λέξεις βγήκαν δύσκολα από το στόμα της.
«Ο Στάθης πέθανε και εσύ μου λείπεις. Δεν υπάρχει κανένας άλλος στην ζωή μου… Μόνο εσύ, που ξέρω πόσο με αγάπησες και πόσο σε πλήγωσα.  Σε λίγο θα φύγω και δεν θέλω να είμαι μόνη μου , χωρίς κανένα δίπλα μου. Μόνο εσύ μου έμεινες…»
Ο γιατρός που ρώτησε, τον γέμισε με ασάφειες. Του μίλησε για ένα πολυοργανικό σύνδρομο αγνώστου αιτιολογίας, που τη εξόντωνε. Ζήτημα χρόνου , ήταν.
Πήγε ακόμα μερικές φορές και την έβλεπε. Πάντα την ρωτούσε αν χρειαζόταν κάτι.
«Μόνο εσένα και τίποτα άλλο.»

Την τελευταία φορά που πήγε να την δει, πήρε μαζί του και ένα ιερέα. Μόλις τον είδε εκείνη αντέδρασε όσο πιο βίαια μπορούσε, μέσα στην αδυναμία της.
«Δεν θέλω εξομολόγηση.. Μόνο στον εαυτό μου έχω κάνει κακό , σε κανένα άλλο. Καμμιά αμαρτία δεν κουβαλάω!»
Δεν ήλθα γι’ αυτό απάντησε ήρεμα ο ιερωμένος καθώς περνούσε στον λαιμό  ένα πετραχήλι.  Στο ένα χέρι του κρατούσε ένα μικρό προσευχητάρι και με το άλλο έπιασε το στεγνό χέρι της Ολγας, μένοντας για λίγο σε στάση προσευχής. Στο τέλος την ρώτησε:
«Δέχεσαι Ολγα αυτόν τον άντρα που είναι δίπλα σου για σύζυγο;»
Τα μάτια της  μέσα στις βαθουλωμένες κόγχες , ζωήρεψαν.
«Ναι, πάντα το ήθελε»
Υστερα γυρίζοντας ο παππάς προς αυτόν , τον ρώτησε.
« Και εσύ δέχεσαι την Ολγα για σύζυγο;»
Εγνεψε καταφατικά.
«Απ’ αυτή την στιγμή σας σας κηρύσσω συζύγους».,
Εβγαλε με ήρεμες κινήσεις το πετραχήλι και έφυγε ήσυχα όπως είχε έλθει, χωρίς άλλη κουβέντα.

Εμεινε διπλά της κρατώντας την  αδύναμη παλάμη της, μέχρι που ένοιωσε τα δάκτυλά της να χαλαρώνουν. Κοίταξε το στήθος της που  είχε πάψει να πάλλεται και κατάλαβε. Απλωσε  το χέρι του, και της έκλεισε τα μάτια.
Μα πως θα μπορούσε να αφήσει  την Ολγα να φύγει μόνη μέσα στην ερημιά της, χωρίς να πάρει κάτι μαζί της. Εστω τον γάμο της…