Αντώνης Ζερβός: Είμαι ένας αναγνώστης που περνά από την άλλη πλευρά- Συνέντευξη στην Ειρήνη Ντάλα

Ο Αντώνης Ζερβός επανέρχεται με ένα ακόμη καθηλωτικό και ανατρεπτικό  αστυνομικό θρίλερ που επιβεβαιώνει την συγγραφική του ωρίμανση, πατώντας με σταθερά πόδια στον κόσμο της  αστυνομικής λογοτεχνίας μετά το πρώτο του βιβλίο «Deadline», που τάραξε τα νερά του crime στην Ελλάδα και έλαβε θερμές κριτικές.

Γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης με σπουδές στη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Ρόδο και στον Πειραιά, από όπου μοιραία, όπως παραδέχεται  «κλέβει» όπως κάθε συγγραφέας την καθημερινότητά του και εμπνέεται νέες ιστορίες. Ιστορίες που γράφει μη θεωρώντας τον εαυτό του συγγραφέα  μα αναγνώστη. «Είμαι ένας αναγνώστης  που απλά κάποια στιγμή περνά από την άλλη πλευρά του βιβλίου. Συνεπώς, θέλω η κάθε σελίδα, να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία, τις μικρές λεπτομέρειες, που θα με τραβούσαν αν ήμουν ένας τρίτος και το βιβλίο έπεφτε στα χέρια μου», δηλώνει.

«Η Τρίτη Γυναίκα»  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell. Ο Άλκης Βρεττός, ένας συγγραφέας που κάποτε μάγευε το κοινό γράφοντας για το σκοτάδι, βρίσκεται πλέον βυθισμένος στη λήθη, μέχρι τη στιγμή που ένας μυστηριώδης φάκελος τον επαναφέρει βίαια στο προσκήνιο. Μια νεκρή γυναίκα, μια απειλητική εντολή και η σκιά του ίδιου του λογοτεχνικού του δημιουργήματος, του απόκοσμου Βαλτάσαρ, τον οδηγούν σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Καθώς η επιτυχία επιστρέφει, το τίμημα αποδεικνύεται σκοτεινό και αμείλικτο, με τον ίδιο να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε έναν εφιάλτη χωρίς διέξοδο…

Ε. Ν. :  «Η Τρίτη γυναίκα» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα για σας, έπειτα από το αγαπημένο DEADLiNE. Τι είναι αυτό που σας ώθησε να στραφείτε στην συγγραφή και ειδικότερα εκείνη αστυνομικών ψυχολογικών μυθιστορημάτων, κύριε Ζερβέ;

Α. Ζ. : Η επιλογή ήταν αυτόματη, σαν να με διάλεξε το είδος και όχι εγώ εκείνο. Ακόμα και τώρα, δεν μπορώ να ξεφύγω. Ό,τι ιστορία ξεκινήσω να γράψω καταλήγει μοιραία στο ψυχολογικό θρίλερ. Νιώθω πως το στοιχείο που με τραβάει περισσότερο να αναπτύξω, να ξετυλιχθεί με την πλοκή μου, είναι εκείνο της σκιαγράφησης του σκοταδιού των ηρώων μου.

Ε. Ν. : Ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας σας είναι ένας εκβιαζόμενος συγγραφέας, ο Άλκης Βρεττός. Μιλήστε μας για την υπόθεση του έργου σας παρακαλώ.

Α. Ζ. : Συναντάμε τον  Άλκη Βρεττό στην κορύφωση της πτώσης του. Ενώ στο πρώτο του βιβλίο είχε χαρακτηριστεί ως το ανερχόμενο ταλέντο στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας η συνέχεια του δεν ήταν η αναμενόμενη. Πλέον ζει στη σκιά του παλιού του εαυτού, ένας ανώνυμος ghost writer, χαμένος στην πικρία και το αλκοόλ.

Όλα αλλάζουν όταν μια νύχτα βρίσκει έναν φάκελο. Ένα απειλητικό σημείωμα, μια φωτογραφία μιας άγνωστης, νεκρής γυναίκας. Ο άγνωστος αποστολέας υπογράφει ως Βαλτάσαρ, ο δολοφόνος που ο ίδιος είχε δημιουργήσει στις ιστορίες του.

Η εντολή του αγνώστου είναι σαφή και φρικτή. Η ιστορία της νεκρής πρέπει να γίνει το επόμενο βιβλίο του. Αν αποτύχει, αν έστω δεν καταφέρει να εκδοθεί το βιβλίο μέσα στον χρόνο που του τάζει οι συνέπειες θα είναι εφιαλτικές.

Ο Βρεττός εκτελεί την εντολή. Δεν έχει καμία εναλλακτική. Το βιβλίο γνωρίζει απρόσμενη επιτυχία. Ο Βρεττός επιστρέφει. Πιο πεινασμένος, πιο αλαζόνας. Με τα χρόνια, δυο ακόμα φάκελοι ακολουθούν, δυο άγνωστες νεκρές. Δυο βιβλία. Πλέον έχει χάσει κάθε ηθικό φραγμό, κάθε αναστολή. Αδημονεί για τον επόμενο φάκελο, αντιμετωπίζοντας τον άγνωστο δολοφόνο σαν κάποιον που έχει μια ψύχωση με τον Βαλτάσαρ, τον σκοτεινό ήρωα που εκείνος έπλασε. Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. 

 

Ε. Ν. : Ποια είναι για σας τα τρία βασικότερα χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει ένας συγγραφέας του είδους σας;

Α. Ζ. : Δύσκολη ερώτηση. Δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω ποια είναι. Δεν ξέρω αν τα έχω. θεωρώ πως είναι τα ίδια που θα είχα αν έγραφα για παράδειγμα ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα μα αναγνώστη. Είμαι ένας αναγνώστης  που απλά κάποια στιγμή περνά από την άλλη πλευρά του βιβλίου. Συνεπώς, θέλω η κάθε σελίδα, να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία, τις μικρές λεπτομέρειες, που θα με τραβούσαν αν ήμουν ένας τρίτος και το βιβλίο έπεφτε στα χέρια μου. Θα το διάβαζα, μέχρι τέλους; θα το χάριζα σε αγαπημένους φίλους; Αντιμετωπίζω το κάθε μου βιβλίο σαν ένα παιχνίδι μυαλού. Με την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων του, την ασάφεια των ορίων μεταξύ του καλού και του κακού. Κάθε εξέλιξη της πλοκής μπορεί να κρύβει μια διάψευση, ένα αδιέξοδο. Το δύσκολο δεν είναι να κρύβεις στοιχεία από τον αναγνώστη σου. Αυτό είναι άκρως εκνευριστικό,  πρακτικά ανέντιμο αλλά και εξαιρετικά εύκολο για τον συγγραφέα που θα το επιλέξει. Η πρόκληση είναι να μην κρύβεις τίποτα, να έχεις όλα τα στοιχεία μπροστά στον αναγνώστη προκαλώντας τον να τα εντοπίσει, να συνδέσει τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες.  Αυτό, εκτός από φαντασία, απαιτεί πειθαρχία, ακρίβεια, λογική. Όλα τα δεδομένα πρέπει να αντέχουν στην λογική, να μην χρειάζεσαι έναν από μηχανής Θεό που θα έρθει να σώσει την παρτίδα. 

 Ε. Ν. : Η ζωή σας γνωρίζω πως μοιράζεται ανάμεσα σε Ρόδο και Πειραιά, ενώ εσείς – αν δεν κάνω λάθος – μεγαλώσατε στη Κρήτη. Πόσο επηρεάζουν οι εικόνες αυτών των τόπων, η ατμόσφαιρα, η κουλτούρα αυτών των περιοχών τη συγγραφική διαδικασία; 

Α. Ζ. : Πολύ, αναμφίβολα. Όταν γράφουμε, κλέβουμε. Κλέβουμε τους φίλους μας, έναν άγνωστο στον δρόμο, μια φευγαλέα είδηση. Ο πρώτος που κλέβουμε είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Αυτό είναι μοιραίο. Για παράδειγμα, ο Άλκης θυμάται ότι όταν ήταν μικρός  οι μεγαλύτεροι δεν τον άφηναν να σφυρίζει τις νύχτες γιατί πίστευαν πως έτσι καλούσε τον διάβολο. Αυτή η δοξασία υπήρχε στην Ρόδο, όταν ήμουν παιδί, αραιά και που την συναντάς ακόμα. Κάθε ιστορία μου είναι σύνθεση πολλών άλλων  μικρών ιστοριών. Πάντα, μέσα σ’ αυτές κρύβονται μικρά στοιχεία του παρελθόντος.

Ε. Ν. : Η αστυνομική λογοτεχνία είναι ιδιαίτερα αγαπητή στο αναγνωστικό κοινό. Τι πιστεύετε είναι αυτό που μας γοητεύει; Είναι η ανάγκη μας για δικαιοσύνη, για κάθαρση, η έκθεση του κακού ανενδοίαστα, η αδρεναλίνη, η συμμετοχή μας στην επίλυση της υπόθεσης;

Α. Ζ. : Θεωρώ ότι μας ταιριάζει σαν είδος. Θεωρώ επίσης ότι πέρα από τα στοιχεία που αναφέρατε, υπάρχει και μια μικρή υποψία ότι σαν αναγνώστες ‘’βιώνουμε’’ ένα έγκλημα εκ του ασφαλούς.

Ε.Ν. : Υπάρχει συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, κλασικής, νουάρ, σκανδιναβικής, πολιτικού κατασκοπευτικού, που να τον ξεχωρίζετε και γιατί; Ποιο βιβλίο του θα μας συστήνατε να διαβάσουμε αυτό το καλοκαίρι;

Α. Ζ. : Ω, είναι πολλοί και για διαφορετικούς ο καθένας λόγους. Ξέρετε, παρατήρησα πριν μερικά χρόνια ότι πλέον δεν έχω αγαπημένους συγγραφείς, αγαπημένους σκηνοθέτες ή μουσικούς. Έχω αγαπημένες στιγμές, συγκεκριμένων δημιουργών. Τι θα πρότεινα για το καλοκαίρι; Δύσκολη επιλογή, υπάρχουν πολλές εξαιρετικές υποψηφιότητες. Σίγουρα, « Τα Τάματα»  της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου, ένα ξεχωριστό βιβλίο και το «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους», την πιο ώριμη δουλειά του Γρηγόρη Αζαριάδη. Από μεταφρασμένα, την «Τζαζ του δολοφόνου» του Τσέλεστιν και τον «Χιονάνθρωπο» του Νέσμπο.

Ε. Ν . : Χωρίς να μας προδώσετε το τέλος του βιβλίου, ο ίδιος δηλώνετε «πολέμιος των κλισέ και των happy ends».Τι να περιμένουμε λοιπόν για τον επίλογο της Τρίτης Γυναίκας;

Ε. Ν. : Εκτός από τις μικρές λεπτομέρειες, μ’ αρέσουν και οι μικρές αμφιβολίες, οι μικρές ασάφειες. Κάτι που δείχνει σαν στιβαρό στοιχείο να οδηγεί σε ένα μικρό αδιέξοδο, μια άλλη εναλλακτική. Η κάθαρση υπάρχει όμως για τον καθένα από μας είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση. Υπάρχει κάθαρση στην «Τρίτη Γυναίκα», σκληρή απρόσμενη. Σαν ένα καλοζυγισμένο κτύπημα που δεν περιμένεις.

Ε. Ν. : Η καθημερινότητά σας ως ενεργός νομικός είναι αλληλένδετη με το έγκλημα. Υπάρχει υπόθεση που να αναλάβατε και να σας ενέπνευσε;

Α. Ζ.  : Προσπαθώ να διακρίνω το επάγγελμα από την συγγραφή. Πέρα από το θέμα του επαγγελματικού απορρήτου που για μένα είναι απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο υπάρχει και ένας άλλος λόγος, πιο προσωπικός. Η συγγραφή είναι η εκτόνωση μου, η διέξοδος από την καθημερινότητα.  Αν αρχίσει να συγχέεται με το επάγγελμα, η κατάληξη δεν θα είναι καλή.

Ε. Ν. : Αλήθεια, παρατηρούμε φοβερή έξαρση των εγκλημάτων στην Ελλάδα και δεν σας κρύβω πως μειδιώ όταν ακούω τη φράση «πάντα γίνονταν απλά τώρα μαθαίνονται ευκολότερα». Σας τρομάζουν κι εσάς τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα; Ποιοι είναι οι λόγοι πιστεύετε που η εγκληματικότητα καλπάζει μεταξύ ανηλίκων και ζευγαριών ειδικότερα; Υπάρχει λύση;

Ε. Ν. : Το έγκλημα αλλάζει. Αυτό κάνει, πάντα ακολουθούσε τον άνθρωπο στις κοινωνίες που οργάνωνε, πάντα δοκίμαζε τις αντοχές του. Δεν αντιμετωπίζεται μόνο με κατασταλτικά μέτρα, αυτό  πια το έχουμε μάθει καλά. Θα ακουστεί κλισέ όμως η εγκληματικότητα μεταξύ των ανηλίκων οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην οικογένεια και στο σχολείο, με αυτήν την σειρά. Το πρόβλημα που προκαλεί η δική μου ανυπαρξία σαν γονιός το φορτώνεστε εσείς, οι γύρω μας. Αν δεν αντιμετωπίσουμε την κατάσταση όλοι μαζί σαν κοινωνία, με θάρρος και ειλικρίνεια, αν δεν σταματήσουμε να εθελοτυφλούμε τότε φοβάμαι πως τα πράγματα θα γίνονται μόνο χειρότερα.

Ε. Ν. : Το βιβλίο σας κυκλοφόρησε μόλις τον Μάιο κα το διάστημα αυτό επισκέπτεστε πόλεις της χώρας μας για την παρουσίασή του στο αναγνωστικό κοινό, αλλά μήπως βρίσκεστε ήδη στα σκαριά του επόμενου βιβλίου σας; Θα μπορούσαμε να μάθουμε το ερέθισμα για αυτήν την ιστορία;

Α. Ζ. : Η αλήθεια είναι πως αυτό το διάστημα είναι το πιο δύσκολο για να γράψω. Το γράψιμο απαιτεί αφοσίωση, απομόνωση, και η περίοδος μετά την έκδοση  ενός νέου βιβλίου είναι συνυφασμένη με τις δραστηριότητες προώθησης του. Υπάρχει το επόμενο βιβλίο, σαν σκέψη, σαν κορμός. Είναι πάλι μια ιστορία του Αστυνόμου Στάβαρη και της Πέρσας. Όλες οι ιστορίες μου λίγο πολύ μπλέκονται μεταξύ τους, κάτι που θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό καθώς μιλάμε για τον ίδιο σκληρό πυρήνα ηρώων. Στο επόμενο βιβλίο κάποια πράγματα φτάνουν σιγά σιγά στο προδιαγεγραμμένο τέλος τους.

Ε. Ν. : Σας ευχαριστώ ειλικρινά κ. Ζερβέ για την κουβέντα μας! Καλοτάξιδο το βιβλίο σας και εύχομαι πολλές πολλές ακόμη συγγραφικές γεννήσεις και ιστορίες που θα μας κρατούν σε αγωνία!

Α. Ζ. : Εγώ σας ευχαριστώ από καρδιάς για την φιλοξενία και την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μας!

 

Ειρήνη Ντάλα

Φιλόλογος