Είναι ευλογία να ζεις μικρές, πολύχρωμες ιστορίες, από εκείνες που σε φέρνουν σε επικοινωνία με τους ανθρώπους, τα πράγματα, τη φύση και τη ζωή.
Καθώς αλλάζουμε με τα χρόνια, τα κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων δεν έχουν τόση σημασία, όσο αυτά μέσα μας, που πασχίζουμε να μη σβήσουν και χάσουμε τον φάρο μέσα στα σκοτάδια μας.
Λένε ότι γερνάμε κάθε φορά που αποχαιρετάμε κάτι που αγαπήσαμε πολύ, από μέρη και ανθρώπους μέχρι συναισθήματα, ασύμμετρη μαθηματική πράξη με τη λύπη και τη χαρά και πάλι από την αρχή.
Θέλουν δουλειά και εργατοώρες οι ανθρώπινες σχέσεις, δεν μένουν σταθερές, μεταβάλλονται, κυλάνε και φτιάχνονται ξανά. Το παλεύουμε, με μπαλώματα, με ελλείψεις και προσθήκες, πασχίζοντας να κρύψουμε τις πληγές που αφήνει ο χρόνος.
Ακόμη και τα τραπέζια με τους ανθρώπους της καρδιάς μας, ποτέ δεν είναι ίδια στις γιορτές, τα παιδιά είναι κατά έναν χρόνο μεγαλύτερα, οι γονείς με περισσότερες ρυτίδες, οι περσινές μας πεποιθήσεις φέτος ίσως να έχουν μεταβληθεί. Κοιτάζουμε τα μάτια των δικών μας και δεν μιλάμε. Νιώθουμε όμως ότι χάσκουν ανάμεσά μας λόγια ποτάμια, που περιμένουν να ξεχυθούν στον αέρα, κάτι ανεπίδοτα:
‘’Σ’ αγαπώ…σε χρειάζομαι….φοβάμαι…δεν μπορώ χωρίς εσένα…συγνώμη…αντίο’’. Μα οι μεγαλύτεροι δεν έχουν καλή ακοή και τα παιδιά δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία, ίσως και να είναι μάταιο και χωρίς νόημα να ειπωθούν τώρα. Κοιτάζουμε φωτογραφίες και χαϊδεύουμε μνήμες και στιγμές και θυμώνουμε που δεν είμαστε πια εκεί. Μερικές φορές δεν ξέρω πού βρίσκουμε το κουράγιο και λέμε αστεία και γελάμε, ακούραστοι, πεισματάρηδες και ξεροκέφαλοι. Αποκαθηλώνουμε και ενθρονίζουμε όσα έχουμε ζήσει μέχρι να έρθει η συμφιλίωση με τη ζωή και κυρίως με τα μέσα μας.
Είμαστε εδώ τώρα, αύριο ποιος ξέρει; Ο πανδαμάτωρ χρόνος, σμιλεύει, λειαίνει, φθείρει, καταστρέφει και αναγεννά, αλλά ο ίδιος παραμένει αδάμαστος. Και εμείς πάντα θα προσπαθούμε για το εφικτό και το ανέφικτο, κυρίως για το ανέφικτο.
Όπως λέει και ο Μπόρχες:
«Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα – όλα στην άμμο χτίζονται – μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο – σαν να ‘τανε η άμμος πέτρα».
Του χρόνου τέτοια μέρα μπορεί να είμαστε και πάλι εδώ, μαζί. Και να γελάμε. Μπορεί να πούμε ότι δεν τα πήγαμε και άσχημα τελικά. Μπορεί, δεν παίρνω όρκο.
Το βασικό είναι να προσπαθήσουμε να μην είμαστε πια δεδομένοι και να μη χάσουμε τον παλμό μας. Να κάνουμε κάτι που ούτε μπορούμε να το φανταστούμε τώρα, κάτι που να μην το περιμένει ούτε η ίδια η ζωή!
Αγάπη, έρωτας, συναισθήματα και κάτι ψηλά, από εκεί κάπου πρέπει να ψηλώνουμε, δεν εξηγείται αλλιώς. Από εκεί που η ουσίας μας δεν κινδυνεύει, εκεί μπορεί να είναι και ο πολλαπλασιαστής που χρειαζόμαστε.
«Μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι…»
Κάτι ψιλά δικά μου είναι αυτά.
Anyway, πάμε δυνατά για το καλύτερο που μπορεί ο καθένας μας, με τα χαρτιά που μας έτυχαν με αυτά θα παίξουμε.
Προχωράμε, με τα μαθήματα που έχουμε πάρει, χωρίς να ξεχνάμε και με την κρυφή ελπίδα ότι κάτι καινούριο θα γεννηθεί.
Κάποιος ναυαγός σαν εμάς απέναντι, μας κάνει ένα απεγνωσμένο σινιάλο, δεν είμαστε μόνοι και τίποτα στα ανθρώπινα δεν είναι αμετάκλητα γραμμένο, εκτός από τον θάνατο.
-Και μετά;
-Μετά…δε θα το βάλουμε ποτέ κάτω, γραπώσου απ’το χέρι μου κι εγώ απ’το δικό σου!
Πάντως όσες φορές είχα ανάγκη να καλλιεργήσω ρομαντισμούς, είχα μεγάλη σοδειά!
Παιδικό; Αφελές;
Χρεώστε το στα γενέθλιά μου. Κερασμένο.
Ζωή Χατζηθωμά
