Xρήστος Γκίμτσας: Ο φόβος μπροστά στο αύριο που έρχεται

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΉΣΤΟΣ  ΓΚΙΜΤΣΑΣ

Βάδιζε με εκείνο τον λικνιστό τρόπο που αναδείκνυε την αξία του πισινού της,  καθώς πλησίαζε την  καφετέρια. Το τσιτωμένο παντελόνι ,την δυσκόλεψε να βολευτεί στο κάθισμα. Ήξερε πως έφταιγαν τα λίγα κιλά που είχε βάλει  εφέτος στο Πήλιο.

Ακούμπησε  επάνω στο τραπέζι τα τσιγάρα-κάπνιζε Βιρτζίνια-, το ΝΟΚΙΑ, και τον παλαιομοδίτικο αναπτήρα με το φιτίλι.  Όταν την ρωτούσαν,  δεν έλεγε πως  ήταν δώρο του Κώστα από κάποιο ταξίδι ,  αλλά ότι ήταν οικογενειακό  κειμήλιο . Έτσι, για να τον  φορτώνει με μεγαλύτερη αξία.

Κοίταξε το τηλέφωνο ελέγχοντας μπαταρία και σήμα. Πάντα έκανε αυτόν τον έλεγχο όταν περίμενε τηλέφωνο από εκείνον.

-Ωραία, μονολόγησε. Αχ, αυτός ο Κώστας , το παλιόπαιδο…

Ο σερβιτόρος μυημένος στα γούστα της, την κοίταξε με νόημα και εκείνη κούνησε το κεφάλι.  Φραπέ  με λίγο γάλα, δύο παγάκια και μισό κουτάλι ζάχαρη, όλα καλά χτυπημένα.

Άναψε το πρώτο τσιγάρο και κατευχαριστήθηκε  το μεταλλικό κλικ του αναπτήρα, καθώς έκλεινε το καπάκι.
 Ο δρόμος μπροστά της γεμάτος  ανθρώπους που βάδιζαν αργά, ξεθαρρεμένοι από την  αναπάντεχη  απογευματινή  καλοκαιρία.
Ούτε που υποψιαζόταν και ούτε την ενδιέφερε  πως  εκείνη την στιγμή, κάπου στον κόσμο γίνονταν  εκλογές .

Ξαφνικά  χτύπησε το ΝΟΚΙΑ με έναν  ήχο που θύμιζε  πίστα ξενυχτάδικου. Δεν κοίταξε ποιος την καλούσε. Ήταν σίγουρη.

-Έλα, Κώστα…

Κι’ όμως δεν ήταν ο Κώστας το  παλιόπαιδο. Μία φωνή παράξενη ακούστηκε , αργή ευγενική και συνωμοτική, λες και κοιτούσε γύρω του  αυτός που μιλούσε.

-…Και βέβαια ότι γίνεται, ταυτίζεται με βαρβαρότητα. Παγκόσμιος φόνος θα έλεγα.  Άρχισαν εδώ και μερικά χρόνια  με  δικαιολογία την ανάπτυξη  μέσα από την απελευθέρωση της οικονομίας και  την παγκοσμιοποίηση  της … 

-Ρε γαμώτο , τι λέει ο τύπος ,ποιος είναι; Λάθος  κύριε  είπε  και έκλεισε το τηλέφωνο .

Αυτό  αμέσως ξαναχτύπησε μέσα στο χέρι της.

– Έλα, Κώστ…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση . H φωνή εκεί, αργή, ευγενική, συνωμοτική.

-…Άλλους λαούς τους καταστρέφουν  οικονομικά , σε συνεργασία με τοπικούς εθελόδουλους , αλλού επεμβαίνουν ένοπλα και αλλού τους βάζουν να αλληλοσκοτωθούν.
Ηδη εδώ κοντά δυο πόλεμοι είναι σε εξέλιξη και δυο λαοί θυσιάζονται .
Συνήθως η δικαιολογία είναι   η ‘’απελευθέρωση’’ και η  ‘’σωτηρία’’ από κάποιο κακό. Ωστόσο,  μόνο την αλήθεια δεν λένε, πώς ξαναμοιράζουν τον κόσμο  και τα πλούτη του.
Βλέπεις, η αξία των ημιαγωγών, της ενέργειας, των μπαταριών Λιθίου – Καδμίου, η τεχνιτή νοημοσύνη και οι στρατιωτικοποιημένες  οικονομίες των εθνών, έχουν μεγαλύτερη αξία από την ζωή , που την θεωρούν αναλώσιμη.

Ακολούθησε μικρός αναστεναγμός, που μπορεί να ήταν και ρουφηξιά  τσιγάρου.

-Σας είπα, κάνετε λάθος , απάντησε σχεδόν τρομαγμένη και ξαναέκλεισε το τηλέφωνο.
 Νόμιζε ότι το έκλεισε,  αλλά  η φωνή  εκεί στο ακουστικό της.

-….Από καιρό οι διόπτρες τους στοχεύουν εκεί υπάρχει φρέσκος πλούτος … βλέπεις τι γίνεται μέσα στην Μεσόγειο, στην Γάζα, στην Ουκρανία, τι οργανώνουν να γίνει στην Σινική Θάλασσα, και τι θα γίνει σε λίγο στην Αρκτική;
Κοντεύουμε  να γίνουμε ειδικοί στα καινούργια οπλικά συστήματα και στην χρήση τους, που τα βλέπουμε να σχίζουν τον ουρανό σαν πυροτεχνήματα, σχεδόν ξεχνώντας πως κουβαλάνε μαζί τους τον θάνατο.
-Τι γίνεται εδώ γαμώτο;  μουρμούρισε. Τι λέει ο μαλάκας, παθαίνουν και τα κινητά εμπλοκή;

Σήκωσε το βλέμμα της με απόγνωση προς τον δρόμο και τότε τον είδε.
 Ήταν ένας γέρος πoυ βάδιζε και την κοιτούσε επίμονα κουνώντας το κεφάλι με σημασία,  λες και  συμφωνούσε με όσα έλεγε ο  άλλος στο τηλέφωνο, κρατώντας σφιχτά στην μασχάλη ένα χαρτοφύλακα.

-Ήταν ανάγκη  να συμβαίνουν όλα αυτά σε μένα σήμερα;  Ψιθύρισε .

Ξαναπάτησε πάλι το κουμπί του κλεισίματος για ώρα.

-Που θα πάει, θα σκάσει… όχι τίποτα άλλο, θα ξελιγωθεί και η μπαταρία.

Πράγματι, το τηλέφωνο σίγησε. Το άφησε με προσοχή στο τραπέζι  και ούτε που κατάλαβε  πως ο σερβιτόρος είχε φέρει τον καφέ της.
 Άναψε ένα  καινούργιο τσιγάρο  και ήπιε μία γουλιά ανακουφισμένη. Δηλαδή σχεδόν ήπιε, γιατί το ρημάδι ξαναχτύπησε. Τώρα δεν ήταν καθόλου σίγουρη ποιος την καλούσε. Η  οθόνη έδειχνε άγνωστο αριθμό. Το ξανάνοιξε. Η φωνή εκεί, λες και δεν είχε σταματήσει καθόλου.

-…Συνήθως προηγείται μία καλά οργανωμένη παραπληροφόρηση ,γεμάτη ψέματα  έτσι που το  κακό να πάρει διαστάσεις τρόμου. Από εκεί και πέρα όλα δικαιολογούνται εύκολα,  χωρίς  διαμαρτυρίες και πολλά  ‘’γιατί’’ από εμάς, που μας θέλουν κλειδωμένους στα σπίτια μας, άοπλους και τρομαγμένους…

Τότε ακούστηκε μία δεύτερη φωνή.  Εκείνη που μάλλον άκουγε με υπομονή.

-Δηλαδή, εμείς οι μυημένοι  δεν θα αντιδράσουμε; Έτσι θα μείνουμε απαθείς και με τα χέρια  ψηλά;

Κάπου εκεί οι φωνές άρχισαν να χάνονται  αδυνατίζοντας και    κάτι παράσιτα ήχου τις αντικατέστησαν. Μετά από λίγο όμως η πρώτη φωνή ξαναεμφανίστηκε.

-… Και να δεις πως όλα αυτά γίνονται μέσα από δήθεν δημοκρατικές διαδικασίες και εκλογές, δηλαδή με την απόφαση των πολλών,  που κάποιοι τους χαρακτηρίζουν αμνούς. 
Που δεν βλέπουν πως οι επικυρίαρχοι  σχεδιάζουν ένα καινούργιο μεσαίωνα και μία καινούργια ιερά εξέταση  για να κάψουν κάθε τι που αντιστέκεται στον νέο διαμελισμό του κόσμου…

Εκεί ξανακούστηκε η δεύτερη φωνή.

– Και  η Δημοκρατία η Αναγέννηση, η Διαφώτιση,  ο Επίκουρος, ο  Γκαίτε, Ο βασιλιάς Ληρ, η Αντιγόνη, Τα Σταφύλια Της Οργής,  η  κοινωνία της αλληλεγγύης και του ελέους,  τι θα γίνουν;  είπε λαχανιασμένη.

– Αυτά μην τα κουβαλάς σε χαρτοφύλακα κάτω από  την μασχάλη, αλλά κρύψε τα μέσα στις πιο βαθιές τσέπες της ψυχής σου. Εκεί δεν πρόκειται να τα  βρουν σε κανένα αεροδρόμιο σε κανένα  λιμάνι,  καθώς θα πηγαίνεις από χώρα σε χώρα για να πεις την αλήθεια. Αυτά είναι τα παλιά καλά όπλα με τα οποία  ο πολιτισμός θα αντεπιτεθεί… Και να προσέχεις πολύ, γιατί αυτούς που λένε την αλήθεια, συχνά τους σταυρώνουν…
 Τώρα όμως πρέπει να σε αφήσω.  Πολλά λέγονται για ηλεκτρονικούς  ρουφιάνους.

Εκεί οι φωνές σίγησαν.

-Επιτέλους. Θεέ μου τι μαλακίες άκουσα σήμερα.

Κοίταξε το ΝΟΚΙΑ. Σήμα καλό, μπαταρία γεμάτη. Είχε ανάψει το τρίτο  τσιγάρο  όταν ξανακτύπησε. Ήταν τελικά ο Κώστας… το  παλιόπαιδο…

-Έλα  μωρό μου… ναι μία εμπλοκή, ένα λάθος … τι  μαλακίες  άκουσα , δεν λέγεται… Αλήθεια;… και  εγώ… στην γνωστή καφετέρια ,  την ξέρεις…  Μετά  ότι θέλεις μωρό μου… Ναι  (γελάκι) … στο αυτοκίνητο, όπως προχτές… ωραία ήταν.

Έκλεισε το τηλέφωνο τραβώντας  από το τσιγάρο της μία ρουφηξιά,  ανακουφισμένη.  Ούτε που έβλεπε τον κόσμο που κυκλοφορούσε μπροστά της. Μόνο τον Κώστα, το παλιόπαιδο έβλεπε και ένοιωσε εκείνη την ηδονή να την διαπερνά, λες και ήταν κιόλας μέσα στο αυτοκίνητο.

Έτσι , χωρίς να το καταλάβει, το βλέμμα της έψαξε τον γέρο με τον χαρτοφύλακα στην  μασχάλη. Δεν τον είδε,  είχε εξαφανιστεί στο βάθος  του δρόμου.
Άλλωστε, κάπου στον κόσμο, κάποιες εκλογές είχαν τελειώσει και οι αποφάσεις που είχαν παρθεί είχαν μέσα τους πολύ θάνατο, ιδίως παιδιών.