Πραγματοποιήθηκε χθες το απόγευμα το International Cavafy Festival, η μεγάλη γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα Καβάφη στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας. Μια διοργάνωση με παρουσία ποιητών, λογοτεχνών, επιστημόνων, πολιτικών προσώπων αλλά και του εμπνευστή της ημέρας κ. Φουντούλη.
Στην εκδήλωση βραβεύτηκε, μεταξύ άλλων, με το βραβείο «Σοφοκλής» η Τρικαλινή ποιήτρια Ειρήνη Ντάλα για την βραβευμένη συλλογή “Θεοπνευστία” μέρος ποιημάτων του “Θρυαλλίς Εγένετο”.

Μετά την βράβευση της η Ειρήνη Ντάλα δήλωσε συγκινημένη:
Πόση ευγνωμοσύνη νιώθω για την συμμετοχή μου στην αποψινή εκδήλωση. Θα την κουβαλώ ως “προίκα” στη ζωή μου.” Προίκα” είναι άλλωστε και ο λόγος του μεγάλου Κωνσταντίνου Καβάφη.
Ο αστείρευτα εμπνευσμένος, ο λόγος με την καθάρια σκέψη, το ατόφιο συναίσθημα, τη χαρακτηριστική ειρωνεία, την ξεχωριστή θεατρικότητα, την συμπυκνωμένη φιλοσοφία. Όλα απλόχερα μας τα πρόσφερε με την ποιητική του ευφυία, στίχους αποκούμπι για όποιον τους χρειάζεται.
Εκείνος απλώνει το χέρι και μας βγάζει στην επιφάνεια, έχοντας περάσει και αυτός από τον βυθό. Χέρι έμπειρο, σταθερό, φερέγγυο, άδολο, το χέρι του ποιητή. Άνθρωπος της προσφοράς με το έργο του για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο ο Καβάφης, που συνδέει ανθρώπους πέρα από το χρόνο και το χώρο.
Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξα να απαγγείλω το ποίημά μου «Το χέρι της ζωής» για εκείνον και για όλους εκείνους τους ανθρώπους της προσφοράς που τιμούν τον άνθρωπο, τείνουν το χέρι τους, μας δίνουν ανάσα ζωής, γιατρεύουν πληγές, μεταμορφώνουν, σώζουν.. .ανιδιοτελώς, εγκάρδια και ειλικρινά.

Το χέρι της ζωής
Μυλόπετρες δυο η ψυχή σου
το παρελθόν αλέθουν.
Τινάζεις τη σάρκα μου
απ’ τις καηματίες των ξένων,
Το μυαλό μαζεύεις απ’ τις φωτιές.
Γράμμα το γράμμα
εκ νέου τ’ όνομά μου νοματίζεις
Υπεύθυνα, ολοπρόθυμα.
Τον κόσμο μου ολάκερο
στους ώμους σου ανακρατάς,
σκάλα στον ουρανό σαϊτεύεις
στη ράχη του ν’ ανέβω.
Με χέρι δυνατό, πανάγιο
τους πνιγμούς ξεσποριάζεις, να λιμνάσουν,
τις αυγές ραντίζεις, να ροβολήσουν προς τα ‘δω.
Τούτο το μοσχοβολημένο χέρι
πως τ ’αγαπώ!
Μήτε υποκρίνεται, μήτε προσδοκά,
μόνο παρέχει και υπερέχεται.
Τις μέγγενες νεκρώνει
με τα ωδημένα δάχτυλα,
ελπίδες παντρεύει με ζαφείρια.
Κι εγώ ξεθαρρεύω.
Στη ζωή τολμώ
κατά πως της αξίζει.
Χίλια χέρια σάπια, νεκρωμένα
υπέρ ημών,
-άμοιροι-
φτωχόμυαλα αποθεώστε ως ζωντανά.
Τούτο τ’ατίθασο,το ζείδωρο
που ορκισμένα δίδεται
υπέρ εμού,
άγρυπνα και σ’ άλλη γη
θα το τιμώ, όπως του αξίζει

