Τις τελευταίες ημέρες, έχει ενταθεί η συζήτηση τόσο για τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συνεδρίαση της Υποεπιτροπής Ορεινών Περιοχών*, όσο και για την «επέλαση» γιγάντιων μονάδων ΑΠΕ σε πολλά χωριά της ευρύτερης περιοχής. Παρότι ορισμένοι θεωρούν ότι οι ΑΠΕ μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη του ορεινού όγκου, αντιλαμβανόμενοι αυτές ως δείκτη προόδου και καινοτομίας, παραμένει το γεγονός ότι η κεντρική εξουσία δεν έχει αναλάβει καμία ουσιαστική πρωτοβουλία τα τελευταία χρόνια για να στηρίξει τις ορεινές περιοχές, αλλά επιτρέπει σε μεγάλους παίκτες της αγοράς να τις εκμεταλλεύονται σύμφωνα με τις διαθέσεις τους. Έτσι, αυτές οδηγούνται σταδιακά σε παρακμή, χάνουν την δυναμική τους και τελικά ερημώνουν.
Εικόνα 1.1. Χαρακτηρισμός ορεινών, ημιορεινών και πεδινών Δημοτικών/ Τοπικών Κοινοτήτων βάσει ΕΛΣΤΑΤ.
Μέσα από τη ματιά ενός νέου που μεγάλωσε σε ορεινό χωριό, καμία ουσιαστική κίνηση δεν έχει γίνει τα τελευταία χρόνια για την προστασία των ορεινών περιοχών, και τα μέτρα που έχουν αναγγελθεί κατα καιρούς, μοιάζουν περισσότερο με προσωρινά «παυσίπονα», στοχεύοντας κυρίως στη διατήρηση του ήδη γηρασμένου πληθυσμού. Κάποια άλλα, εστιάζουν αποκλειστικά στην αύξηση των γεννήσεων, θεωρώντας ότι αυτό από μόνο του θα αντιμετωπίσει την ερήμωση. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση όχι μόνο περιορίζει την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, αλλά παραβλέπει και το γεγονός πως η δημογραφική κατάρρευση δεν οφείλεται στη σχέση γεννήσεων-θανάτων, αλλά κυρίως στη μετεγκατάσταση των νέων σε αστικά κέντρα όπως αποδεικνύουν και διάφορες μελέτες. Έτσι, ο βασικός στόχος για την ανάπτυξη του ορεινού όγκου οφείλει να είναι η επιστροφή των νέων μέσα από ένα πλαίσιο ικανοποιητικών υποδομών και κινήτρων, ικανό να πείσει όσους σκέφτονται να φύγουν από την Αθήνα να εγκατασταθούν «στο άδειο σπίτι της γιαγιάς» για να ζήσουν εκεί με αξιοπρέπεια, ακόμη κι αν δεν διαθέτουν άμεση ή εγγυημένη εργασία από κάποια οικογενειακή επιχείρηση.
Παράλληλα, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει εξελιχθεί από τους πιο αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς σε φορείς που απλώς διαχειρίζονται τις κεντρικές πολιτικές αποφάσεις, με συνεχώς αυξανόμενα κόστη και μειωμένο προσωπικό. Ιδιαίτερα δε οι ορεινοί επαρχιακοί δήμοι, μετά το σχέδιο «Καλλικράτης», εκτείνονται σε τεράστιες εκτάσεις, έχοντας υπό την ευθύνη τους δεκάδες χωριά, με το διοικητικό κέντρο να κινείται κυρίως πυροσβεστικά και ψηφοθηρικά, χωρίς να διαθέτει εκ των πραγμάτων τα εφόδια για να δημιουργήσει ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε οικισμού. Έτσι, ένας νέος που θα επέστρεφε στο «Σπίτι της γιαγιάς», με υψηλές δεξιότητες, επαγγελματικά προσόντα και ευρωπαϊκή ματιά, θα συναντούσε, παρά τον κοινοτικό τρόπο ζωής, ένα συγκεντρωτικό και αναποτελεσματικό πλαίσιο, χωρίς χώρους ουσιαστικής συμμετοχής και τοπικής δημοκρατίας σε ουσιαστικές αποφάσεις στρατηγικής, ενώ ταυτόχρονα το χωριό που θα επέστρεφε θα είχε μεταλλαχθεί πιθανώς σε ένα απερίγραπτο δυστοπικό τοπίο λόγω γιγαντιαίων ιδιωτικών έργων ΑΠΕ.
Στο πλαίσιο αυτό, αναζητώντας λύσεις και με γνώμονα ότι ανταγωνιστικότητα και βιοτικό επίπεδο δεν επιτυγχάνονται χωρίς υποδομές, αρκεί να μελετήσει κάποιος τις πρακτικές προηγμένων ορεινών χωρών ή και έρευνες ελληνικών οργανισμών και φορέων για να διαπιστώσει ότι ένας συνδυασμός υποδομών με στοχευμένο, μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψιν τις ανάγκες κάθε δήμου, μπορεί να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή. Αυτό το πλαίσιο, με σαφή χρονοδιαγράμματα, λογοδοσία, άμεση εποπτεία και αυστηρές ποινές, που σήμερα απουσιάζει, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται προκειμένου οι ορεινές περιοχές να ξαναγίνουν βιώσιμες και ελκυστικές, ώστε να μπορέσουν οι νέοι να ανασάνουν.
Ενδεικτικά αναφέρονται:
-
Ενεργειακές κοινότητες και αντιμετώπιση ενεργειακής φτώχειας**: Χρειάζεται μια ολιστική λύση, όπου κάθε δήμος πλέον οφείλει να διαθέτει κοινοτικό ενεργειακό πάρκο, ώστε να μπορεί να αυτοσυντηρείται, να στηρίζει τους πολίτες, και να εκμεταλλεύεται τις εκτάσεις του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επιβαρύνει το περιβάλλον. Ταυτόχρονα, απαιτείται άμεση στήριξη των πολιτών για ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών τους.
-
Σιδηροδρομική σύνδεση: Η άμεση αποκατάσταση και επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου σε όλη την επικράτεια, σε συνδυασμό με τη σύνδεση με τα λιμάνια, αποτελεί καθοριστικό βήμα για την εξυπηρέτηση τόσο των κατοίκων όσο και των επισκεπτών. Έτσι θα επιτευχθούν ταχύτερες και οικονομικότερες μετακινήσεις από κάθε ορεινή κωμόπολη προς την εργασία. Επιπλέον, η αναβάθμιση των εμπορευματικών μεταφορών μέσω τρένου θα μειώσει το κόστος, ενισχύοντας καίρια την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών σε σχέση με άλλες χώρες.
-
Άμεση βελτίωση των υποδομών τηλεπικοινωνιών και δικτύων, ώστε να αυξηθούν οι δυνατότητες για τηλεργασία, τηλεϊατρική, τηλεκπαίδευση, διαδικτυακές πωλήσεις και ψηφιακή επιχειρηματικότητα (96η θέση μεταξύ 154 παγκοσμίως).
Πρόσφατα, μέλος του Συνδέσμου Βιομηχάνων δήλωσε πως δεν υπάρχει καμία επένδυση πλέον στην Αττική. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα υπάρξει στη Θεσσαλία ή κάπου στον ορεινό όγκο, χωρίς καμία στήριξη υποδομών. Ο Ε-65, ως αναπτυξιακή υποδομή πέραν του τουρισμού, δεν αρκεί για να βοηθήσει στην αποκεντροποίηση ή στη μείωση του κόστους μεταφορών. Χρειάζονται εκτεταμένες, κρατικής κλίμακας κοινοτικές υποδομές, γιατί ακόμη και μία πολλά υποσχόμενη επιχείρηση θα αλλάξει περιοχή αν το κόστος μεταφορών και ενέργειας παραμείνει δυσβάσταχτο.
Ωστόσο, ακόμη και αν επιλυθεί το θέμα των υποδομών και μειωθεί το δυσβάσταχτο κόστος ζωής των ορεινών περιοχών εξαιτίας της ενεργειακής φτώχειας και της μετακίνησης, μέσω φοροελαφρύνσεων και παροχών, ο νέος, όπως αναφέρουν και έρευνες σχετικά με τη Gen-Z, θα αναρωτηθεί: «Πώς θα βρω μια δουλειά που να μου αρέσει;». Η λύση βρίσκεται στην οργανωμένη κρατική στήριξη για σύσταση συνεργατικών σχημάτων και βιοτεχνιών με περισσότερα από δέκα άτομα. Μέσα από αυτά, οι κάτοικοι μπορούν να παράγουν, να μεταποιούν και να προωθούν τοπικά προϊόντα, δημιουργώντας ευκαιρίες εργασίας από την παραγωγή και τη συσκευασία μέχρι το μάρκετινγκ. Έτσι, ο νέος θα έχει επιλογές και δεν θα νιώθει ότι θυσιάζει την επαγγελματική του σταδιοδρομία επειδή μένει στο χωριό, καθώς εργάζεται στον τομέα του και σε κάτι που του ανήκει.
Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι η αντίληψη πως η επιστροφή στο χωριό δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως θυσία ή ως λύση ανάγκης, αλλά ως μια εναλλακτική ζωής με προσωπικό νόημα. Οι κρατικοί φορείς οφείλουν να παρουσιάσουν εθνικό πλάνο ανάπτυξης του ορεινού όγκου, ώστε να μπορεί ο νέος να πει «διάλεξα να επιστρέψω» και όχι «δεν είχα άλλη επιλογή», διότι αλλιώς θα ξαναφύγει στην πρώτη ευκαιρία, καθώς αισθήματα όπως αυτό του εγκλεισμού θα επικρατήσουν. Με τη στεγαστική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση να εντείνονται, το ερώτημα της μετεγκατάστασης στο εξωτερικό ή της επιστροφής στην επαρχία θα καταστεί άμεσα, σχεδόν αναπόφευκτο για πολλούς, οδηγώντας σε άλλη μια γενιά μεταναστών. Μόνο μέσα από ένα ολιστικό σχέδιο θα ανάψει ξανά το φως «στο άδειο σπίτι της γιαγιάς», όχι απλώς ως τουριστικό κατάλυμα, αλλά ως ένα πραγματικά ζωντανό σπιτικό.
Πηγή: (Ε.Ε.Τ.Α.Α. ΟΡΕΙΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ – Υφιστάμενη κατάσταση και προτάσεις για αναπτυξιακές κατευθύνσεις).
* H Ελλάδα είναι η τρίτη πιο ορεινή χώρα στην Ευρώπη μαζί με τη Σλοβενία και μετά την Ελβετία και την Νορβηγία καθώς το 78% της έκτασής της θεωρείται ορεινό ή ημιορεινό, βάση των κριτηρίων της Nordregio. Μία και μόνη υποεπιτροπή δεν αρκεί για τη χάραξη ολοκληρωμένης στρατηγικής.
** Ένα νοικοκυριό βρίσκεται σε κατάσταση ενεργειακής φτώχειας εάν, προκειμένου να διατηρήσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο θέρμανσης, θα απαιτούνταν να ξοδέψει πάνω από το 10% του εισοδήματός του (συμπεριλαμβανομένου του στεγαστικού επιδόματος ή της ενίσχυσης εισοδήματος για την αποπληρωμή στεγαστικού δανείου) για όλες τις οικιακές χρήσεις καυσίμων/ενέργειας. Όταν για αυτές απαιτείται πάνω από το 20% του εισοδήματος, η κατάσταση αποκαλείται «κατάσταση ακραίας ενεργειακής φτώχειας (EPEE 2009).
Eυάγγελος (Βαγγέλης) Φουφίκος