Πώς φτάσαμε στην χρεωκοπία; Ποιος ευθύνεται για την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και την άγρια περίοδο των μνημονίων; Συχνά, η ευθύνη αποδίδεται σε εξωτερικούς παράγοντες: στην ένταξη στο ευρώ ή στη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, αυτά τα γεγονότα δεν δημιούργησαν το πρόβλημα· απλώς το αποκάλυψαν.
Το πραγματικό ζήτημα ήταν βαθύτερο: ένα ολόκληρο σύστημα διακυβέρνησης που διαμορφώθηκε σταδιακά από τη Μεταπολίτευση και μετά, κυρίως υπό την εναλλασσόμενη εξουσία της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Ένα σύστημα που δεν βασιζόταν στην παραγωγή πλούτου, αλλά στη διανομή πόρων – συχνά δανεικών.
Στον πυρήνα του βρισκόταν το πελατειακό κράτος. Πολίτες αντιμετωπίζονταν όχι ως φορολογούμενοι με δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά ως ψηφοφόροι προς εξυπηρέτηση. Προσλήψεις στο Δημόσιο, επιδοτήσεις, μεταθέσεις, «διευκολύνσεις» – όλα εντάσσονταν σε μια λογική ανταλλαγής: πολιτική στήριξη με αντάλλαγμα παροχές. Το κράτος μεγάλωνε, αλλά όχι απαραίτητα σε αποτελεσματικότητα ή ποιότητα υπηρεσιών.
Για να συντηρηθεί αυτό το μοντέλο, απαιτούνταν συνεχής χρηματοδότηση. Και εδώ εισέρχεται ο δανεισμός. Αντί για δύσκολες αποφάσεις –όπως η διεύρυνση της φορολογικής βάσης ή ο περιορισμός της σπατάλης– επιλέχθηκε η εύκολη λύση: δανεικά. Ιδιαίτερα μετά την ένταξη στο ευρώ, το κόστος δανεισμού μειώθηκε και η πρόσβαση στις αγορές έγινε ευκολότερη. Αντί αυτό να αξιοποιηθεί για παραγωγική ανασυγκρότηση, χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό για κατανάλωση και συντήρηση του ίδιου συστήματος.
Παράλληλα, η φορολογική βάση παρέμενε ασθενής. Η φοροδιαφυγή ήταν εκτεταμένη και κοινωνικά ανεκτή, ενώ το βάρος έπεφτε δυσανάλογα σε μισθωτούς και συνεπείς φορολογούμενους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κράτος που ξόδευε σαν να είχε ισχυρά έσοδα, χωρίς όμως να τα διαθέτει.
Σε αυτό το ήδη προβληματικό πλαίσιο προστέθηκαν η διαφθορά και η διαπλοκή. Δημόσια έργα με υπερκοστολογήσεις, προμήθειες με αδιαφανείς διαδικασίες, σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ πολιτικής εξουσίας, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης. Δεν επρόκειτο για μεμονωμένες παρεκκλίσεις, αλλά για δομικά στοιχεία ενός συστήματος που αναπαραγόταν. Οι πόροι δεν κατευθύνονταν πάντα εκεί όπου υπήρχε πραγματική ανάγκη ή αναπτυξιακή προοπτική, αλλά εκεί όπου υπήρχε πολιτικό ή οικονομικό όφελος.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα μοντέλο που φαινόταν να λειτουργεί – όσο υπήρχαν δανεικά. Η ανάπτυξη ήταν σε μεγάλο βαθμό επίπλαστη, βασισμένη στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγικότητα. Οι ανισορροπίες συσσωρεύονταν κάτω από την επιφάνεια.
Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση το 2008, το σύστημα αυτό εκτέθηκε. Οι αγορές άρχισαν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα των ελληνικών δημοσιονομικών, το κόστος δανεισμού εκτοξεύτηκε και η χώρα βρέθηκε αποκλεισμένη. Δεν ήταν η κρίση που δημιούργησε τα ελλείμματα και το χρέος· ήταν η στιγμή που κατέστη σαφές ότι το υπάρχον μοντέλο δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί.
Το συμπέρασμα είναι άβολο αλλά αναγκαίο: η κρίση δεν ήταν ένα «ατύχημα» ούτε απλώς αποτέλεσμα κακών συγκυριών. Ήταν η φυσική κατάληξη ενός συστήματος που συνδύαζε πελατειακές πρακτικές, δανεική ευημερία, αδύναμους θεσμούς, διαφθορά και διαπλοκή.
Η συνέχεια αυτού του προβληματικού μοντέλου δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το ποιοι το διαχειρίστηκαν και, κυρίως, από το πώς αναπαράχθηκαν πολιτικά μέσα σε αυτό. Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξαν απλώς φορείς εξουσίας εντός του συστήματος· σε μεγάλο βαθμό, η ίδια τους η πολιτική ισχύς στηρίχθηκε στη λειτουργία του.
Το πελατειακό κράτος, οι μηχανισμοί εξυπηρετήσεων, η διαχείριση πόρων και η πρόσβαση στην εξουσία δημιούργησαν ένα πλέγμα σχέσεων που συνέδεε κόμματα, πολίτες και συμφέροντα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εκλογική επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από προγράμματα και ιδέες, αλλά από την ικανότητα διατήρησης και αναπαραγωγής αυτών των δικτύων. Με άλλα λόγια, το σύστημα δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών· ήταν και ο μηχανισμός που εξασφάλιζε τη συνέχιση αυτών των επιλογών.
Φαύλος κύκλος , όσο το σύστημα λειτουργεί, ενισχύει εκείνους που το συντηρούν· και όσο εκείνοι παραμένουν κυρίαρχοι, το σύστημα παραμένει ζωντανό. Η αλλαγή, υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, όχι μόνο λόγω πολιτικού κόστους, αλλά και επειδή αγγίζει ένα ευρύ πλέγμα αλληλεξαρτήσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ένα φαινόμενο που συχνά υποτιμάται ή παρερμηνεύεται : η αυξανόμενη αποχή από τις εκλογές. Η αποχή δεν είναι απλώς ένδειξη αδιαφορίας· μπορεί να ερμηνευτεί και ως ένδειξη αποξένωσης ή δυσπιστίας απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που θεωρείται αναλλοίωτο. Ένα μέρος της κοινωνίας –εκείνο που παραμένει συνδεδεμένο, άμεσα ή έμμεσα, με τους μηχανισμούς του κράτους και των κομμάτων– συνεχίζει να συμμετέχει ενεργά, έχοντας λόγο να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση. Αντίθετα, ένα άλλο, ευρύτερο ίσως τμήμα, απογοητευμένο ή αποστασιοποιημένο, επιλέγει την αποχή.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη ισορροπία: η πολιτική εκπροσώπηση διαμορφώνεται σε σημαντικό βαθμό από εκείνους που έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να συμμετέχουν, ενώ όσοι επιθυμούν αλλαγή συχνά μένουν εκτός της διαδικασίας. Έτσι, η αποχή, αντί να λειτουργεί ως πίεση για μεταρρυθμίσεις, καταλήγει –έστω άθελά της– να διευκολύνει τη διαιώνιση του ίδιου συστήματος.
Υπό αυτή την οπτική, η παραμονή των ίδιων πολιτικών δυνάμεων στο προσκήνιο δεν είναι απλώς αποτέλεσμα εκλογικών συσχετισμών, αλλά και αντανάκλαση μιας βαθύτερης δομής που συνδέει την πολιτική ισχύ με τη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Και όσο αυτή η δομή παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη, η υπέρβαση του μοντέλου που οδήγησε στην κρίση παραμένει ένα ζητούμενο ανοιχτό.
Το τελικό, ίσως πιο δύσκολο, συμπέρασμα αφορά την ίδια τη δυνατότητα αλλαγής. Αν το σύστημα αυτό υπήρξε ο τροφοδότης της πολιτικής ισχύος εκείνων που το διαμόρφωσαν, τότε η ουσιαστική ανατροπή του δεν μπορεί να επέλθει χωρίς την πολιτική τους αποδυνάμωση. Όχι ως πράξη τιμωρίας, αλλά ως αναγκαία συνθήκη για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της αναπαραγωγής του.
Διότι στην πορεία των δεκαετιών, οι δημιουργοί αυτού του μοντέλου κατέληξαν, σε σημαντικό βαθμό, να γίνουν οι ίδιοι δημιουργήματά του: εξαρτώμενοι από τους μηχανισμούς που οικοδόμησαν, εγκλωβισμένοι στις ισορροπίες που συντήρησαν. Και όσο αυτή η σχέση παραμένει ενεργή, κάθε προσπάθεια βαθιάς μεταρρύθμισης θα προσκρούει στα ίδια τα θεμέλια του συστήματος.
Προϋπόθεση για την πραγματική υπέρβαση, δεν είναι μόνο η αναγνώριση των παθογενειών, αλλά και η διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού συσχετισμού που δεν θα εξαρτάται από αυτές. Μόνο τότε μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης – λιγότερο εξαρτημένο από το παρελθόν και περισσότερο προσανατολισμένο στο μέλλον.

