Το ρίσκο του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ

Η κυβέρνηση εμμένει στη διατήρηση της υψηλής έμμεσης φορολογίας, η οποία, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, προσφέρει πρωτοφανώς υψηλά έσοδα. Η εμμονή σε αυτές τις επιλογές δημιουργεί όμως έναν πεπερασμένο πολιτικό χώρο. Αρκούν οι εμβαλωματικές παρεμβάσεις για τη δημιουργία ενός ρεύματος που θα δώσει στον Μητσοτάκη μια τρίτη εντολή διακυβέρνησης; 

 Λιγότερες από δύο εβδομάδες απομένουν για την εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εφετινή ΔΕΘ και στο διάστημα αυτό μάλλον δεν θα πρέπει να ποντάρει κανείς σε σπουδαίες εκπλήξεις – τουλάχιστον όχι από την πλευρά της κυβέρνησης. Κατά τη λογική σειρά των πραγμάτων, ο Πρωθυπουργός θα εγκαινιάσει την πολιτική (και προεκλογική) περίοδο με τις εξαγγελίες του και στη συνέχεια θα προστεθούν οι διάφορες παράμετροι στην εξίσωση, με τα όσα σχεδιάζει ο Αλέξης Τσίπρας, όποιες κινήσεις κατορθώσει να δρομολογήσει το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης, όσα ανακοινώσει ο Αντώνης Σαμαράς και όσα καταγράψουν οι δημοσκοπήσεις.

Κάπως έτσι θα κυλήσει η προεκλογική περίοδος, με όποια απρόοπτα συμβούν τους προσεχείς μήνες και με το ενδιαφέρον ως προς αυτά να πέφτει καταρχάς στους σχεδιασμούς και τις διαθέσεις της Τουρκίας. Αναπόφευκτα, οι ανακοινώσεις Μητσοτάκη στη ΔΕΘ θα δώσουν τον τόνο για το αμέσως προσεχές διάστημα. Και, ενόψει αυτών, στην κυβέρνηση μιλούν για προσπάθεια ανάκτησης των χαμένων ψήφων του 2023.

Αν δηλαδή ληφθεί υπόψη η σημερινή δημοσκοπική επίδοση της κυβέρνησης, στην πιο θετική για εκείνη εκδοχή του 30%, στρατηγικός στόχος είναι η κάλυψη ενός κενού 7-8 ποσοστιαίων μονάδων, με εφαλτήριο τα μέτρα που σε λίγες ημέρες θα ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός. Είναι αυτή μια ρεαλιστική προσδοκία; Ή μήπως το πολιτικό κεφάλαιο που έχει χάσει η κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας της είναι πολύ δύσκολο να αναπληρωθεί; Αυτό το ερώτημα συνθέτει και το ρίσκο που εμπεριέχει η εφετινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη.

Με οικονομικο-πολιτικούς όρους η πολιτική διακύβευση της επόμενης περιόδου έχει τα εξής χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση εμμένει σε έναν μπούσουλα ο οποίος δείχνει ευλαβική προσήλωση στη διατήρηση της υψηλής έμμεσης φορολογίας, η οποία, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, προσφέρει πρωτοφανώς υψηλά έσοδα. Αυτά με τη σειρά τους σχηματίζουν τα υπερπλεονάσματα, τα οποία στη συνέχεια μοιράζονται είτε ως επιδόματα είτε ως «στοχευμένες παρεμβάσεις», ενώ ταυτόχρονα διευκολύνουν και την επίσπευση της αποπληρωμής του χρέους.

Για όλα αυτά επαίρονται (εν μέρει και ορθώς) στο Μαξίμου και αλληλοσυγχαίρονται οι υπουργοί. Από την άλλη πλευρά, όμως, η εμμονή σε αυτές τις επιλογές δημιουργεί έναν πεπερασμένο πολιτικό χώρο. Δεν επιτρέπει κάποια ουσιαστική και δημιουργική φορολογική μεταρρύθμιση, δεν προσφέρει ουσιαστικά περιθώρια κινήσεων σε μικρομεσαίους, μισθωτούς και συνταξιούχους και ουσιαστικά διαμορφώνει ένα περιβάλλον εγκλωβισμού για τη λεγόμενη μεσαία τάξη, η οποία και κρίνει σε έναν σημαντικό βαθμό το εκλογικό αποτέλεσμα.

Εν αναμονή των νέων εξαγγελιών της εφετινής ΔΕΘ οφείλει κανείς να έχει υπόψιν ένα στοιχείο. Ανάλογες παρεμβάσεις είχε ανακοινώσει και πέρυσι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τα δημοσκοπικά ποσοστά της κυβέρνησης ουσιαστικά παραμένουν αμετάβλητα έκτοτε. Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα που τίθεται και θα απαντηθεί τις επόμενες εβδομάδες είναι αν και κατά πόσον οι εξ ορισμού εμβαλωματικές παρεμβάσεις που αναμένονται, επαρκούν για τη δημιουργία ενός πολιτικού ρεύματος που θα δώσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη μια τρίτη εντολή διακυβέρνησης.

Πηγή: Protagon.gr