Στη Χαριλάου Τρικούπη δεν θα μείνουν σε σενάρια: η διαδρομή ΣΥΡΙΖΑ-Κασσελάκης-ΠΑΣΟΚ γίνεται ολοένα και πιο συνήθης. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εξασφαλίσει τη συνεργασία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ που δεν τους φανταζόταν κανείς πριν λίγο καιρό, και μάλιστα από τα ψηλά κλιμάκια
Όταν πριν τρεις εβδομάδες η νεαρή δικηγόρος Μυρτώ Κορoβέση βρέθηκε με μια έδρα της Ανατολικής Αττικής στα χέρια, συνέπεια μιας σειρά συγκυριών (παραίτηση Γιώργου Καραμέρου, άρνηση του Χρ. Σπίρτζη να πάρει την έδρα, θάνατος Ν. Αθανασίου), έγινε αντικείμενο επιθέσεων διόλου κομψών και σε μεγάλο βαθμό σεξιστικών. Οι υποστηρικτές και οι υποστηρίκτριες του Τσίπρα -κατά κύριο λόγο- βρήκαν εξαιρετικά ανήθικο ότι αντί να ανεξαρτητοποιηθεί και να υπονοήσει ότι συντάσσεται με την ΕΛ.Α.Σ. όπως η πλειονότητα των αποχωρούντων από τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτή δήλωσε ότι θα παραμείνει ανεξάρτητη ως στέλεχος -και δη αντιπρόεδρος- στο κόμμα του Κασσελάκη. Λίγες ημέρες μετά, το πρόβλημα αυτό λύθηκε.
Η κυρία Κοροβέση έγινε ένα ακόμα όνομα στη λίστα των ανθρώπων που αποχώρησαν από τους «Δημοκράτες», οι οποίοι φλερτάρουν άλλωστε με τον αφανισμό. Η δήλωση αποχώρησης της κυρίας Κοροβέση υπήρξε μετριοπαθής, αλλά η απάντηση των Δημοκρατών δεν ήταν ανάλογου ύφους: «Της ευχόμαστε καλή τύχη στο ΠΑΣΟΚ», έγραψαν. Το ΠΑΣΟΚ δεν αντέδρασε. Την ίδια εκείνη μέρα καλωσόρισε στις τάξεις του τον Μιχ. Χουρδάκη, σχεδόν διορισμένο βουλευτή Θεσσαλονίκης από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, που μεταπήδησε και αυτός για λίγο στον Κασσελάκη, απέκτησε εκεί κάποιους βαρύγδουπους τίτλους (προς εκνευρισμό των παλαιότερων ακολούθων του), μέχρι να αποχωρήσει και αυτός. Έως τώρα, η χειρότερη περίοδος της Βουλής ήταν οι τελευταίοι μήνες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Με αφορμή την ενδοκυβερνητική διαφωνία σχετικά με την Συμφωνία των Πρεσπών, βουλευτές πήγαιναν από τη μία Κ.Ο. στην άλλη, προκειμένου να διατηρηθούν οι ισορροπίες: από τους ΑΝΕΛ στον ΣΥΡΙΖΑ για να μην χαθεί η δεδηλωμένη, από τους ανεξάρτητους στους ΑΝΕΛ για να μην διαλυθεί η Κ.Ο. του Πάνου Καμμένου, από το Ποτάμι προς διάφορες κατευθύνσεις, μέχρι και μια βουλευτίνα του μακαρίτη Βασίλη Λεβέντη είχε επιστρατευτεί για να στηρίξει την κυβέρνηση. Το ρεκόρ αυτό απειλείται σοβαρά σήμερα.
Στην πράξη, η περίοδος εκείνη ίσως να έχει ήδη ξεπεραστεί, με μοναδική διαφορά ότι αυτή τη φορά η κυβέρνηση δεν εμπλέκεται ευθέως σε αυτό το πήγαινε – έλα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη το ΠΑΣΟΚ δεν μένει απαθές. Πριν τον Χουδράκη, είχε προσθέσει στην κοινοβουλευτική του δύναμη τη Ράνια Θρασκιά και τον Πέτρο Παππά, επίσης σχετιζόμενους με το κόμμα Κασσελάκη, αλλά προερχόμενους από τον ΣΥΡΙΖΑ. Σε έναν κόσμο αστάθειας, η Χαριλάου Τρικούπη, αν μη τι άλλο, προσφέρει ένα καταφύγιο σταθερότητας: μια κοινοβουλευτική ομάδα που δεν θα διαλυθεί, ένα κόμμα που θα υπάρχει και αύριο.
Επίσης, με τη θέση του στην πολιτική γεωγραφία, προσφέρει και μια ευελιξία σε όποιον προσχωρεί σε αυτό. Αν και στην πραγματικότητα οι προγραμματικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ βρίσκονται αριστερότερα εκείνων της ΕΛΑΣ, το κόμμα για την ώρα προσφέρει πιο άνετο χώρο για συντηρητικές αποκλίσεις. Ο Χουρδάκης για παράδειγμα, υπήρξε πολέμιος τόσο της Συμφωνίας των Πρεσπών όσο και του γάμου ομόφυλων ζευγαριών. Τίποτα από τα δύο δεν είναι παράξενο στο ΠΑΣΟΚ. Όλα αυτά, έως τώρα, παραπέμπουν σε μια ταπεινή συγκομιδή. Ωστόσο, φαίνεται ότι στη Χαριλάου Τρικούπη δεν θα μείνουν σε αυτήν. Η διαδρομή ΣΥΡΙΖΑ – Κασσελάκης – ΠΑΣΟΚ γίνεται ολοένα και πιο συνήθης.
Η κυρία Κοροβέση θα χρειαστεί ίσως να κάνει λίγο υπομονή ακόμα, αλλά ο ναύαρχος Αποστολάκης έχει ήδη συμφωνήσει για τον επαναπατρισμό του, ενώ οι κ.κ. Μάλαμα και Πούλου βρίσκονται επίσης κοντά σε συμφωνία. Πιο σύνθετα είναι τα πράγματα για τη Θεοδώρα Τζάκρη, η οποία χρεώνεται την εγκατάλειψη του κόμματος στα δύσκολα (και σκοντάφτει και στον περιορισμό των θητειών που ο Ν. Ανδρουλάκης είχε θεσπίσει για να αποκλείσει τον Χ. Καστανίδη), ενώ η Νίνα Κασιμάτη μάλλον επιστρέφει στον χώρο της, χωρίς να κάνει την «τράνζιτ» στάση στου Κασσελάκη.
Η αύξηση της ποσότητας δημιουργεί ποιοτικές αλλαγές -όπως έχει εξηγήσει ο Καρλ Μαρξ- και σε κάθε περίπτωση εδώ έχουμε να κάνουμε με την εμφάνισης ενός φαινομένου με στρατηγικά χαρακτηριστικά. Ο Νίκος Ανδρουλάκης μαζεύει σιγά σιγά, όλο το κομμάτι που το 2023 στήριξε φανατικά τον Κασσελάκη απέναντι στο «αριστεροχώρι» του ΣΥΡΙΖΑ και παρέμεινε κατ’ ουσία ανέστιο μετά την ανατροπή του το 2024. Στην πράξη, η προσπάθεια είναι να διεμβολιστεί με κάποιον τρόπο ο «χώρος Τσίπρα», που αυτή τη στιγμή μοιάζει να ηγεμονεύει στην γκρίζα ζώνη των ψηφοφόρων που εδώ και 15 χρόνια κινούνταν ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, χωρίς ποτέ είτε να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη προς το δεύτερο είτε να καταφέρνουν να ταυτιστούν με τον πρώτο.
Οι πιθανότητες μοιάζουν μικρές, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι οι βουλευτές κουβαλούν καμιά φορά μαζί τους και έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο μηχανισμό. Περισσότερο ωστόσο από το να φτιάξει μια ΚΟ που μπορεί στο τέλος να ξεπεράσει και τα 40 μέλη, σε μια εντελώς απαξιωμένη όμως Βουλή, το ΠΑΣΟΚ φιλοδοξεί να κάνει κάτι άλλο: να παρουσιάσει τον εαυτό του ως το «κανονικό» κόμμα της αντιπολίτευσης, αυτό που αντιπαρατάσσεται στην κυβέρνηση με πολιτικούς όρους και ως τέτοιο γίνεται ελκυστικό προς τα πολιτικά πρόσωπα.
Για να το πετύχει αυτό, δεν μπορεί να αρκεστεί στους βετεράνους της διαλυμένης στρατιάς του Κασσελάκη. Πρέπει να διευρυνθεί και με άλλους. Και πράγματι, προς αυτό κινείται. Αρωγός του σε αυτό είναι, κατά έναν περίεργο τρόπο, ο ίδιος ο βασικός του αντίπαλος, ο Αλ. Τσίπρας. Όσο ο πρώην πρωθυπουργός αρνείται να εντάξει εν ενεργεία βουλευτές στο κόμμα του, μεγαλώνουν παράλληλα και η ανασφάλειά τους και τα σενάρια. Κάποιοι, θεωρούν ότι εν όψει εκλογών, έστω και την τελευταία στιγμή, η ΕΛ.Α.Σ. θα ανοίξει την αγκαλιά της σε όλους. Άλλοι, εκτιμούν ότι ο παράδεισος του Τσίπρα μοιάζει με αυτόν των όψιμων χριστιανικών αιρέσεων στις ΗΠΑ: χωράει λίγους.
Αλλά, όπως και να ‘χει, οι ίδιοι οι βουλευτές θα ήθελαν να ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον σχετικά έγκαιρα -ώστε να ενημερώσουν και τους ψηφοφόρους τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εξασφαλίσει τη συνεργασία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ που δεν τους φανταζόταν κανείς πριν λίγο καιρό, και μάλιστα από τα ψηλά κλιμάκια, που μέχρι πρότινος κατηγορούνταν ότι λειτουργούν ως «μπροστινοί» του πρώην πρωθυπουργού. Μάλιστα, ορισμένες επαφές σε αυτή την κατεύθυνση είναι αρκετά προχωρημένες. Το ερώτημα είναι αν κανείς έχει πραγματικά να κερδίσει από αυτό. Ο Αλ. Τσίπρας έχει ρητή συμβουλή από τους επικοινωνιολόγους του να μην χρησιμοποιήσει αν είναι εφικτό κανέναν από την παλιά φρουρά του ΣΥΡΙΖΑ. Αν το ξανασκέφτεται είναι γιατί δεν είναι καθόλου βέβαιος ότι έχει μηχανισμό να βγάλει εκλογές διαφορετικά, ειδικά στην περιφέρεια.
Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει τέτοια προβλήματα και θα πρέπει να σταθμίσει αν η συνεργασία με στελέχη της προηγούμενης από αυτό αξιωματικής αντιπολίτευσης θα του προσφέρουν κάτι και τι. Ειδικά, καθώς όλα δείχνουν ότι στον κάθετο άξονα Αριστεράς – Δεξιάς (που παρά τις κοινότοπες φλυαρίες παραμένει ισχυρός), στις επόμενες εκλογές θα προστεθεί και ο οριζόντιος άξονας συστημικότητα – αντισυστημικότητα. Και το ΠΑΣΟΚ, που αδυνατεί να θεωρηθεί κάτι άλλο εκτός από συστημικό, θα κληθεί να αποφασίσει σε ποιο βαθμό θέλει να απομακρυνθεί από τη γκρίζα ζώνη στο πρώτο ερώτημα.
Πηγή: Protagon.gr
