Το 2025: μια χαμένη χρονιά για την πολιτική, όχι όμως για την κοινωνία

Γράφει ο Γεώργιος Αποστολάκης Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ

Το 2025 δεν θα μείνει στην ιστορία της Χώρας μας ως χρονιά προόδου. Περισσότερο θα καταγραφεί ως μια περίοδος πολιτικής αδράνειας, θεσμικής κόπωσης και κανονικοποίησης της αδικίας. Μια χρονιά όπου η εξουσία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, έδειξε ότι μπορεί να αντέξει την κοινωνική δυσαρέσκεια, αρκεί να τη διαχειρίζεται επικοινωνιακά.

Στην Ελλάδα, το αφήγημα της «σταθερότητας» κυριάρχησε. Όμως πίσω από τους δείκτες και τις εκθέσεις, συσσωρεύτηκε μια βαθιά αίσθηση αδικίας: ότι τα λάθη των ισχυρών δεν πληρώνονται, ότι οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά και ότι η πολιτική έχει απομακρυνθεί από την κοινωνία.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη γενικευμένη απογοήτευση, υπήρξε ένα γεγονός που διέψευσε την ιδέα πως «τίποτα δεν κινείται».

Τέμπη: το σημείο που η κοινωνία είπε «ως εδώ»

Η υπόθεση του εγκλήματος των Τεμπών, δύο χρόνια μετά την τραγωδία, μετατράπηκε το 2025 από μια ανοιχτή πληγή σε πολιτικό και ηθικό ορόσημο. Οι μαζικές κινητοποιήσεις, η επιμονή των οικογενειών των θυμάτων και η δημόσια παρουσία της Μαρία Καρυστιανού ανέδειξαν κάτι που το πολιτικό σύστημα είχε υποτιμήσει: ότι η κοινωνία δεν έχει αποδεχθεί τη λήθη ως λύση.

Το αίτημα δεν είναι κομματικό. Δεν είναι ιδεολογικό. Είναι στοιχειώδες: δικαιοσύνη, αλήθεια, λογοδοσία, κάθαρση. Και ακριβώς γι’ αυτό ενόχλησε. Διότι αποκάλυψε το κενό ανάμεσα στην κοινωνική ηθική και την πολιτική πρακτική.

Το 2025 φάνηκε καθαρά πως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ένα δυστύχημα· ήταν ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αντιμετωπίζει τις τραγωδίες ως «επικοινωνιακές κρίσεις» και όχι ως δοκιμασίες δημοκρατίας.

 Την ίδια στιγμή, το ζήτημα των παρακολουθήσεων, της θεσμικής διαφάνειας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης παρέμεινε μετέωρο. Το 2025 δεν έφερε την κάθαρση που πολλοί περίμεναν. Έφερε, αντίθετα, κόπωση.

Και η κόπωση είναι επικίνδυνη. Γιατί όταν ο πολίτης συνηθίζει την ιδέα ότι «τίποτα δεν αλλάζει», τότε η δημοκρατία χάνει το πιο κρίσιμο καύσιμό της: τη συμμετοχή.

Η αδικία δεν εκδηλώνεται μόνο με σκάνδαλα. Εκδηλώνεται και με την απουσία συνεπειών.

Οικονομία: αριθμοί που δεν πείθουν

Ναι, το 2025 καταγράφηκαν θετικοί οικονομικοί δείκτες. Ανάπτυξη, επενδύσεις, «καλές επιδόσεις». Όμως η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους της κοινωνίας έλεγε κάτι άλλο: ακρίβεια, στεγαστική ασφυξία, επισφαλής εργασία, ανισότητες. Άλλα μεγέθη στις τσέπες των ολιγαρχών και των φίλων της κυβέρνησης, άλλα στις λαϊκές τσέπες.

Το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και την κοινωνική πραγματικότητα μεγάλωσε. Και όταν μεγαλώνει αυτό το χάσμα, η πολιτική χάνει τη νομιμοποίησή της, ακόμα κι αν κερδίζει εκλογές.

Τι προμηνύει το 2026;

Το 2026 δεν ξεκινά με αισιοδοξία. Ξεκινά με ανοιχτούς λογαριασμούς.

  • Θα υπάρξει ουσιαστική δικαστική εξέλιξη για τα Τέμπη (=απόδοση δικαιοσύνης σε όλα τα επίπεδα και όχι μόνο στο «ανθρώπινο λάθος») ή θα επιβεβαιωθεί η αίσθηση συγκάλυψης;
  • Θα ενισχυθεί το κράτος δικαίου ή θα συνεχιστεί η λογική της «θεσμικής αντοχής» χωρίς λογοδοσία;
  • Θα μεταφραστεί η κοινωνική αφύπνιση σε διαρκή πίεση ή θα εξαντληθεί στη συγκίνηση;

Το μεγάλο δίλημμα της επόμενης χρονιάς, μάλλον των επόμενων εκλογών, δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά πώς. Με όρους ευθύνης ή με όρους διαχείρισης; Με σεβασμό στον πολίτη ή με φόβο απέναντί του;

Η κοινωνία, το 2025, έδειξε ότι δεν έχει νεκρωθεί. Η κοινωνική συσπείρωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων γύρω από τον αγώνα της Μαρίας Καρυστιανού και του Συλλόγου Θυμάτων για το έγκλημα των Τεμπών είναι το σπουδαιότερο πολιτικό γεγονός μετά τη μεταπολίτευση. Ένα γεγονός παρήγορο, βαθιά ανθρώπινο. Σημάδι ότι δεν νεκρωθήκαμε.

Υπάρχουν ακόμη πράγματα που αγγίζουν το θυμικό του Έλληνα και τον εξεγείρουν. Υπάρχουν ακόμη πρότυπα, όπως αυτό της «Μάνας» Καρυστιανού,  που συσπειρώνουν, εμπνέουν και οδηγούν. Με μία προϋπόθεση: να παραμείνουν θυσιαστικά και να μην υποκύψουν στον πειρασμό της εξουσίας.

Χρειαζόμαστε έναν θυσιαστικό ηγέτη. Κάποιον που να μας εμπνεύσει και να μας έλξει σαν μαγνήτης. Ίσως οι καιροί να τον γεννήσουν. Με πολλούς πόνους.

Η κοινωνία έδειξε ότι αναγνωρίζει ακόμη τα πρότυπα που γεννιούνται από πόνο και θυσία – και όχι από φιλοδοξία. Το ερώτημα για το 2026 είναι αν η πολιτική θα τολμήσει να σταθεί στο ύψος αυτής της κοινωνίας.

Αν όχι, τότε η κρίση δεν θα είναι απλώς πολιτική. Θα είναι βαθιά δημοκρατική.