Πρoτού απαντήσει κανείς στο ερώτημα του τίτλου, θα πρέπει να απαντηθεί ένα άλλο, σημαντικότερο: Αξίζει ο ΣΥΡΙΖΑ να σωθεί; Πολλοί θα πουν ότι πρέπει, διότι είναι ένα ιστορικό κόμμα, κ.λπ. Τα κόμματα δεν είναι μουσειακά εκθέματα, όμως. Είναι ζώντες οργανισμοί, κομβικοί στη λειτουργία της δημοκρατίας. Εάν ένας τέτοιος οργανισμός είτε έχει ολοκληρώσει τον βιολογικό του κύκλο, είτε πλέον δεν έχει καμία χρησιμότητα, γιατί να διατηρείται σε μηχανική υποστήριξη; Τούτων λεχθέντων, ας πάμε στο διά ταύτα, στον Παύλο Πολάκη δηλαδή, aka «αψύ Σφακιανό». Στην περίπτωσή του υπάρχει ένα μεγάλο παράδοξο: Ενώ η όλη πολιτική πορεία, στάση και συμπεριφορά του βασίζεται στο αφήγημα του «ντόμπρου» και πεντακάθαρου, ταυτόχρονα υπάρχουν πολύ σοβαρά ερωτήματα για τα πραγματικά του κίνητρα. Όλα δείχνουν ότι ο κ. Πολάκης θα πετύχει τελικά αυτό που πάντα ήθελε, να γίνει αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή. Κυρίως διότι δεν έχει μείνει άλλος υποψήφιος. Ο ίδιος ίσως το διαψεύσει («εμένα με ενδιέφερε το κόμμα και όχι οι καρέκλες»), αλλά θα τον πιστέψουμε άμα θέλουμε.
Το ερώτημα είναι κατά πόσον ο ίδιος συνέβαλε στον ευτελισμό του ΣΥΡΙΖΑ κατά λάθος ή εσκεμμένα λόγω της επιθυμίας του αυτής. Όταν, για παράδειγμα, στήριξε μετά μανίας τον Στέφανο Κασσελάκη, ή και τον έφερε ο ίδιος στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως επιμένουν πολλοί, δεν έβλεπε ότι ο Κασσελάκης ήταν η αρχή του τέλους; Όταν απείχε της ψηφοφορίας για τον γάμο των ομοφύλων, λέγοντας εκείνα τα τραγικά για τους «πάνω από τα 300 μέτρα στην Κρήτη», δεν ήξερε ότι έκανε κακό στο κόμμα, αλλά καλό στην προσωπική του εκλογική μαγιά; Κουτός δεν είναι. Ο Πολάκης είχε ένα συγκεκριμένο όραμα για τον ΣΥΡΙΖΑ, που γίνεται πιο κατανοητό όταν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν του. Εφυγε από την ΚΝΕ μετά τη συμμετοχή του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Τζανετάκη. Υπήρξε ένθερμος συνδικαλιστής, αλλά και ακτιβιστής, πηγαίνοντας στη Γιουγκοσλαβία το 1999 για τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας. Διεγράφη και από τους τρεις προέδρους του ΣΥΡΙΖΑ λόγω συμπεριφοράς. Ήταν πάντα φωνακλάς, πέταγε σεξιστικά σχόλια δεξιά κι αριστερά προσωποποιώντας τον κοινωνικό συντηρητισμό της γενέτειράς του, στήριξε με πάθος τη δημόσια Υγεία, έκανε έργα στα Σφακιά ως δήμαρχος και δεν θύμωσε ποτέ περισσότερο από τότε που τον κατηγόρησαν για διπλά βιβλία. Με λίγα λόγια, ο Παύλος Πολάκης ήταν και παρέμεινε ένας «ορθόδοξος» Έλληνας κομμουνιστής. Αυτά τα πολύ ανανεωτικά του ΣΥΡΙΖΑ τα ανεχόταν οριακά. Όταν τα οράματα εκεί μέσα άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους, ο ίδιος αποφάσισε να επιμείνει στο δικό του και να το κάνει κυρίαρχο, ακόμη κι αν αυτό περιθωριοποιούσε το κόμμα. Όπως συμβαίνει με κάθε καλό κομμουνιστή, το βασικό του προτέρημα δεν είναι η τιμιότητα τόσο, όσο η συνέπεια. Που προκύπτει και από τον δογματισμό. Ο Πολάκης ξέρει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καμία κυβερνητική προοπτική και ότι το θέμα είναι η επιβίωσή του. Και μαζί, η επιβίωση του οράματος. Μετά την εμπειρία της «πρώτης φοράς Αριστερά», μπορεί και να μην τον ενδιαφέρει η κυβερνητική προοπτική, διότι διαπίστωσε πόσες αβαρίες πρέπει να κάνει κανείς για να την πετύχει. Ο ΣΥΡΙΖΑ στα χέρια του θα γίνει πιο κλειστός και άκαμπτος, πιο μαχητικός και πιο ορατός ταυτόχρονα. Θα κάνει πάλι αντιπολίτευση, κάτι που ξέχασε από το 2019 και μετά. Το ξέχασε βασικά διότι ο Αλέξης Τσίπρας και άλλα πρωτοκλασάτα στελέχη δεν «χωρούσαν» σε β’ ρόλους, είχαν καλομάθει ως πριμαντόνες. Ως πρόεδρος, επίσης, δεν θα έχει το φόβο να τον διαγράψει κανείς. Για να επιστρέψουμε στα βασικά, όμως, ο Παύλος Πολάκης, ως γιατρός και μάλιστα καλός, γνωρίζει την έννοια του triage: στα έκτακτα σώζουμε αυτούς που σώζονται. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στα έκτακτα, ως βαρύ περιστατικό. Και του έλαχε ο κλήρος να κάνει τη διαλογή. Αν μπορεί και αν αξίζει να σωθεί ο ασθενής, ας το κρίνει ο ίδιος.
Πηγή: Protagon.gr
