Έρχονται στην Αθήνα οι Rolling Stones 17 Απριλίου 1967 στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Δεν ήμουν εκεί, ήμουν στο Νηπιαγωγείο. Έρχεται ο Rory Gallagher στις 12 Σεπτέμβρη 1981 στο γήπεδο της ΑΕΚ, ως μαθητής υπό γονική παρακολούθηση δεν ήμουν πάλι εκεί. Στις δεκαετίες του ‘60ς & ‘70ς στην Ελλάδα ίσχυε ακόμη ότι το «χαι ροκ για δύσκολες ώρες» «διαφθείρει» την νεολαία. Μ’ όλα αυτά ως επαρχιώτης «έχασα» τη «ροκ» ατμόσφαιρα της Αθήνας και αρκέστηκα όπως οι περισσότεροι στα περιοδικά, στην τηλεόραση και τους δίσκους. Η δεκαετία του ‘70ς ήταν εκείνη που εκτόξευσε τη ροκ μουσική στην στρατόσφαιρα της δημοτικότητας μαζί με το ουτοπικό «η μουσική μπορεί ν’ αλλάξει το κόσμο» που αρχικά όλοι το πιστέψαμε. Ήταν και οι εποχές κατάλληλες -κοινωνικά δικαιώματα, τραγούδια διαμαρτυρίας, το Woodstock, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, πολιτικές αναταραχές, η χούντα και ένα τραγούδι ειρήνης που έγραψε ο Alvin Lee με τους Ten Years After το ‘I’d love to change the world’, του 1971 που εξακολουθεί να συναρπάζει όσα χρόνια και να περάσουν.
Στην δεκαετία του ΄70 είχαμε τους δίσκους, τις κασέτες, τα περιοδικά, το ραδιόφωνο, τον Γιάννη Πετρίδη, τον Άκη Έβενη, τους πειρατικούς σταθμούς αλλά μας έλειπε η συναυλιακή αύρα και το πάθος της κερκίδας και «βολευόμασταν» με τα παραπάνω. Στην Ελλάδα των seventies το live άλμπουμ δεν ήταν απλώς ένας δίσκος· ήταν το υποκατάστατο της συναυλίας που δεν ζήσαμε.
Οι δισκογραφικές εταιρίες διέγνωσαν αυτή την τάση. Έχοντας στην διάθεση τους χιλιάδες ηχογραφημένες ταινίες από εμφανίσεις, η μεταφορά σε δίσκους ήταν εύκολη υπόθεση και ο καθένας θα μπορούσε να απολαύσει τις συναυλίες με την άνεση του οικιακό του hi–fi.
Έτσι δημιουργήθηκε το «Double Live Album» με σκοπό να μεταφέρει την ενέργεια και τον ιδρώτα της συναυλίας εδραιώνοντας εμπορικά την αξία του ροκ επί σκηνής.
Θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε εκατοντάδες δίσκους και τίτλους που κυκλοφόρησαν, συγκίνησαν, ερέθισαν και εξαϋλώθηκαν κάτω από την βελόνα του πικάπ μου λόγω επαναλήψεων και λατρεύτηκαν ως ιερά δισκοπότηρα της ροκ μουσικής στην Ελλάδα και αλλού.

Στον τότε αναλογικό κόσμο κάθε μουσικό αντικείμενο ή μη, γινόταν ιερό τοτέμ και κάθε προσκυνητής του ροκ που ήθελε να μυηθεί στη μαγεία του Hendrix, της Joplin, των Doors, Led Zeppelin, Deep Purple και Eric “Slowhand” Clapton παίζοντας “air guitar” ήταν απαραίτητο να έχει κάποια από αυτά τα άλμπουμ στην δισκοθήκη του. Οι δίσκοι άλλαζαν χέρια μεταξύ γνωστών και φίλων, με το εξώφυλλο να γίνεται αναγνωριστικό στοιχείο, αντικείμενο λατρείας αλλά και βιβλίο ανάγνωσης τραγουδιών και στίχων.
Η ηχογράφηση συναυλιών και η κυκλοφορία τους σε δίσκο δεν ήταν βέβαια κάτι καινούργιο. Ήδη από την δεκαετία του ΄50 κυκλοφορούσαν διπλά αλλά και τριπλά άλμπουμ. Ο Harry Belafonte ήταν δύο φορές υποψήφιος για Grammy καλύτερου δίσκου, το 1959 και 1960 αντίστοιχα με το διπλά «ζωντανά» άλμπουμ «Belafonte At Carnegie Hall» και «Belafonte Returns To Carnegie Hall». Το 1961 το Grammy καλύτερου δίσκου κερδίζει το διπλό «ζωντανό» της Judy Garland – «Judy At Carnegie Hall». Αυτά τα άλμπουμ όμως απευθύνονταν σε άλλο κοινό, μεγαλύτερης ηλικίας, που άκουγε «άλλη» μουσική -κυρίως easy listening– γιατί απλούστατα τα «οργισμένα» νιάτα δεν είχαν βρει ακόμη τους ήρωες και τους δίσκους που θα κοσμούσαν τα χρωματιστά τους δωμάτια.

Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το 1969 που οι MC5 θα κυκλοφορούσαν το κοσμογονικό «Kick Out The Jams», οι Who το εκρηκτικό «Live at Leeds»-1970, οι Rolling Stones το «Get Yer Ya-Ya’s Out!»-1970, οι The J. Geils Band το blues-rock «Live Full House»-1972 με το διαχρονικό «Homework» και τέλος οι «801» του Phil Manzanera & Brian Eno το «801 Live»-1976 με το «Baby’s On Fire» απ’ όπου πήρε τ’ όνομά τους και το ελληνικό γκρουπ «Μωρά στη Φωτιά».
Η μετατροπή του ροκ ήχου σε καθολικό φαινόμενο λατρείας και επηρεασμού της νεολαίας ως ξεχωριστό εμπορικό είδος και ύφος στην δεκαετία του ’70 ήταν πλέον εμφανής και έτσι εύκολα θα μπορούσε αυτή η συσσωρευμένη ενέργεια να αποτυπωθεί σε διπλά ακόμη και σε τριπλά άλμπουμ -βλέπε Woodstock– με τους managers να ελπίζουν στην μεγιστοποίηση εσόδων αλλά και προσέλκυση νέων ακροατών και αγοραστών. Το άλμπουμ που έδειξε ότι μπορεί να μετατραπεί το εγχείρημα σε υπερ-προϊόν συγκεντρώνοντας φανατικό κοινό γύρω από τους ροκ ήρωες στην καθημερινότητα των νέων ήταν το διπλό «Peter Frampton comes alive!» του 1976. Η επιτυχία, κυρίως στην Αμερική, όπου έμεινε 10 εβδομάδες στο Νο.1 του Billboard ξεπερνώντας σε πωλήσεις τα 8.000.000 με τα τραγούδια “Show Me the Way“, “Baby, I Love Your Way” & “Do You Feel Like We Do” να παίζονται ξανά και ξανά, έκαναν τον Peter Frampton ροκ αστέρα εν μία νυκτί. Η επιτυχία του έδειξε ξεκάθαρα την δυναμική προσέγγιση, με το live να ξεπερνά κατά πολύ σε πωλήσεις τα studio άλμπουμ. Αλλά τα όνειρα κρατούν λίγο. Μετά το «Frampton comes alive!» ο Peter Frampton δεν κατάφερε ποτέ να αναπαραγάγει τον εαυτό του ούτε την επιτυχία του και το άστρο του έδυσε ξαφνικά. Παρά ταύτα έθεσε την βάση αυτού που στα eighties θα ονομαζόταν arena–rock. Η αρένα όμως για να γεμίσει κόσμο που θα αποκομίζει το πάθος και την ένταση της σκηνής, ήθελε άλλα τραγούδια και είχε άλλο ακροατήριο που ξεπηδούσε από το λεγόμενο AOR και οι ανατέλλοντες σταρ του είδους ήταν πλέον ονόματα όπως οι Boston, Toto, Kansas, Styx, Journey & Reo Speedwagon που με τον ερχομό του MTV, των video–games, των συνθεσάιζερ και του Hair–metal άλλαξαν τη μουσική στον πλανήτη. Η δεκαετία του ΄70 ήταν όμως αυτή που έθεσε τα θεμέλια της συλλογικότητας, της πολυσυλλεκτικότητας και της μετάβασης από το ψυχεδελικό και ποπ ύφος στο blues, glam, hard, prog και τέλος στο heavy–metal των ΄80ς, δίνοντας αρκετά αντιπροσωπευτικά και εμπνευσμένα άλμπουμ ενέργειας κρατώντας το ροκ ψηλά στις προτιμήσεις της νεολαίας.
Θα μπορούσα να απαριθμώ κατ’ έτος τα σπουδαία αυτά -ροκ κυρίως- διπλά «ζωντανά» άλμπουμ που βγήκαν στα seventies αλλά θεωρώ ότι θα αφορούσε περισσότερο τους «κολλημένους» του είδους. Νομίζω ότι είναι πιο χρήσιμο να περιγράψω ποια άλμπουμ παίχτηκαν περισσότερο σε πικάπ, κασετόφωνα, ραδιόφωνα, πειρατικούς σταθμούς, ντισκοτέκ και στα ροκ-κλαμπ στην Ελλάδα.
Θα ξεκινήσω με την κυκλοφορία του τριπλού άλμπουμ Woodstock -1970 (Joe Cocker–With A Little Help From My Friends, Santana–Soul Sacrifice, Ten Years After–I‘m Going Home, Jimi Hendrix–Star Spangled Banner, Purple Haze…) που αποτύπωνε όσο είναι δυνατόν την «στροφή» της μουσικής, της κοινωνίας και της πολιτικής οπτικής από την δεκαετία των sixties στα seventies. Δεν επιχειρώ να αναλύσω, γιατί κάθε όνομα, κάθε τραγούδι, κάθε στίχος και κάθε κραυγή του πλήθους απηχεί τον παλμό και τον αέρα μιας εποχής που άλλαζε άρδην και αποτυπώθηκε στον χώρο ανεξίτηλα.

Doors -Absolutely Live -1970 (Alabama song, Back door man, When the music’s over, The Celebration Of The Lizard…). Η φωνή, οι στίχοι και η macho εμφάνιση του Jim Morrison έφτανε για να κάνει τους Doors το αγαπημένο αντισυμβατικό ροκ γκρουπ της ελληνικής νεολαίας με διαφορά. Άλλωστε τα ραφτά μπουφάν, κονκάρδες, σχολικές τσάντες και ταγάρια που έφεραν περίτεχνα το λογότυπο των Doors το μαρτυρούν ακόμη.
Deep Purple -Made in Japan -1972 (Highway Star, Child In Time, Smoke On The Water…). Τραγουδιστική τριπλέτα. Αν σε μια νεανική παρέα δεν ήξερες τους Deep Purple, Led Zeppelin, Doors και Hendrix δεν σου μιλούσε κανένας. Έπρεπε να κάνεις εντατικά μαθήματα κιθαριστικού αυτοσχεδιασμού και ροκ μυσταγωγίας πάνω στις υπερβατικές τσιρίδες του Ian Gillan αλλιώς έμενες μετεξεταστέος.
Janis Joplin – Joplin In Concert -1972 (Down on me, Move over, Piece of my heart, Summertime, Try…). Η Joplin στην Ελλάδα του ΄70ς & ΄80ς ήταν η απόλυτη ιέρεια της ροκ κουλτούρας. «Τυφλή» από πάθος, συγκλονιστική στην ερμηνεία της, παραδομένη πλήρως στο σύνθημα sex & drugs & rock–n–roll, απόλυτο φρικιό στην εμφάνιση της, ακριβώς η ακατάλληλη κόρη που θα επιθυμούσα κάθε Ελληνίδα μάνα, το ιδανικό νεανικό σύμβολο της αντικουλτούρας. Δεν περιγράφω άλλο γιατί θα παρασυρθώ και θα επισύρω κρίσεις και κριτικές.
Creedence Clearwater Revival – Live In Europe -1973 (Susie Q, Proud Mary, Bad moon rising, Hey tonight…). Αυτό το διπλό live ήταν φοβερό αλλά οι C.C.R. στην Ελλάδα έγιναν κυρίως γνωστοί μέσα από τις διπλές συλλογές τους «Chronicle-Vol.One» & «Chronicle Vol.Two» που παίζοντας κατά κόρο στις ντισκοτέκ, παμπ και ραδιόφωνο.

Lynyrd Skynyrd -One more from the road -1976 (Tuesday’s Gone, Sweet Home Alabama, Free Bird…). Οι Lynyrd Skynyrd δεν ξέρω πως, αλλά έπιασαν πλήρως τον σφυγμό του Έλληνα ροκά και ακραιφνή ρόκερ, γιατί μάλλον με την μαγκιά, τον τσαμπουκά, τον αντισυμβατικό τους χαρακτήρα και τα μακριά μαλλιά βρήκαν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του Έλληνα μοντέρνου αγρότη με το John Deere αγροτικό μηχάνημα και του μεσοαστού νέου της Ελλάδος ακριβώς στην μεταβατική εποχή από το λαϊκό και ρεμπέτικο στην νέα έντεχνη ποπ και την πολιτική κουλτούρα που έβλεπε στο βάθος τον «τρίτο» δρόμο της αλλαγής στην Ελλάδα.
Barclay James Harvest -Live Tapes -1978 (Child Of The Universe, Rock ‘N’ Roll Star, Poor Man’s Moody Blues…). Οι B.J.H. στο Live Tapes είχαν όλες τις γνωστές τους επιτυχίες από την πετυχημένη παρωδία «Poor Man’s Moody Blues» συν άλλα τέσσερα πέντε κομμάτια που παιζόντουσαν παντού στις ντισκοτέκ και τους πειρατικούς σταθμούς.
Bob Marley & The Wailers – Babylon By Bus -1978 (Positive vibration, Exodus, Stir it up…). Ο Bob Marley ήταν αυτός που έμαθε στο ελληνικό κοινό την δύναμη της reggae μουσικής, του ρυθμού, των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και πως ένα live άλμπουμ μπορεί να είναι μια συλλογική τελετουργία.
The Band – The Last Waltz -1978 (Helpless, The Night They Drove Old Dixie Down, Forever young…). Το τριπλό μουσικό ντοκιμαντέρ του Martin Scorsese που κατέγραφε την τελευταία live εμφάνιση του γκρουπ στις 25 Νοεμβρίου του 1976 στο Winterland Ballroom του Σαν Φρανσίσκο. Επί σκηνής είχε μαζευτεί όλη η αφρόκρεμα της ροκ μουσικής με Bob Dylan, Neil Young, Eric Clapton, Joni Mitchell, Van Morrison, Neil Diamond, Dr. John και άλλους. Όλο το σύνολο των καλλιτεχνών ήταν σε φοβερή φόρμα και το τριπλό κονσέρτο ακούγεται απνευστί.

Queen -Live Killers -1979 (We Will Rock You, Killer Queen, Bohemian Rhapsody, We Are The Champions…) Αυτός ο δίσκος είναι από μόνος του best–of. Ξεκινά με την ροκιά του «We Will Rock You» και τελειώνει με τον γηπεδικό ύμνο «We Are The Champions». Η φωνή του Freddie Mercury κάνει ότι εξωπραγματικό θέλει και είναι εκεί για να σου θυμίζει πόσο λείπει σήμερα μια τέτοια persona και ιδιοφυΐα από την σημερινή μουσική σκηνή.
Eric Clapton -Just one night -1980 (Tulsa Time, Cocaine, After Midnight, Lay Down Sally, Wonderful Tonight…). Τέλος, αγαπημένος του ελληνικού κοινού ο Eric Clapton σε ένα Live ηχογραφημένο στο Budokan Theatre του Tokyo κι αυτό τον Δεκέμβριο του 1979. Το Budokan Theatre στην Ιαπωνία για τους ροκ σταρ ήταν τότε κάτι σαν τους δικούς μας ηθοποιούς που λένε, αν δεν παίξεις Επίδαυρο δεν είσαι τίποτα. Άρα η επιτυχία και το σωστό timing στο Budokan Theatre εγγυάται πολλά. Ο Eric “Slowhand” Clapton στο εξώφυλλο στέκεται ως «φρουρός» της ροκ εποποιΐας, με την κιθάρα του παρά πόδα, λέγοντας οθρά-κοφτά, όποιος πρόλαβε τον «θεϊκό» Clapton είδε.
Τα μουσικά «παραδείγματα» σταματούν, αποδεικνύοντας και στην πράξη πλέον ότι το ροκ ήταν μια τελετουργία που είχε ιερείς, ιέρειες, ιερά, χώρους λατρείας και Προσκυνηματικούς τόπους, τοποθεσίες και κανόνες που έπρεπε να γνωρίζεις. Αξιακή διαβάθμιση με κοινωνικές, κοινωνιολογικές και πολιτικές θέσεις που τα ίδια του τα «μέλη» κατά καιρούς βέβαια αμφισβητούν και μεταβάλλουν και αυτό από μόνο του το κάνει λειτουργικό και διαχρονικό. Σήμερα, όλα είναι διαθέσιμα σε streaming, on–line, follow & un–follow με το ροκ και την μουσική πραγματικότητα να γίνεται περισσότερο «υποθετική», αδιάφορη και ευμετάβλητη. Η τεχνολογία άλλαξε τη μορφή της μύησης, σήμερα αρκούν 30 δευτερόλεπτα στο Spotify, το DNA της νεολαίας χτυπά στις playlists και τα trends του Tik–Tok. Στο παρελθόν η επιμονή και προσήλωση ήταν υπόθεση πίστης. Η σύγκρουση εποχών και η αλλαγή κουλτούρας είναι, όχι μόνο εμφανής αλλά διαφανής. Γι’ αυτό η λειτουργία αλλά και η σημασία των παραπάνω εκδηλώσεων και αναμνήσεων εκείνης της εποχής βάζουν γεγονότα και αντικείμενα από μόνα τους σε περίοπτη θέση στη μνήμη μας.
ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΒΟΛΟΓΚΑΣ
