Η σημερινή Κυριακή, Κυριακή των Μυροφόρων, αποτελεί μία εορτή στοργική και συγκινητική. Οι μυροφόρες γυναίκες κατευθύνονται προς τον τάφο του Κυρίου για να περιποιηθούν το σώμα του και να το αλείψουν με αρώματα. Αυτό δείχνει σεβασμό προς το σώμα του Κυρίου.
Είναι ιερό το ανθρώπινο σώμα για την θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής. Δεν λειτουργεί σε βάρος της ψυχής το σώμα, όπως και δεν λειτουργεί η ψυχή σε βάρος του σώματος. Ούτε δημιουργήθηκε πρώτο το ένα και ύστερα το άλλο. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει ως ασώματη ψυχή ή ως άψυχο σώμα κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [1]. Μεταξύ και των δύο δεν υφίσταται μία συγκρουσιακή σχέση, αλλά μία σχέση χιασματική, όπως με όμορφο τρόπο αναφέρει ο Merleau-Ponty [2]. Κι όλα αυτά σε αντίθεση με την πλατωνική και νεοπλατωνική αντίληψη, καθότι το σώμα για τον Πλάτωνα αποτελεί τον τάφο της ψυχής [3] και για τον Πλωτίνο η ψυχή μετέχει περισσότερο στην ομοίωση κατά θεό, απ’ ότι το σώμα [4].
Ο τάφος όμως δεν είναι το τέλος του επίγειου βίου. Αν ήταν, πράγματι, έτσι, αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε η πίστη μας είναι κενή, όπως λέει ο απόστολος Παύλος [5] και κάθε ελπίδα και προσδοκία αποτελεί ουτοπία. Οι δυσωδίες της φθοράς δεν αγγίζουν τη χαρά της αιωνιότητας. Το σώμα δεν είναι καταδικασμένο να αφανιστεί, ούτε πλάστηκε για να εξυπηρετήσει έναν επίγειο σκοπό που έχει την αναφορά του στον ρόλο και λειτουργία κάθε κτιστής ανάγκης και πραγματικότητας του παρόντος κόσμου. Δεν είναι ο τάφος το τέλος του σώματος και της ζωής αλλά η επιβεβαίωση της ανυποστασίας του θανάτου. Βέβαια, αυτό δεν προκύπτει από κάποιον μεταφυσικό οπτιμισμό που σχοινοβατεί την αγωνία του ανάμεσα στα όρια της κτιστής αντοχής του υπερβατικού και της άκτιστης θεϊκής μακαριότητας, αλλά από την αυθεντική μαρτυρία της Ανάστασης του Κυρίου.
Γιατί, άραγε μας τρομάζει ο θάνατος; Γιατί, άραγε αρνούμαστε να δούμε τον θάνατο στην διάσταση της ανυπαρξίας; Τί μας δένει; Τί δεν έχουμε σκεφτεί; Τί δεν έχουμε φιλοσοφήσει στον θάνατο; Είναι πολύ όμορφος ο λόγος του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος, κάποτε, σημείωνε σε κήρυγμά του: ‘’Φροντίζουμε να αποκτούμε περιουσία αντιδρώντας προς τον θάνατο. Φροντίζουμε να αποκτήσουμε φήμη και προβολή για να διατηρηθεί έτσι αιώνια η μνήμη μας. Φροντίζουμε με διάφορους τρόπους να ξεπεράσουμε τον θάνατο. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα του ανθρώπου – η θνητότητα. Και γι’ αυτό όσοι από τους χριστιανούς δεν έχουν ρίξει όλο το βάρος, όπως εμείς οι ορθόδοξοι, στην Ανάσταση του Κυρίου, έχουν χάσει το νόημα του ευαγγελίου’’ [6].
Ίσως, δεν έχουμε αντιληφθεί πως ο Χριστός ήρθε για να μας λυτρώσει από τον θάνατο. Ίσως, δεν έχουμε σκεφτεί πως ολάκερο το έργο της θείας Οικονομίας δεν αποσκοπεί στην καταδίκη αλλά στην σωτηρία του πονεμένου ανθρώπου μέσα από τον αδιαμφισβήτητο θρίαμβο του Κυρίου. Ίσως, πάλι, να μην έχουμε σκύψει στο γεγονός της σωτηρίας αυτής και της σημασίας της για την ανθρωπότητα, την κτίση. Όταν μέσα στον ορθόδοξο χώρο υπάρχουν ακόμη φωνές που μιλούν για αιώνια κόλαση και τιμωρία των αμαρτωλών, περί αιώνιων ποινών, περί ζυγαριών που ζυγίζουν με ακρίβεια τα καλά και τα κακά, περί της νομικής έννοιας της δικαιοσύνης του Θεού, σε όλα αυτά η άπειρη, ακόμη και για εμάς τους ορθόδοξους χριστιανούς, φιλανθρωπία του Θεού θα παραμένει ακατανόητη και το πιο δύσβατο σημείο προσέγγισης για την ύπαρξή μας.
Είναι κάποιες φορές που η σωτηρία δείχνει να μην μας αγγίζει. Σαν να πλαστήκαμε για να αποθάνουμε, να χαθούμε και να χάσουμε την ωραιότητα του παραδείσου. Άλλες φορές πάλι, τα κίνητρά μας, διαπιστώνουμε πως δεν είναι αγνά. Κι αυτό προβληματίζει. Προβληματίζει πάρα πολύ. Αγαπούμε τον Θεό από φόβο ή από αληθινή αγάπη; Το σώμα, η ψυχή, ο θάνατος, η πτώση, το κακό, η σωτηρία, ο παράδεισος, η κόλαση. Έχουμε ταλαιπωρήσει πολύ τους ανθρώπους με τον φόβο και τους δημιουργούμε σκιές σε σπήλαια που πίσω από τη φωτιά της κόλασης τρεμοπαίζει ο φόβος της υποταγής και όχι η χαρά της αγάπης και κοινωνίας με τον Θεό. Πόσο ωραία το έθετε ο Ωριγένης: ‘’Γίνεται νεκρῶν ἀνάστασις καί γίνεται κόλασις, ἀλλ’ οὐκ ἀπέραντος· κολαζομένου γάρ τοῦ σώματος κατά μικρόν καθαίρεται ἡ ψυχή, καί οὕτως ἀποκαθίσταται εἰς τήν ἀρχαίαν τάξιν’’ [7].
Πρωτοπρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος (θεολόγος, βαλκανιολόγος)
Εφημέριος Διάβας Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων
Υποσημειώσεις:
[1] Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 253B.
[2] Merleau-Ponty Maurice, The Visible and the Invisible, Illinois, Northwestern University Press, Studies in Phenomenology and Existential Philosophy, μτφρ. Lingis Alfonso, 1698, σ. 259.
[3] Πλάτωνος, Κρατύλος 400c.
[4] Πλωτίνου, Εννεάς Πρώτη, Περί ἀρετῶν, Κέντρον ερεύνης της ελληνικής και λατινικής γραμματείας, Ἀθῆναι 2006, σ. 45.
[5] Α’ Κορ. 15,14.
[6] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Εκατό κηρύγματα, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2023, σσ. 240-241.
[7] Ωριγένους, Περί Ἀρχῶν 2, 10, 8.
