Ο θάνατος στη σκέψη του αγίου Γρηγορίου Νύσσης

Πρωτοπρεσβυτέρου Ηρακλή Φίλιου

Θεολόγου, Βαλκανιολόγου

Εφημερίου Διάβας  Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων

 

Θάνατος. Το πιο οδυνηρό γεγονός που μας συμβαίνει. Γεγονός που αγγίζει τους πάντες. Γεγονός που προκαλεί φόβο, τρόμο, καθότι είναι από τα άγνωστα γεγονότα που συναντά ο άνθρωπος και τα όρια του βρίσκονται έξω από τη ζωή. Οι Πατέρες της Εκκλησίας προκειμένου να μιλήσουν για το ζήτημα του θανάτου, ξεκινάνε από το γεγονός της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου. Με αυτή την προσέγγιση θέλουν να δείξουν από πού προήλθε ο θάνατος στη ζωή του ανθρώπου, συνδέοντας τον με την δημιουργία και συγκεκριμένα με το αυτεξούσιο του ανθρώπου.

Ο κόσμος, όπως είναι γνωστό δημιουργήθηκε ex nihilo, δηλαδή από το μηδέν ή εκ του μη όντος. Αυτό σημαίνει πως δεν υφίσταται σχέση οντολογική μεταξύ της κτιστής υπάρξεως και του άκτιστου Θεού Δημιουργού [1]. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης η ύπαρξη του Θεού δεν έχει αρχή, σε αντίθεση με την κτιστή ύπαρξη που έχει [2]. Επειδή, λοιπόν, ο άνθρωπος δεν είναι αυθύπαρκτος, όπως ο Θεός, και ήρθε στο είναι από το μηδέν, υπάρχει το ενδεχόμενο της επιστροφής στο μηδέν, δηλαδή στον θάνατο. Αυτό συμβαίνει όταν πάψει να αναφέρεται ως εικόνα στο πρωτότυπο, δηλαδή στον Θεό.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα [3], έχοντας το αυτεξούσιο, την ελευθερία, που αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα του και το έχει λάβει επειδή ακριβώς είναι εικόνα Θεού [4]. Αυτό μας δείχνει τη σχέση που έχει ο άνθρωπος με τον Θεό, τον μόνο οντολογικά ελεύθερο. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση [5] του Θεού. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, σχετίζεται με το αρχέτυπο του, τον ‘’μοναδικόν ἀθάνατον καί κατ’ ἐξοχήν ἀΐδιον’’ [6]. Ο Νύσσης ταυτίζει την εικόνα με την ομοίωση, εννοώντας πως η ομοίωση είναι πλήρως υπαρκτή στην εικόνα [7]. Μέσα στον παράδεισο ο άνθρωπος δεν γνώριζε θάνατο και πλάστηκε για την αθανασία [8], όπου αθανασία νοείται η ζωοποίηση της φθαρτής ανθρώπινης ύπαρξης, σώματος και ψυχής, από την άκτιστη χάρη του Θεού [9]. Όσο παρέμενε εικόνα του Θεού και είχε την αναφορά του στον Θεό μέσα από την κοινωνία μαζί Του, τόσο διατηρούσε την ομοίωση προς το πρωτότυπο [10]. Σε μία τέτοια περίπτωση δεν υπήρχε ο θάνατος. Ο θάνατος υπήρχε μόνο ως ενδεχόμενο [11] μέσα στον παράδεισο, όχι ως μία κατάσταση που είχε αρχή ή δημιουργήθηκε από τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος παράκουσε [12] και επέλεξε να διακόψει την σχέση με τον Θεό που είναι η αυτοζωή, τότε επήλθε διά της αμαρτίας το κακό, ο θάνατος, η οδύνη.

Το κακό όμως δεν έχει δική του οντολογία. Δεν έχει υπόσταση. Είναι ανυπόστατο. ‘’Τό γάρ κακόν ἀνυπόστατον, ὅτι ἐκ τοῦ μή ὄντος τήν ὑπόστασιν ἔχει’’ [13], μας λέει ο Γρηγόριος Νύσσης. Δεν έχει ‘’είναι’’, δική του οντολογία, αλλά θεμελιώνει το ‘’είναι’’ του στην ανυπαρξία [14]. Αυτή η θέση περί του κακού ως στέρησης, την οποία ακολουθούν οι Πατέρες [15] της Εκκλησίας (ιδίως οι Καππαδόκες Πατέρες), έχει τη ρίζα της στην αρχαιοελληνική γνωσιολογική θεώρηση και συγκεκριμένα στην φιλοσοφία του Πλωτίνου [16]. Είναι προφανές λοιπόν πως και ο θάνατος, ο οποίος είναι χωρισμός της ψυχής από το σώμα [17], δεν έχει υπόσταση, δηλαδή δική του οντολογία, αλλά προέρχεται από τη στέρηση της ζωής.

Ο θάνατος τρομάζει τον άνθρωπο. Τον φέρνει αντιμέτωπο με τα όρια του. Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από την αδυναμία να αποδεχτεί τον θάνατο, κάτι που σημαίνει αδυναμία να αποδεχτεί τη ζωή [18]. Αδυνατεί να συλλάβει το πραγματικό νόημα του θανάτου, αφού τον εκλαμβάνει ως άρνηση της ζωής. Την ίδια στιγμή οι Πατέρες της Εκκλησίας στέκονται χωρίς φόβο απέναντι στον θάνατο. Ο Γρηγόριος Νύσσης, υποτιμώντας τον ουσιαστικά, τον χαρακτηρίζει αφύτευτο και άρριζο, καθώς όπως θα πει εμφυτεύεται διά της στερήσεως της ζωής [19]. Ο ίδιος δεν ανήκει στον βιόκυκλο της οργανικής ύλης, αλλά είναι αποτέλεσμα της διακοπής της σχέσης του ανθρώπου με τον δημιουργό του [20].

Ο άνθρωπος ίσως φοβάται τον θάνατο, επειδή ακριβώς στο βάθος υποτίμησε το σώμα και την ψυχή. Ο φόβος μιας κατάστασης που θα επέλθει και την οποία δεν γνωρίζει, τον εγκλωβίζει σε υπαρξιακά αδιέξοδα από τα οποία πασχίζει να ξεφύγει ακόμη και επιλέγοντας, ενδεχομένως, την καύση του σώματος για να μην φέρνει στο νου του το τραγικό αδιέξοδο στο οποίο θα βρεθεί όταν επέλθει ο θάνατος. Όπως είδαμε, όμως, ο άνθρωπος πλάστηκε για την αθανασία [21]. Εάν πλάστηκε για να γίνει θνητός, τότε δύο πράγματα συμβαίνουν: Αφενός μεν ο Θεός δεν είναι παντοδύναμος και φιλάνθρωπος, αφετέρου δε το κακό και ο θάνατος έχουν υπόσταση. Ο άνθρωπος καλείται να διατηρήσει την αθανασία του. Αυτό πραγματώνεται μόνο όταν γίνει ο ίδιος κοινωνός της θείας φύσεως, αφού ο Θεός τον δημιούργησε στη φυσική του κατάσταση ως απεικόνισμα της αϊδίου ζωής και ομοίωμα καλό [22].

Ο θάνατος δεν υπερβαίνεται μέσα από ενατενίσεις και φιλοσοφικές θεωρήσεις. Καμία κοσμική αντίληψη, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δεν καταφέρνει να περάσει πέρα από τον θάνατο. Η αιωνιότητα στη Βασιλεία του Θεού, την οποία προσδοκούμε και όχι απλά ελπίζουμε σ’ αυτήν, υπάρχει γιατί ο Χριστός έγινε πρωτότοκος των νεκρών [23], χαρίζοντας με την ανάσταση Του την αιώνια ζωή. Χωρίς την ανάσταση το τέλος της ζωής είναι ο θάνατος αλλά και η ζωή είναι μια νεκρή ζωή [24].

Η υπέρβαση του θανάτου ξεκινάει ήδη από την επίγεια ζωή για τον χριστιανό. Μέσα στην Θεία Λειτουργία και συγκεκριμένα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όσες φορές τρώμε τον Άρτο τούτο (δηλ. το Σώμα του Χριστού) και το Ποτήριο τούτο πίνουμε (δηλ. το αίμα του Χριστού), καταγγέλουμε τον θάνατο του Χριστού και την Ανάσταση του ομολογούμε [25]. Ο θάνατος υπερβαίνεται μέσα από την μυστηριακή σχέση με τον Χριστό και μόνο μέσα στην Θεία Ευχαριστία βιώνεται εμπειρικά η σχέση αυτή. ‘’Μέχρις ότου έλθει η ανάσταση των σωμάτων, η λύση βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία… Στην κοινωνία αυτή των αγίων παραθέτουμε οι χριστιανοί τους νεκρούς μας μέχρι τη στιγμή της αναστάσεως των σωμάτων. Προσευχόμαστε γι’ αυτούς, γιατί, χάρις στην ανάσταση του Χριστού, πιστεύουμε ότι ο Θεός διατηρεί την προσωπική τους ανάσταση, την προσωπική τους υπόσταση, τα ονόματά τους, γι’ αυτό και τα μνημονεύουμε στη Λειτουργία. Σ’ αυτή την ευχαριστιακή και αναστάσιμη προοπτική στηρίζουμε την πίστη στην αθανασία’’ [26].

 

Υποσημειώσεις:

[1] Βλ. John D. Zizioulas, Metropolitan of Pergamon, Remembering the Future, St. Sebastian Press, California 2023, p.92: ‘’The attribution of the being of creation to the creator’s will, the emergence of being to will, was a novel, a revolutionary idea in the history of thought, and it sprang from the Greek fathers’ effort to relate the being of the world to God without making it part of God’s being. Πρβλ. Νίκου Α. Ματσούκα, Το πρόβλημα του κακού, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 19923, σ. 38.

 

[2] Γρηγορίου Νύσσης, Ἀντιρρητικός εἰς τον Πρῶτον Λόγον, PG 45, 364CD.

 

[3] Γρηγορίου Νύσσης, Κατηχητικός Λόγος, PG 45, 93A.

 

[4] Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184B.

 

[5] Γέν. 1,26.

 

[6] Γρηγορίου Νύσσης, ό.π. 163BC.

 

[7] Σκουτέρη Κωνσταντίνου, Συνέπειαι τῆς πτώσεως καί λουτρόν παλιγγενεσίας, Αθήνα 1973, σ. 55. Πρβλ. Gerhart B. Ladner, The Philosophical Anthropology of Saint Gregory of Nyssa, Dumbarton Oaks, Trustees for Harvard University, 1958, Vol. 12, pp. 63-64.

 

[8] Γρηγορίου Νύσσης, ό.π.

 

[9] Ό.π. Νίκου Α. Ματσούκα σ. 120.

 

[10] Ό.π. PG 44, 156Α.

 

[11] Γρηγορίου Νύσσης, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, PG 46, 80B.

 

[12] Γρηγορίου Νύσσης, Πρός τά Απολλιναρίου Αντιρρητικός, G.N.O. III, 1, σ. 160. 27-28: ‘’..διά τῆς παρακοῆς τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ὁ θάνατος εἰσήλθε…’’.

 

[13] Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τόν Ἐκκλησιαστήν, G.N.O. V, σσ. 300.21-22, 301.1-2. Για το κακό ως ανυπόστατο βλ. John D. Zizioulas, Metropolitan of Pergamon, Remembering the Future, St. Sebastian Press, California 2023, p.189: ‘’…evil is a return to the ultimate ‘’past’’ of creation, the nihil that lies behind creation’s being. Evil can be thought of against the background of nonbeing; it is nonbeing itself…Evil is, in this case, a deviation from the beginning, the original perfection’’. Πρβλ. Johannes Zachhuber, Human nature in Gregory of Nyssa, Brill 2000, p. 176: ‘’…evil is said to be only a privation. It has not been created by God, but has its existence (ὑπόστασις) only in being chosen by man’’.

 

[14] Γρηγορίου Νύσσης, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, PG 46, 93ΑΒ: ‘’…ἐν τῷ μή εἶναι τό εἶναι ἔχει’’.

 

[15] Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο περίφημο έργο του Κατά Μανιχαίων διάλογος συζητά με έναν μανιχαίο και θέτει ζητήματα όπως το κακό, το οποίο ο πρώτος χαρακτηρίζει στέρηση του όντος και μη ον, το οποίο ως στέρηση είναι αντίθετη προς το αγαθό κατά την κατοχή. Η θέση του Δαμασκηνού έρχεται φυσικά σε αντίθεση με τον δυαλισμό του μανιχαίου, ο οποίος θα κάνει λόγο για δύο αρχές στην συνέχεια, μία αγαθή και μία κακή. Βλ. σχετικά Ιωάννου Δαμασκηνού, Κατά Μανιχαίων διάλογος, PG 94, 430A. Επίσης, και άλλοι Πατέρες αναφέρονται στην ανυποστασία του κακού. Για παράδειγμα, ο άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής κάνουν λόγο για το κακό ως ‘’παρυπόσταση’’. Βλ. σχετικά Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί Θείων Ονομάτων, PG 3, 721A, 732C και Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί ἀγάπης, PG 90, 1052A. Για περισσότερα βλ. Νίκου Α. Ματσούκα, Το πρόβλημα του κακού, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 19923, σσ.35-58.

 

[16] Πρβλ. Harold Fredrik Cherniss, The Platonism of Gregory of Nyssa, Burt Franklin, New York 1930, p. 50: ‘’It is remarkable that Gregory agrees with Plotinus in calling evil στέρησις and also seems to follow Plotinus in the abstraction of qualities from the substrate’’.

 

[17] Πλάτωνος, Φαίδων, 67d.

 

[18] Χρυσόστομου Σταμούλη, Έρως και Θάνατος, Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 209.

 

[19] Γρηγορίου Νύσσης, Ἐξήγησις τοῦ Ἄσματος τῶν ἀσμάτων, PG 44, 1021AC.

 

[20] Ιωάννου Γρ. Πλεξίδα, Η ανθρωπολογία του κακού, Εκδόσεις Λογεῖον, Αθήνας 2013, σσ. 163-164. Πρβλ. Ιωάννου Ζηζιούλα, Μητροπολίτου Περγάμου, Ελευθερία και Ύπαρξη, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2018, σ. 109.

 

[21] Η αθανασία δόθηκε ως θεία δωρεά στον άνθρωπο, ως χάρισμα. Βλ. σχετικά Χρήστος Γιανναράς, Πτώση, Κρίση, Κόλαση, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2017, σσ. 83-84: ‘’Η αθανασία δεν «κτίζεται» καταγωγικά, μόνο χαρίζεται ως επιστέγασμα του «καθ’ ὁμοίωσιν», δηλαδή της ελεύθερης επιλογής από το ανθρώπινο πρόσωπο του ερωτικού τρόπου της Τριαδικής Θεαρχίας’’.

 

[22] Ηλία Μουτσούλα, Ἡ Σάρκωσις τοῦ Λόγου καί ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν διδασκαλίαν Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, Αθήνα 1965, σσ. 74-75.

 

[23] Κολ. 1,18.

 

[24] Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τό ἅγιον Πάσχα, PG 46, 676AC.

 

[25] Ευχή Θείας Λειτουργίας Μ. Βασιλείου.

 

[26] Ό.π. . Ιωάννου Ζηζιούλα, Μητροπολίτου Περγάμου, σσ. 124-125.