Ο νεοφιλελευθερισμός συχνά παρουσιάζεται ως ένα οικονομικό σύστημα που δίνει προτεραιότητα στις αγορές, στις ιδιωτικοποιήσεις και στη μείωση της κρατικής παρέμβασης. Ωστόσο, αυτή η περιγραφή, όσο ακριβής κι αν είναι σε θεσμικό επίπεδο, παραμένει ελλιπής. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς μια οικονομική θεωρία· είναι μια συνολική κοσμοαντίληψη που αναδιαμορφώνει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τις σχέσεις του με τους άλλους και τη θέση του μέσα στον κόσμο. Η βαθύτερη δύναμή του δεν βρίσκεται μόνο στις οικονομικές του πολιτικές αλλά στην ικανότητά του να εισχωρεί στην ανθρώπινη ψυχολογία, να εσωτερικεύει την εξουσία και να μετατρέπει την κοινωνική πραγματικότητα σε ατομική ευθύνη.
Στον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας βρίσκεται η αντίληψη ότι κάθε άνθρωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη μοίρα του. Η επιτυχία παρουσιάζεται ως προϊόν προσωπικής αξίας, πειθαρχίας και ικανότητας· αντίστοιχα, η αποτυχία ερμηνεύεται ως ένδειξη αδυναμίας, ανεπάρκειας ή λανθασμένης διαχείρισης του εαυτού. Έτσι, οι κοινωνικές ανισότητες παύουν να θεωρούνται αποτέλεσμα ιστορικών, οικονομικών και πολιτικών δομών και εμφανίζονται ως φυσικές συνέπειες των ατομικών επιλογών. Ο άνεργος δεν είναι θύμα ενός ασταθούς οικονομικού συστήματος αλλά κάποιος που «δεν προσπάθησε αρκετά». Ο ψυχικά εξαντλημένος δεν είναι προϊόν μιας κοινωνίας υπερβολικής πίεσης αλλά άτομο που «δεν ανέπτυξε ανθεκτικότητα». Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία απαλλάσσεται από την ανάγκη αυτοκριτικής και μεταφέρει όλο το βάρος της ευθύνης στο άτομο.
Αυτή η μετατόπιση έχει βαθύτατες ψυχολογικές συνέπειες. Στις παραδοσιακές μορφές εξουσίας, ο άνθρωπος καταπιεζόταν από εξωτερικούς μηχανισμούς: από τον νόμο, το κράτος, την απαγόρευση, την τιμωρία. Στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία, όμως, η εξουσία γίνεται εσωτερική. Το άτομο μαθαίνει να επιτηρεί διαρκώς τον εαυτό του, να αυτοαξιολογείται, να συγκρίνεται και να αυτοπειθαρχείται. Η επιτήρηση δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλλεται από έξω, διότι έχει εγκατασταθεί μέσα στη συνείδηση. Ο άνθρωπος γίνεται ταυτόχρονα αφεντικό και υπάλληλος του εαυτού του. Αυτή η μορφή κυριαρχίας είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, επειδή δεν βιώνεται ως καταναγκασμός αλλά ως ελευθερία. Το άτομο πιστεύει ότι αυτοπραγματώνεται, ενώ στην πραγματικότητα υποτάσσεται σε μια αδιάκοπη απαίτηση παραγωγικότητας και αυτοβελτίωσης.
Η ψυχική υγεία αποτελεί ίσως το πιο αποκαλυπτικό πεδίο αυτής της ιδεολογικής μετάλλαξης. Η κατάθλιψη, το άγχος, η εξουθένωση και η υπαρξιακή κενότητα αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως ατομικές δυσλειτουργίες και όχι ως συμπτώματα κοινωνικών συνθηκών. Αντί να εξετάζεται τι είδους κοινωνία παράγει τόσο εκτεταμένη ψυχική κόπωση, η συζήτηση επικεντρώνεται στην «προσωπική διαχείριση» του προβλήματος. Η θεραπεία μετατρέπεται σε ατομικό project αυτοβελτίωσης: περισσότερη θετική σκέψη, καλύτερη διαχείριση χρόνου, περισσότερη ψυχολογική ανθεκτικότητα. Έτσι, η κοινωνική διάσταση της οδύνης αποσιωπάται. Η ανασφάλεια της εργασίας, η οικονομική αβεβαιότητα, η αποσύνθεση των συλλογικών δεσμών και η μόνιμη πίεση για επιτυχία παρουσιάζονται σαν ουδέτερα δεδομένα που ο άνθρωπος οφείλει απλώς να αντέξει.
Παράλληλα, ο νεοφιλελευθερισμός μετασχηματίζει και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο ανταγωνισμός εισβάλλει σε κάθε πτυχή της ζωής. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να βλέπουν ο ένας τον άλλον όχι ως συμμέτοχους σε μια κοινή κοινωνική πραγματικότητα αλλά ως ανταγωνιστές σε μια αδιάκοπη αγορά αξιολόγησης. Η φιλία, η συντροφικότητα και η συλλογικότητα υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη προσωπικής διάκρισης. Ακόμη και η ίδια η ταυτότητα μετατρέπεται σε «προϊόν» που πρέπει να προβάλλεται και να διαφημίζεται. Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, το άτομο καλείται να κατασκευάζει διαρκώς μια εικόνα επιτυχίας, ευτυχίας και αυτοελέγχου. Η ύπαρξη μετατρέπεται σε μόνιμη παράσταση.
Αυτό δημιουργεί ένα βαθύ παράδοξο. Παρότι ο σύγχρονος άνθρωπος διαθέτει περισσότερες δυνατότητες επιλογής και έκφρασης από ποτέ, βιώνει ταυτόχρονα πρωτοφανή επίπεδα μοναξιάς και ψυχικής εξάντλησης. Η συνεχής απαίτηση να είναι κανείς αποδοτικός, δημιουργικός, διαθέσιμος και επιτυχημένος οδηγεί σε μια μόνιμη κατάσταση εσωτερικής πίεσης. Δεν υπάρχει πλέον σαφές όριο ανάμεσα στην εργασία και στη ζωή· ολόκληρη η ύπαρξη οργανώνεται γύρω από την απόδοση. Ακόμη και ο ελεύθερος χρόνος αξιολογείται με όρους χρησιμότητας και βελτιστοποίησης. Ο άνθρωπος δεν επιτρέπεται απλώς να υπάρχει· οφείλει συνεχώς να αποδεικνύει την αξία του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αποτυχία αποκτά σχεδόν ηθική διάσταση. Δεν είναι απλώς ένα γεγονός αλλά μια προσωπική ενοχή. Ο άνθρωπος ντρέπεται για την αδυναμία του, επειδή έχει μάθει να πιστεύει ότι είναι αποκλειστικός δημιουργός της μοίρας του. Έτσι, η κοινωνική βία γίνεται αόρατη. Η εκμετάλλευση δεν εμφανίζεται ως καταπίεση αλλά ως ελεύθερη επιλογή. Το άτομο αυτοεξαντλείται προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε ιδανικά που το ίδιο το σύστημα κατασκευάζει ως υποχρεωτικά.
Ωστόσο, η κατανόηση αυτού του μηχανισμού αποτελεί και το πρώτο βήμα αντίστασης. Η αναγνώριση ότι η ψυχική οδύνη δεν είναι αποκλειστικά ατομική υπόθεση αλλά συνδέεται με κοινωνικές δομές επιτρέπει την επαναφορά της συλλογικής σκέψης. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει απομονωμένος· διαμορφώνεται μέσα σε σχέσεις, θεσμούς και ιστορικές συνθήκες. Μια κοινωνία που παράγει μαζική εξάντληση, άγχος και αίσθηση ανεπάρκειας δεν μπορεί να αντιμετωπίζει αυτά τα φαινόμενα μόνο ως ιδιωτικά προβλήματα.
Επομένως, η κριτική στον νεοφιλελευθερισμό δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο νοούμε την ανθρώπινη ύπαρξη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πώς κατανέμεται ο πλούτος αλλά τι είδους ανθρώπους και τι είδους κοινωνία παράγει ένα σύστημα που μετατρέπει τα πάντα — ακόμη και την ψυχή — σε πεδίο ανταγωνισμού και απόδοσης. Και ίσως η σημαντικότερη μορφή αντίστασης σήμερα να είναι ακριβώς η επαναδιεκδίκηση του συλλογικού: της αλληλεγγύης, της κοινότητας, της δυνατότητας να υπάρχουμε όχι ως απομονωμένες μονάδες επιβίωσης αλλά ως ανθρώπινα όντα που έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον.
Ο Κώστας Παπανώτας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Π.Ο Θεσσαλίας του κόμματος «Δημοκράτες-Προοδευτικό Κέντρο»
