Η Κυριακή Ακριτίδου μέσα από το τελευταίο της έργο «Το περήφανο Δέντρο» σε μαγεύει με τον τρόπο που τοποθετεί κάθε λέξη στο χαρτί και σε ταξιδεύει σε εποχές που δεν γνώρισες αλλά μέσα από τη γραφή της μοιάζουν οικείες. Λέξεις που επιλέχθηκαν με σύνεση για να ενώσουν το παρελθόν με το μέλλον, λέξεις που επιλέχθηκαν με φροντίδα για να αφυπνίσουν και να διδάξουν τα παιδιά. Το πρώτο της ποντιακό παραμύθι «Το περήφανο δέντρο», ένα αλληγορικό και τρυφερό παραμύθι έχει εμπνευστεί από τις ρίζες, τις αξίες και τη σοφία της ποντιακής παράδοσης και συνδυάζει τη δύναμη του λαϊκού λόγου με τη σύγχρονη παιδική αφήγηση. «Νιώθω πραγματικά τυχερή γιατί μεγάλωσα σε έναν τόπο όπου οι μεγαλύτεροι δεν σταμάτησαν ποτέ να αφηγούνται» μας δηλώνει και γίνεται ο αφηγηματικός κρίκος που ενώνει τα δικά μας παιδιά με την παράδοση του Πόντου.
«Στην αυλή ενός σπιτιού στέκει μια μουριά. Είναι το δέντρο από το ξύλο του οποίου κατασκευάζεται η ποντιακή λύρα. Από έναν κορμό γεννιέται ένας ήχος τόσο γλυκός, τόσο τρυφερός, που μπορεί να συγκινήσει γενιές ανθρώπων» δηλώνει η συγγραφέας. Κάτω από τη σκιά του Περήφανου Δέντρου της παλιάς πατρίδας μια γιαγιά και η μικρή Ζωή μοιράζονται ένα ταξίδι μνήμης και αγάπης, αποδεικνύοντας πως οι ρίζες ενός ανθρώπου δεν βρίσκονται μόνο στον τόπο όπου γεννήθηκε, αλλά και στις ιστορίες που κρατά ζωντανές μέσα του.

Η συγγραφέας είναι γεννημένη στην Καβάλα και μεγαλωμένη στην Αργυρούπολη Δράμας, όπου ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην ιδιωτική εκπαίδευση και ως διερμηνέας της ιταλικής Γλώσσας, δραστηριοποιείται ενεργά και στον χώρο του πολιτισμού, μέσα από δράσεις που προάγουν τη λογοτεχνία και την καλλιέργεια του λόγου. Αυτή ακριβώς η αγάπη της την ώθησε αρχικά στην ποίηση, εκδίδοντας δύο ποιητικές συλλογές, «ποιήματα και εξομολογήσεις μου» καθώς και «ένα μικρό σεντούκι αλήθειες» από τις εκδόσεις Ελκυστής. Το 2023, ενώ έκανε το λογοτεχνικό της ντεμπούτο στον χώρο του παιδικού βιβλίου με το παραμύθι «Η Λέσχη των Φαντασμάτων», που αγαπήθηκε τόσο ώστε αποτέλεσε την αφορμή για τη δημιουργία της ομώνυμης «εφημερίδας της Λέσχη των Φαντασμάτων», μέσα από την οποία παιδιά και ενήλικες συμμετέχουν ενεργά σε ένα ταξίδι φαντασίας, συνεργασίας και δημιουργίας. Ακολούθησε το χριστουγεννιάτικο παραμύθι της με τίτλο «Χριστούγεννα όπως παλιά» (εκδόσεις Μελτέμι), ένα τρυφερό ταξίδι νοσταλγίας και συναισθημάτων που ξυπνά τη μαγεία των γιορτών. Ας την γνωρίσουμε…

Ε. Ν. : Κυρία Ακριτίδου, αυτό είναι το τρίτο σας παραμύθι, μια αλληγορική ιστορία, μια ιστορία φόρος τιμής στην ποντιακή παράδοση. Ποια ήταν η αφορμή να γεννηθεί αυτό το βιβλίο;
Κ. Α. : Γράφω καθημερινά. Είναι ο δικός μου τρόπος να επικοινωνώ με τη ζωή. Όταν όμως αποφασίζω να εκδώσω ένα έργο, το κάνω γιατί πιστεύω πως μεταφέρει έναν διάλογο που αξίζει να ανοίξει, κυρίως με τα παιδιά.
Η αφορμή για «Το Περήφανο Δέντρο» ήταν η ανάγκη μου να μιλήσω για την ταυτότητα. Πιστεύω πως ένα παιδί δεν ανακαλύπτει ποιος είναι μόνο κοιτάζοντας μπροστά, το ανακαλύπτει και μαθαίνοντας από πού έρχεται. Η μνήμη, άλλωστε, είναι ο δρόμος που μας έφερε ως εδώ.
Αν, λοιπόν, ένα παιδί κλείσει αυτό το βιβλίο και θελήσει να ρωτήσει τον παππού ή τη γιαγιά του «Πες μου την ιστορία μας», τότε θα νιώσω πως το βιβλίο αυτό πέτυχε τον σκοπό του.
Ε. Ν. : Η ιστορία σας εκτυλίσσεται κάτω από μια μουριά. Στην αρχαία Ελλάδα η μουριά ήταν το πιο έξυπνο δέντρο που άνθιζε τελευταίο, αφού περνούσαν όλοι οι παγετοί, ενώ στον χριστιανισμό είναι το δέντρο της υπομονής και του χαμένου αίματος του Ιησού. Τι συμβολίζει για εσάς;
Κ. Α. : Με συγκινεί ιδιαίτερα όλη αυτή η γνώση που συνοδεύει τη μουριά. Πιστεύω πολύ στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα σύμβολα, πολλές φορές βλέπουν πολύ περισσότερα από όσα έχουμε σκεφτεί εμείς οι μεγάλοι.
Για μένα, όμως, η μουριά συνδέεται κυρίως με την ποντιακή ψυχή. Είναι το δέντρο από το ξύλο του οποίου κατασκευάζεται η ποντιακή λύρα. Από έναν κορμό γεννιέται ένας ήχος τόσο γλυκός, τόσο τρυφερός, που μπορεί να συγκινήσει γενιές ανθρώπων.
Έτσι, στο μυαλό μου, όλα ενώθηκαν. Η μουριά έγινε μνήμη, έγινε μουσική, έγινε ρίζα. Έγινε ένα δέντρο που δεν κρατά μόνο τα φύλλα του, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων.
Ε. Ν. : Πώς γεννήθηκαν οι χαρακτήρες της γιαγιάς και της Ζωής; Είναι γνώριμη σε σας ανάμνηση προσωπικού βιώματος;
Κ. Α. : Κανένας χαρακτήρας στα βιβλία μου δεν έχει τυχαίο όνομα. Η γιαγιά Ευγενία κουβαλά μέσα της την ευγένεια, την πραότητα και εκείνη τη λεπτότητα με την οποία οι παλιότεροι μπορούσαν να πουν ακόμη και τις πιο δύσκολες αλήθειες χωρίς να πληγώσουν το παιδί.
Η Ζωή, αντίθετα, συμβολίζει τη συνέχεια. Είναι η συνέχεια των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν, αλλά δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν. Είναι η ζωή που επιμένει.
Υπάρχουν πολλά προσωπικά βιώματα μέσα σε αυτή την ιστορία. Είχα την ευλογία να μεγαλώσω ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλούσαν για το σπίτι, για τη βρύση, για τη μουριά και για τον Πόντο σαν να τα είχαν αφήσει μόλις χθες. Ο παππούς μου και οι αδελφές του μάς δίδαξαν να αγαπήσουμε μια πατρίδα που δεν είχαμε δει ποτέ με τα μάτια μας. Εκείνες οι αφηγήσεις λοιπόν υπάρχουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου.
Ε. Ν. : Αλήθεια, πόσο λείπει αυτή η συνθήκη από τον σύγχρονο τρόπο ζωής; Οι γηραιότεροι να μεταλαμπαδεύουν ιστορικά γεγονότα και προσωπικές εμπειρίες στα παιδιά. Τους έχουμε αφήσει χώρο στη ζωή μας;
Κ. Α. : Νιώθω πραγματικά τυχερή γιατί μεγάλωσα σε έναν τόπο όπου οι μεγαλύτεροι δεν σταμάτησαν ποτέ να αφηγούνται. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η δική μου ζωή χωρίς αυτές τις αφηγήσεις. Ξέρω όμως πως κάθε παιδί μπορεί ακόμη να γίνει μέρος αυτής της αλυσίδας. Αρκεί να θελήσει να ακούσει. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που περιμένουν κάποιον να τους ρωτήσει, να τους δώσει την ευκαιρία να πουν την ιστορία τους. Και πιστεύω πως εκεί αρχίζει η πραγματική συνέχεια ενός πολιτισμού.
Ε. Ν. : Η έκδοση του βιβλίου είναι δίγλωσση, στα ελληνικά και τα ποντιακά. Τα ποντιακά αποτελούν έναν γλωσσικό θησαυρό, αλλά απειλούνται με εξαφάνιση. Ποια είναι η προσμονή σας μέσα από αυτή την έκδοση;
Κ. Α. : Εύχομαι η ποντιακή γλώσσα μέσα από αυτό το βιβλίο να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση. Να γεννήσει απορίες. Να κάνει κάποιο παιδί να ρωτήσει: «Γιατί αυτή η λέξη λέγεται έτσι; Από πού έρχεται; Γιατί μοιάζει τόσο πολύ με τα αρχαία ελληνικά;»
Αν ένα βιβλίο καταφέρει να ανοίξει τέτοιους διαλόγους μέσα σε ένα σπίτι, τότε έχει ήδη πετύχει πολλά περισσότερα από όσα ονειρευόταν ο συγγραφέας του.
Ε. Ν. : Μετά τη μεγάλη απήχηση που γνώρισε η «Λέσχη των Φαντασμάτων» δημιουργήθηκε και η «Εφημερίδα της Λέσχης των Φαντασμάτων». Μιλήστε μας γι’ αυτά τα βιβλία.
Κ. Α. : Η «Λέσχη των Φαντασμάτων» γεννήθηκε από την ανάγκη μου να γράψω το βιβλίο που θα ήθελα να είχα διαβάσει ως παιδί.
Έτσι γεννήθηκε η Σοφία, ένα παιδί γεμάτο φαντασία αλλά και φόβους, όπως όλοι μας. Στη συνέχεια δημιούργησα μια παρέα παιδιών με τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες, γιατί πιστεύω πως η διαφορετικότητα είναι αυτό που κάνει τον κόσμο πραγματικά όμορφο.
Οι ιστορίες τους είναι περιπέτειες, αλλά κάθε περιπέτεια αφήνει πάντα κάτι πίσω της: μια σκέψη, μια αξία, έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τον κόσμο.
Η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου ήταν όσα ακολούθησαν. Θεατρικές παραστάσεις, παιχνίδια, εργαστήρια, παιδιά που έγιναν μέλη της Λέσχης και συνέχισαν να δημιουργούν τις δικές τους ιστορίες. Νομίζω πως εκεί κατάλαβα ότι ένα βιβλίο συνεχίζει να γράφεται κάθε φορά που περνά στα χέρια ενός παιδιού.
Ε. Ν. : Στο παρελθόν έχετε εκδώσει και δύο ποιητικές συλλογές. Τι σημαίνει για σας η ποίηση;
Κ. Α. : Η ποίηση είναι η ανάσα μου.
Είναι η δεύτερη ζωή των πραγμάτων. Είναι η δυνατότητα να μεταφράζεις τον πόνο σε νόημα, τη χαρά σε εικόνα, τη σιωπή σε λέξεις. Είναι η εσωτερική αναζήτηση, η λύτρωση, η αίσθηση και πολλές φορές η υπέρβαση της ίδιας της αίσθησης.
Ίσως τελικά η ποίηση να είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθώ να καταλάβω καλύτερα τον κόσμο.
Ε. Ν. : Λογοτεχνία ενηλίκων και παιδική λογοτεχνία. Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι για σας να προσεγγίζετε και τα δύο αναγνωστικά κοινά;
Κ. Α. : Δεν τα βλέπω ως δύο διαφορετικούς κόσμους.
Για μένα η λογοτεχνία είναι μία. Απλώς αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ακουμπά τον αναγνώστη.
Τα παιδιά έχουν το μοναδικό χάρισμα να αποδέχονται αβίαστα το θαύμα. Οι μεγάλοι έχουν ανάγκη να τους το θυμίσει κάποιος. Και εγώ έχω την τύχη να συνομιλώ με όλους και να μαγεύομαι από σκέψεις και συναισθήματα!
Ε. Ν. : Εργάζεστε ως εκπαιδευτικός της ιταλικής γλώσσας. Υπάρχει κάποιος αγαπημένος Ιταλός συγγραφέας που θα θέλατε να μας προτείνετε;
Κ. Α. :Για αρκετά χρόνια εργάστηκα ως εκπαιδευτικός της ιταλικής γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, εργάζομαι ως διερμηνέας στο 112 της Ιταλίας.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω έναν συγγραφέα, αυτός θα ήταν ο Italo Calvino. Με γοητεύουν οι αλληγορίες του, τα σύμβολα και οι πολλαπλές αναγνώσεις που κρύβουν τα έργα του. Με συναρπάζει η ιδέα να γράφεις ένα βιβλίο που θα μιλήσει σε ένα παιδί σήμερα και θα του αποκαλύψει ένα νέο νόημα όταν το ξαναδιαβάσει ως ενήλικας.
Αγαπώ επίσης τον Machiavelli, όχι για τον δρόμο της εξουσίας που συχνά συνδέεται με το όνομά του, αλλά γιατί δεν εξιδανικεύει τον άνθρωπο. Τον αντιμετωπίζει με όλες του τις αντιφάσεις, τη φθαρτότητα και την αλήθεια του.
Ξεχωρίζω, τέλος, τον Ugo Foscolo. Με συγκινεί βαθιά η σχέση του με τον ελληνισμό και ίσως γι’ αυτό αισθάνομαι πως συναντώ μέσα στα έργα του και ένα κομμάτι της δικής μου πολιτισμικής ταυτότητας. Άλλωστε οι δικές μου ρίζες είναι μισές ελληνικές και μισές σικελικές.
Ε. Ν. : Ποιο είναι το επόμενο συγγραφικό σας βήμα; Υπάρχει κάποιο πλάνο που μπορούμε να ανακοινώσουμε;
Κ. Α. : Αυτή την περίοδο ταξιδεύω ήδη μαζί με μια νέα ιστορία. Πρωταγωνίστριά της είναι μια κυρία που έχει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να σκορπίζει λίγη περισσότερη μαγεία στον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.
Δεν θα σας αποκαλύψω περισσότερα ακόμη. Θα ήθελα πρώτα να γνωρίσει εκείνη εμένα λίγο καλύτερα και ύστερα να τη γνωρίσουμε όλοι μαζί.
Ε. Ν. : Ευχαριστώ ολόθερμα για τη «συνάντησή» μας αυτή, κ. Ακριτίδου! Σας εύχομαι πάντα να είστε δημιουργική και να συνεχίσετε να εμπνέετε μικρούς και μεγάλους με την πένα σας! Καλοτάξιδο το νέο σας βιβλίο!
Κ. Α. : Εγώ σας ευχαριστώ από καρδιάς για τις τόσο ουσιαστικές ερωτήσεις. Είναι από εκείνες που δεν ζητούν απλώς μια απάντηση, αλλά δίνουν την ευκαιρία σε έναν συγγραφέα να επιστρέψει για λίγο στις σκέψεις που τον οδήγησαν να γράψει. Εύχομαι «Το Περήφανο Δέντρο» να ταξιδέψει από χέρι σε χέρι, να ανοίξει συζητήσεις μέσα στις οικογένειες και, πάνω απ’ όλα, να θυμίσει σε μικρούς και μεγάλους πως όσο βαθιές είναι οι ρίζες μας, άλλο τόσο ψηλά μπορούμε να ανθίσουμε.
Ειρήνη Ντάλα- Φιλόλογος

