Κουρέτας: Γιατί η Θεσσαλία πρέπει να αποτελέσει ξεχωριστό μοντέλο εφαρμογής της νέας ΚΑΠ

«Η Θεσσαλία αξίζει να αποτελέσει ξεχωριστό μοντέλο. Όχι επειδή είναι μια «ειδική περίπτωση» που ζητά εξαίρεση, αλλά επειδή είναι το ιδανικό πεδίο για να αποδειχθεί αν η νέα ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική μπορεί πράγματι να λειτουργήσει. Αν καταφέρουμε εδώ να ενώσουμε παραγωγή, νερό, γνώση, αγορά και ανθεκτικότητα σε ένα ενιαίο σχέδιο, τότε η Θεσσαλία δεν θα είναι απλώς ένας τόπος που ανακάμπτει από κρίσεις. Θα μπορεί να γίνει το εργαστήριο του νέου ελληνικού αγροτικού μοντέλου».

Με τα λόγια αυτά ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας κ. Δημήτρης Κουρέτας συμπύκνωσε την ουσία της στρατηγικής που έχει καταστεί εδώ και δυο χρόνια κατευθυντήριος άξονας για την επόμενη μέρα της Θεσσαλίας στο πεδίο της εφαρμοσμένης Αγροτικής Πολιτικής.

Πριν λίγες μέρες στη Λάρισα η Περιφέρεια Θεσσαλίας, με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών, θεσμικών, ανθρώπων της παραγωγής και εκπροσώπων του αγροδιατροφικού συστήματος ολοκλήρωσε τον κύκλο της δια ζώσης διαβούλευσης για τη νέα ΚΑΠ 2028–2034. 150 άνθρωποι της παραγωγής – 80 από τη φυτική παραγωγή, 50 κτηνοτρόφων και 20 μελισσοκόμων- κάθισαν γύρω από το τραπέζι και άνοιξαν την συζήτηση, με στόχο τη συγκέντρωση συγκεκριμένων και τεκμηριωμένων στοιχείων από τους ίδιους τους παραγωγούς, τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής θεσσαλικής πρότασης για τη νέα ΚΑΠ.

Βασική διεκδίκηση αποτελεί η ένταξη ενός διακριτού Περιφερειακού Κεφαλαίου για τη Θεσσαλία στο εθνικό σχέδιο, με σαφείς προτεραιότητες, επαρκείς πόρους και μετρήσιμους στόχους, προσαρμοσμένους στις ιδιαίτερες ανάγκες της περιοχής.

Γιατί η Θεσσαλία πρέπει να αποτελέσει ξεχωριστό μοντέλο εφαρμογής της νέας ΚΑΠ

Στην Ελλάδα ως επί το πλείστον όταν ακούμε «Κοινή Αγροτική Πολιτική», συνήθως σκεφτόμαστε επιδοτήσεις. Στη λέξη «επιδότηση», δυστυχώς, αντανακλάται ολόκληρο το χρεοκοπημένο μοντέλο της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τις συνέπειες του οποίου όλοι γνωρίσαμε πριν δέκα χρόνια.

Ωστόσο ποτέ δεν είναι οι λέξεις ένοχες. Ένοχες είναι οι πολιτικές που ξεκινάνε πάντα από τη λάθος βάση: δεν απαντάνε στις σωστές ερωτήσεις, καθώς κανείς δεν φρόντισε να τις αποτυπώσει σωστά, εξετάζοντας προηγουμένως και σε βάθος τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Η ΚΑΠ είναι, στην ουσία, η απάντηση της Ευρώπης σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: ποιος θα παράγει την τροφή μας, με ποιους όρους και με τι κόστος για τη γη, το νερό και τις επόμενες γενιές; Γεννήθηκε σε μια Ευρώπη που φοβόταν την έλλειψη τροφίμων. Σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την κλιματική κρίση, το εισόδημα του αγρότη, τη γήρανση της υπαίθρου, την ενεργειακή εξάρτηση και την ασφάλεια της διατροφικής αλυσίδας. Άρα η ΚΑΠ δεν είναι απλώς μια οικονομική ενίσχυση. Είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στην κοινωνία και σε εκείνους που διαχειρίζονται έναν από τους πιο πολύτιμους κοινούς μας πόρους: τη γη.

Αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο επιθυμεί να συνάψει η Περιφέρεια Θεσσαλίας με τους πολίτες της, όπως έχει εξηγήσει αναλυτικά ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας κ. Δημήτρης Κουρέτας:

Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2028–2034 επιχειρεί μια μεγάλη αλλαγή. Η αγροτική πολιτική συνδέεται πολύ στενότερα με την πολιτική συνοχής μέσα από τα νέα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης. Αυτό μπορεί να γίνει μεγάλη ευκαιρία: το αγροτικό πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με μία ενίσχυση ανά στρέμμα. Χρειάζεται νερό, ενέργεια, δρόμους, ψηφιακές υποδομές, συμβουλευτική, κατάρτιση, νέους αγρότες, μεταποίηση και πρόσβαση στην αγορά. Η ενοποίηση των εργαλείων μπορεί να επιτρέψει ακριβώς αυτή την ολοκληρωμένη παρέμβαση. Έχει όμως και έναν κίνδυνο: μέσα σε ένα πολύ γενικό αναπτυξιακό πλαίσιο, η καθαρή αγροτική στόχευση μπορεί να αποδυναμωθεί. Γι’ αυτό και η νέα αρχιτεκτονική παραμένει αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης στην Ευρώπη.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι ακόμη πιο ουσιαστική: από το «πόσα χρήματα απορροφήσαμε» περνάμε στο «τι αλλάξαμε». Η Επιτροπή προτείνει ένα σύστημα στο οποίο οι πληρωμές θα συνδέονται περισσότερο με ορόσημα και στόχους. Αυτό σημαίνει ότι μια χώρα δεν θα αρκεί να αποδεικνύει πως δαπάνησε τα χρήματα αλλά θα πρέπει να αποδεικνύει ότι παρήγαγε αποτέλεσμα. Στη γεωργία, αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερη κατανάλωση νερού και εισροών, καλύτερο έδαφος, περισσότερους νέους αγρότες, ισχυρότερα συλλογικά σχήματα, ανθεκτικότερες καλλιέργειες και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Είναι μια σωστή μετατόπιση, αρκεί οι δείκτες να μετρούν πραγματική πρόοδο και όχι να δημιουργούν μία νέα γραφειοκρατία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η Θεσσαλία

Δεν είναι απλώς μία ακόμη αγροτική περιφέρεια. Είναι ένα συμπυκνωμένο παράδειγμα όλων των προβλημάτων που η νέα ΚΑΠ υποτίθεται ότι θέλει να λύσει. Μέσα στην ίδια γεωγραφική ενότητα συνυπάρχουν η λειψυδρία και οι καταστροφικές πλημμύρες, η υπεράντληση υπόγειων υδάτων και η ανάγκη αντιπλημμυρικής προστασίας, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η εξάρτηση από αρδευόμενες καλλιέργειες. Στον Daniel η Θεσσαλία βρέθηκε στο επίκεντρο μιας καταστροφής για την οποία οι ελληνικές αρχές εκτίμησαν τη συνολική άμεση ζημιά στα 2,3 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, τα σχέδια διαχείρισης υδάτων έχουν εδώ και χρόνια καταγράψει σοβαρή υπερεκμετάλλευση υπόγειων και επιφανειακών υδάτων στη λεκάνη του Πηνειού. Η Θεσσαλία, επομένως, δοκιμάζεται ταυτόχρονα από «πολύ νερό» και από «πολύ λίγο νερό».

Αυτό από μόνο του δικαιολογεί ένα ξεχωριστό μοντέλο εφαρμογής.

Όχι περισσότερες επιδοτήσεις χωρίς σχέδιο, αλλά ένα διακριτό περιφερειακό πρόγραμμα αγροτικής ανθεκτικότητας, με κοινό σχεδιασμό ΚΑΠ, υδάτων, ενέργειας και πολιτικής συνοχής. Με συγκεκριμένο υδατικό ισοζύγιο ανά ζώνη, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, μείωση του ενεργειακού κόστους, προστασία και αναγέννηση του εδάφους, αλλά και προσαρμογή των καλλιεργειών εκεί όπου οι φυσικοί πόροι δεν αντέχουν το σημερινό μοντέλο.

Αν η νέα ΚΑΠ ζητά αποτελέσματα, χρειάζονται δεδομένα, επιστημονική παρακολούθηση, περιφερειακός σχεδιασμός και διοίκηση που να μπορεί να διορθώνει την πολιτική όταν δεν αποδίδει.