Υπάρχει κάτι παράδοξο στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Το ΠΑΣΟΚ επιστρέφει στην ιστορία του και γιορτάζει την 3η του Σεπτέμβρη. Η Νέα Δημοκρατία προβάλλει την ανάπτυξη και τα οικονομικά αποτελέσματα. Και ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει με ένα νέο πολιτικό σχέδιο και μια διαφορετική πολιτική ταυτότητα.
Όλοι μιλούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για ένα νέο ξεκίνημα.
Μόνο που η Ελλάδα έχει κουραστεί να ξεκινάει ξανά και ξανά από την αρχή.
◆ ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΘΥΜΑΤΑΙ
Η 3η του Σεπτέμβρη δεν είναι μια απλή κομματική επέτειος. Είναι η υπενθύμιση μιας πολιτικής ιδρυτικής υπόσχεσης: εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση και δημοκρατία.
Όμως η ιστορία ενός κόμματος δεν είναι μόνο όσα θυμάται. Είναι και όσα αποφασίζει να αλλάξει.
Και το ΠΑΣΟΚ άλλαξε.
Δεν άλλαξε μόνο επειδή άλλαξε αρχηγό. Δεν ήταν απλώς μια προσωπική υπόθεση του Κώστα Σημίτη. Ήταν μια πολιτική μετάβαση που πραγματοποιήθηκε μέσα από το ίδιο το κόμμα, με την επικράτηση ενός διαφορετικού ρεύματος και μιας διαφορετικής αντίληψης για το κράτος, την οικονομία, την Ευρώπη και την κοινωνία.
Το 1996 αποτέλεσε την κρίσιμη τομή.
Ο Κώστας Σημίτης εξελέγη πρωθυπουργός τον Ιανουάριο του 1996 και λίγους μήνες αργότερα, στο 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, εξελέγη πρόεδρος του κόμματος. Εκεί αποκρυσταλλώθηκε πολιτικά η κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού: ευρωπαϊκή σύγκλιση, μεταρρυθμίσεις, διαφορετική αντίληψη για το κράτος και την οικονομία.
Το ΠΑΣΟΚ πέρασε έτσι από την πολιτική κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου σε μια διαφορετική εποχή.
Και αυτό δεν ήταν απλώς αλλαγή προσώπων.
Ήταν αλλαγή πολιτικής φυσιογνωμίας.
Η αλλαγή αυτή επηρέασε ακόμη και την κοινωνική βάση του κόμματος. Η παραδοσιακή σχέση του ΠΑΣΟΚ με τα φτωχότερα αστικά στρώματα, τα χαμηλότερα μεσαία στρώματα και τους αγρότες αποδυναμώθηκε, ενώ ενισχύθηκε η επιρροή του σε μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα και σε περισσότερο μορφωμένα τμήματα της κοινωνίας.
Και ύστερα ήρθε η οικονομική κρίση.
Το 2010 η Ελλάδα μπήκε στον μηχανισμό οικονομικής προσαρμογής και το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην κυβέρνηση να εφαρμόζει μια σκληρή πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής, στο πλαίσιο του πρώτου προγράμματος στήριξης.
Έτσι, η απόσταση ανάμεσα στην ιδρυτική διακήρυξη και στη μεταγενέστερη πολιτική πορεία του κόμματος έγινε ακόμη πιο εμφανής.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική αντίφαση.
Όχι στο αν το ΠΑΣΟΚ πρέπει να θυμάται την 3η του Σεπτέμβρη.
Αλλά στο αν μπορεί να κοιτάξει ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή — από τον Ανδρέα στον Σημίτη και από εκεί στα μνημόνια — χωρίς να επιλέγει μόνο τα κομμάτια της ιστορίας που το βολεύουν.
Η μνήμη είναι χρήσιμη.
Η αυτοκριτική είναι δυσκολότερη.
◆ Η ΝΔ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΕΙ
Η Νέα Δημοκρατία έχει κάθε λόγο να μιλά για οικονομική ανάπτυξη.
Η ελληνική οικονομία πράγματι αναπτύσσεται. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει συνέχιση της ανάπτυξης, έστω με χαμηλότερους ρυθμούς τα επόμενα χρόνια.
Οι επενδύσεις έχουν ενισχυθεί, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία και οι ονομαστικοί μισθοί έχουν αυξηθεί.
Αυτό δεν πρέπει να το αρνείται κανείς.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη πολιτική διάκριση:
Άλλο η ανάπτυξη της οικονομίας και άλλο η αίσθηση ευημερίας στην κοινωνία.
Ένας οικονομικός δείκτης μπορεί να βελτιώνεται και ένας οικογενειακός προϋπολογισμός να παραμένει πιεσμένος.
Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και στη στέγαση η εικόνα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Η Ελλάδα καταγράφει με μεγάλη διαφορά το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού στην ΕΕ που επιβαρύνεται υπερβολικά από το κόστος στέγασης — δηλαδή δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για το σπίτι.
Για τους νέους ανθρώπους η κατάσταση είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική: η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την οικονομική ανεξαρτησία των νέων και την αποχώρησή τους από το πατρικό σπίτι.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ανάπτυξη.
Υπάρχει.
Το ερώτημα είναι τι είδους ανάπτυξη είναι αυτή και πόσο μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται μόνο στο ΑΕΠ.
Κρίνεται στο ενοίκιο.
Στον μισθό.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Στην πρόσβαση στη στέγη.
Στην ποιότητα της δημόσιας υγείας.
Στην προοπτική ενός νέου ανθρώπου να μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του χωρίς να εξαρτάται από τους γονείς του.
Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει αριθμούς. Και δικαίως.
Η κοινωνία όμως κάνει έναν διαφορετικό υπολογισμό:
«Εγώ είμαι καλύτερα;»
◆ ΚΑΙ Ο ΤΣΙΠΡΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ
Και μέσα σε αυτό το πολιτικό σκηνικό επιστρέφει ο Αλέξης Τσίπρας.
Όχι ακριβώς όπως τον γνωρίσαμε.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026 παρουσίασε το νέο «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης» της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, με προτάσεις για μισθούς, φορολογία, στέγαση, υγεία, παιδεία και ενέργεια. Μεταξύ άλλων, το σχέδιο προβλέπει κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ το 2027, μειωμένο ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και ρυθμίσεις οφειλών σε έως 120 δόσεις.
Η γλώσσα είναι διαφορετική. Η πολιτική εικόνα είναι διαφορετική. Και η προσπάθεια να παρουσιαστεί ένας νέος Τσίπρας είναι εμφανής.
Η αλλαγή δεν είναι από μόνη της πρόβλημα.
Κάθε πολιτικός έχει δικαίωμα να αλλάζει.
Αλλά η αλλαγή στην πολιτική έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από εξήγηση.
Ο Αλέξης Τσίπρας του 2015 μιλούσε για «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη».
Χρόνια αργότερα, αναγνώρισε ότι πλειστηριασμοί πραγματοποιήθηκαν και επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό δεν ακυρώνει όσα έκανε η κυβέρνησή του ούτε δικαιώνει αυτομάτως τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Αλλά δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:
Τι έμαθε από εκείνη την περίοδο;
Γιατί η πολιτική ωριμότητα δεν αποδεικνύεται όταν ένας πολιτικός αλλάζει θέσεις.
Αποδεικνύεται όταν μπορεί να εξηγήσει γιατί τις άλλαξε.
Ο σημερινός Τσίπρας έχει το δικαίωμα να παρουσιάζει ένα διαφορετικό σχέδιο.
Η κοινωνία έχει όμως το ίδιο δικαίωμα να ζητά από εκείνον μια καθαρή απάντηση για τον Τσίπρα του χθες.
◆ ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ, ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Κάπου εδώ συναντώνται και οι τρεις πολιτικές αφηγήσεις.
Το ΠΑΣΟΚ κοιτάζει προς το παρελθόν για να ξαναβρεί την ταυτότητά του.
Η Νέα Δημοκρατία κοιτάζει προς τους οικονομικούς δείκτες για να αποδείξει ότι η χώρα αλλάζει.
Ο Τσίπρας κοιτάζει προς το μέλλον για να παρουσιάσει τον νέο του εαυτό.
Και η κοινωνία;
Η κοινωνία κοιτάζει την καθημερινότητά της.
Δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ποιος κέρδισε τη μάχη της πολιτικής επικοινωνίας.
Θέλει να ξέρει αν μπορεί να πληρώσει το σπίτι της.
Αν μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Αν ο μισθός της φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα.
Αν μπορεί να έχει αξιοπρεπή περίθαλψη.
Αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να κάνει σχέδια χωρίς να περιμένει μια κληρονομιά ή τη βοήθεια της οικογένειας.
Αυτή είναι η πραγματική δοκιμασία κάθε πολιτικής αφήγησης.
◆ Η ΚΟΥΡΑΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑ
Η Ελλάδα δεν είναι απαραίτητα πολιτικά αδιάφορη.
Είναι πολιτικά κουρασμένη.
Και υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Η κόπωση δεν σημαίνει ότι ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται. Σημαίνει ότι έχει ακούσει πολλές υποσχέσεις, έχει δει πολλές αλλαγές πορείας και έχει μάθει να περιμένει πριν πιστέψει.
Έχει δει κόμματα να υπόσχονται ρήξεις και στη συνέχεια να συμβιβάζονται.
Έχει δει κυβερνήσεις να μιλούν για ανάπτυξη και κοινωνία να συνεχίζει να αισθάνεται οικονομικά πιεσμένη.
Έχει δει πολιτικούς να αλλάζουν θέσεις χωρίς πάντα να εξηγούν τι μεσολάβησε.
Και έτσι δημιουργείται κάτι πιο επικίνδυνο από την πολιτική αδιαφορία:
η δυσπιστία.
◆ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα δεν είναι άλλη μία πολιτική μυθολογία.
Δεν χρειάζεται ένα ΠΑΣΟΚ που θα θυμάται μόνο τον Ανδρέα.
Δεν χρειάζεται μια Νέα Δημοκρατία που θα μετρά μόνο το ΑΕΠ.
Δεν χρειάζεται έναν Τσίπρα που θα παρουσιάζει μόνο τον καινούργιο του εαυτό.
Χρειάζεται πολιτική που να αντέχει στον έλεγχο της πραγματικότητας.
Χρειάζεται κόμματα που να μπορούν να πουν:
«Εδώ κάναμε σωστά.»
«Εδώ κάναμε λάθος.»
«Εδώ αλλάξαμε και αυτοί είναι οι λόγοι.»
Αυτό δεν είναι αδυναμία.
Είναι πολιτική αξιοπιστία.
Γιατί η κοινωνία δεν ζητά αλάνθαστους πολιτικούς.
Ζητά πολιτικούς που να θυμούνται τι είπαν, τι έκαναν και τι υποσχέθηκαν.
◆ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ
Τελικά, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι ότι τα κόμματα αλλάζουν.
Τα κόμματα πρέπει να αλλάζουν.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν αλλάζουν χωρίς να λογοδοτούν για την προηγούμενη εκδοχή του εαυτού τους.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναζητήσει ξανά την ταυτότητά του.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να υπερασπιστεί τα οικονομικά αποτελέσματα της διακυβέρνησής της.
Ο Τσίπρας μπορεί να παρουσιάσει ένα νέο πολιτικό σχέδιο.
Όλα αυτά είναι θεμιτά.
Αλλά στο τέλος υπάρχει μια απλή ερώτηση που δεν απαντιέται με συνθήματα, επετείους ή οικονομικά διαγράμματα:
Πώς ζει ο άνθρωπος;
Εκεί κρίνεται η πολιτική.
Όχι στην εικόνα που έχει ένα κόμμα για τον εαυτό του.
Όχι στην εικόνα που θέλει μια κυβέρνηση να παρουσιάσει.
Όχι στην εικόνα που ένας πολιτικός θέλει να δημιουργήσει για τη νέα του εποχή.
Αλλά στην πραγματικότητα που βιώνει η κοινωνία.
Γιατί η Ελλάδα δεν είναι τα κόμματα.
Είναι οι άνθρωποί της.
Και οι άνθρωποι αυτοί έχουν κουραστεί να ακούν ότι «τώρα αρχίζουν όλα».
Θέλουν απλώς να δουν ότι κάτι, επιτέλους, μένει καλύτερο.
Το ΠΑΣΟΚ θυμάται.
Η ΝΔ πανηγυρίζει.
Ο Τσίπρας αλλάζει.
Και η Ελλάδα κουράζεται.
Όχι επειδή δεν υπάρχει ανάπτυξη.
Όχι επειδή δεν υπάρχουν νέες ιδέες.
Αλλά επειδή η κοινωνία θέλει πια να δει τη διαφορά στη ζωή της.
Ο Κώστας Παπανώτας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της ΠΟ Θεσσαλίας του κόμματος «Δημοκράτες- Προοδευτικό Κέντρο»
