Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξη. Ένα αφήγημα που επαναλαμβάνεται μονότονα αλλά διαψεύδεται ξεκάθαρα από την καθημερινότητα των πολιτών. Βλέποντας συνολικά την πορεία της Νέας Δημοκρατίας την τελευταία δεκαετία, από την ανάληψη της ηγεσίας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και μετά, διαπιστώνεται μια συνεκτική πολιτική αντίληψη με συγκεκριμένες και δυστυχώς βαριές συνέπειες.
Η περίοδος 2016 – 2019 αποτέλεσε τον προάγγελο των όσων ακολούθησαν. Η αντιπολίτευση που άσκησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτηρίστηκε από κυνισμό. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς την εργαλειοποίηση κάθε κρίσης με πλήρη απουσία θεσμικής ευθύνης; Η Νέα Δημοκρατία επένδυσε συστηματικά στην καταστροφολογία, στην ανέξοδη ρητορεία και στην καλλιέργεια κοινωνικής έντασης καταψηφίζοντας μέτρα και συμφωνίες, τα οποία στη συνέχεια ως κυβέρνηση εφάρμοσε. Δεν ήταν μια αντιπολίτευση αρχών αλλά μια ωμή στρατηγική κατάληψης της εξουσίας.
Από το 2019 και μετά αυτή η αντίληψη μεταφέρθηκε αυτούσια στη διακυβέρνηση. Πολιτική σταθερότητα δεν μπορεί να υπάρξει όταν το κράτος δικαίου υπονομεύεται εκ των έσω. Το σκάνδαλο των υποκλοπών αποκάλυψε ένα μηχανισμό παρακολούθησης πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και θεσμικών παραγόντων, με την ΕΥΠ απευθείας υπαγόμενη στο πρωθυπουργικό γραφείο. Η παρεμπόδιση της κοινοβουλευτικής διερεύνησης, η συγκάλυψη και η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας δεν συνιστούν σταθερότητα, αλλά μάλλον θεσμική εκτροπή.
Παράλληλα η ανεξαρτησία των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχει υποβαθμιστεί δραματικά. Η οικονομική εξάρτηση των ΜΜΕ από κρατική χρηματοδότηση και η στοχοποίηση δημοσιογράφων, συνθέτουν ένα περιβάλλον ελεγχόμενης ενημέρωσης, ασύμβατο με μια ώριμη δημοκρατία.
Η κρατική ανεπάρκεια γίνεται τραγικά ορατή και στην αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών. Πυρκαγιές που αφανίζουν ολόκληρες περιοχές, που φτάνουν ανεμπόδιστες στον αστικό ιστό ακόμη και της πρωτεύουσας. Πλημμύρες που κοστίζουν ζωές και περιουσίες και ένας κρατικός μηχανισμός χωρίς πρόληψη, χωρίς σχέδιο και χωρίς ανάληψη ευθύνης. Παρά τα διαθέσιμα κονδύλια, η κυβέρνηση περιορίζεται σε επικοινωνιακή διαχείριση μετά την καταστροφή, μετακυλίοντας την ευθύνη στην «κλιματική κρίση». Η πολιτική ανεπάρκεια βαφτίζεται αναπόφευκτο φυσικό φαινόμενο.
Ακραία ιδεοληπτική είναι η διαχείριση – διάλυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αντί για την ενίσχυση του, επιλέχθηκε η υποχρηματοδότηση, η εξάντληση του προσωπικού με σκοπό τη σταδιακή ιδιωτικοποίηση κρίσιμων υπηρεσιών. Νοσοκομεία υποστελεχωμένα, γιατροί και νοσηλευτές να επιλέγουν την έξοδο μη αντέχοντας την εργασιακή εξάντληση, ασθενείς που αναγκάζονται να πληρώνουν για υπηρεσίες που θα έπρεπε να είναι έγκαιρες, καθολικές και δωρεάν. Η αποδόμηση του ΕΣΥ δεν είναι αποτέλεσμα ανικανότητας, είναι πολιτικό σχέδιο.
Η εγκατάλειψη των δημοσίων υποδομών εντάσσεται στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο. Το έγκλημα των Τεμπών δεν ήταν ανθρώπινο λάθος, ούτε η κακιά η ώρα. Ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής απαξίωσης των σιδηροδρόμων, μιας πολιτικής που μας επιβλήθηκε ως μνημονιακή υποχρέωση αρχικά και που συνεχίστηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από επιλογή. Έλλειψη συστημάτων ασφαλείας, υποστελέχωση, ιδιωτικοποιήσεις χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και ένα κράτος που παραιτήθηκε από τον ρόλο του ως εγγυητή της ασφάλειας. Οι νεκροί των Τεμπών αποτελούν τη σκληρότερη απόδειξη του που οδηγεί η αντίληψη ότι το δημόσιο είναι γενικώς βάρος.
Στο οικονομικό επίπεδο οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί καταρρέουν μπροστά στα στοιχεία. Η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ σε αγοραστική δύναμη. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στη στέγαση εξανεμίζει τα εισοδήματα. Η ανοχή σε καρτέλ και ολιγοπώλια ενισχύει τα κέρδη των λίγων την ώρα που η πλειοψηφία της κοινωνίας φτωχοποιείται. Τα επιδόματα λειτουργούν ως επικοινωνιακό άλλοθι, όχι ως ουσιαστική κοινωνική πολιτική.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η στάση της κυβέρνησης απέναντι στον πρωτογενή τομέα. Η στήριξη της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur , παρά τις τεκμηριωμένες προειδοποιήσεις για τις καταστροφικές συνέπειες για τους Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφους, δείχνει πλήρη αδιαφορία για την εγχώρια παραγωγή. Η εισαγωγή φθηνών προϊόντων από χώρες με χαμηλότερα πρότυπα συμπιέζει τις τιμές και οδηγεί σε αφανισμό μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις, αποψιλώνοντας πληθυσμιακά την ύπαιθρο. Το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: αδιαφορία για τον πρωτογενή τομέα ή άκριτη πρόσδεση στα συμφέροντα ισχυρών ευρωπαϊκών οικονομιών; Η απάντηση φαίνεται να είναι και τα δύο.
Την ίδια στιγμή το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αναδεικνύει ένα κράτος πελατειακών σχέσεων, αδιαφάνειας και κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων. Ένα κράτος αυστηρό για τους πολλούς και επιεικές για τους «ημέτερους».
Από τον κυνισμό της αντιπολίτευσης του 2016-2019 ως τη σημερινή διακυβέρνηση, η πορεία της δεκαετίας Μητσοτάκη είναι ευθεία και απολύτως συνεπής. Τίποτα από όσα ζούμε δεν ήταν απρόβλεπτο. Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης οι πανηγυρισμοί δεν έχουν κοινωνικό αντίκρισμα. Υπάρχει μόνο μια κοινωνία πιο φτωχή, ένα κράτος πιο αδύναμο και μια δημοκρατία πιο εύθραυστη.
Πανηγυρισμοί ή λογοδοσία;
Ο Κώστας Παπανώτας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Π.Ο. Θεσσαλίας του Κινήματος Δημοκρατίας
