Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την ομιλία του μεγάλου διανοούμενου, στοχαστή, πανεπιστημιακού κοινωνιολόγου Κωνσταντίνου Τσουκαλά, στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, τον Οκτώβρη του 2014, όπου ήταν κεντρικός ομιλητής.
Επιμέλεια: Θεόδωρος Θάνος, Καθηγητής ΠΤΝ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, στην ομιλία του, αρχικά, επισήμανε ότι αν και «το ζήτημα του περιεχομένου της εκπαίδευσης είναι πανάρχαιο», οι λέξεις «παιδεία» και «εκπαίδευση», «αποκρυσταλλώθηκαν για πρώτη φορά με τη σημερινή μορφή στο νεωτερικό Διαφωτισμό». Η παιδεία και η εκπαίδευση είναι ιδέες «βασισμένες πάντοτε στην ιστορία και τη συγκυρία» και αναφέρονται και παραπέμπουν σε «κινούμενα αξιακά πλαίσια ιστορικά».
Ο Κ. Τσουκαλάς ανέφερε ότι ο κοινωνικός προβληματισμός για την εκπαίδευση συνδέεται με την ανάγκη της κοινωνίας να αναπαραχθεί, όπως αναπαράγονται «όλα τα συστήματα (…) γιατί αλλιώς διαλύονται». Πριν το Διαφωτισμό, στις «πρωτονεωτερικές κοινωνίες» η αναπαραγωγή τους «γινόταν λίγο πολύ αυτομάτως». Μετά το Διαφωτισμό, οι «νεωτερικές» κοινωνίες , οι οποίες «χρησιμοποιούν την ιστορία ως όχημα επί της εξέλιξής τους», το θέμα της αναπαραγωγής τους μπαίνει στο επίκεντρο του προβληματισμού «μέσα σε έναν κόσμο που πιστεύει ότι πρέπει να αλλάξει, κατευθυνόμενος από την πρόοδο». Η «εκπαίδευση μπαίνει στο επίκεντρο», για να απαντήσει στην προβληματική «τι θα αναπαραχθεί και ποιος θα το αναπαράγει, και πώς τα παιδιά θα μάθουν να γίνουν αυτό που πρέπει να γίνουν, για να είναι η κοινωνία καλύτερη από πριν». Παρουσίασε μια «σχηματική περιοδολόγηση» του τρόπου με τον οποίο στις νεωτερικές κοινωνίες έγινε αντιληπτή η λειτουργία της παιδείας:
Πρώτη φάση: Το αστικό φιλελεύθερο κράτος του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Σ’ αυτήν τη φάση, «η εκπαίδευση βασικά είναι εκπαίδευση ιδεών, μεταλαμπάδευση των πολιτιστικών αξιών του εθνικού πολιτισμού, των ειδών της κοινωνικής αυτογνωσίας, όπως εκφραζόταν μέσα από την άρχουσα τάξη. (…) Αντανακλά κοινωνίες που (…) είναι σίγουρες για τον εαυτό τους». Υπό αυτήν την έννοια ο προβληματισμός γύρω από την εκπαίδευση είναι «φιλοσοφικός, ιδεολογικός ή αξιακός».
Δεύτερη φάση: 20ος αιώνας, κυρίως μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το κοινωνικό κράτος που «γεννιέται μετά το 1945 στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (…) είναι μια παρέμβαση στην κοινωνική δομή». Η πρόοδος δεν είναι πια «αυτονόητη», αλλά «μεθοδεύεται από μία κρατική πολιτική η οποία παρεμβαίνει στον κοινωνικό ιστό». Αναδεικνύεται το πρόβλημα της εκπαίδευσης «όσον αφορά τη λειτουργία της και τις κοινωνικές της προεκτάσεις και συνέπειες διότι γίνεται αντιληπτό ότι η εκπαίδευση (…) μαζί με την ομογενοποίηση την ιδεολογική, διαιρεί, διακρίνει και χωρίζει. Η εκπαίδευση είναι μηχανισμός ανισοποίησης και επιμερισμού των ανθρώπων σε ιεραρχημένες θέσεις (…) μέσα σε ένα σύνολο το οποίο είναι ακόμα αυστηρά ταξικά διαμορφωμένο». Η εκπαίδευση αρχίζει να αντιμετωπίζεται από την «ανισοποιητική» της λειτουργία. Το αίτημα του Διαφωτισμού για κοινωνική δικαιοσύνη επανέρχεται καθώς τα παιδιά από τα λαϊκά στρώματα έχουν «πολύ λιγότερες πιθανότητες στατιστικές να σπουδάσουν, να προκόψουν και να μπουν στο άρχον σύστημα, από ότι έχουν τα παιδιά που έρχονται από τις ανώτερες κοινωνικές κατηγορίες». Η εκπαίδευση «δεν πρέπει απλώς να μεταλαμπαδεύει τις αξίες, δεν πρέπει απλώς να καθιστά, να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά πρέπει επίσης να συμβάλλει αποφαστιστικά στην υλική πρόοδο και στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, κτλ.». Στις δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980 δημιουργείται ένας μεγάλος προβληματισμός στην Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης «γύρω από τι και πώς πρέπει να λειτουργήσει η εκπαίδευση και γύρω από τη συμβατότητα του αιτήματος για πολιτιστική και αξιακή συνέχεια, του αιτήματος για πολιτιστική, κοινωνική δικαιοσύνη και του αιτήματος για οικονομική ανάπτυξη».
Τρίτη φάση: Η εκπαίδευση «βρίσκεται υπό τον αστερισμό του νεοφιλελευθερισμού», όπου «η αξιακή και η ισονομιστική πλευρά της εκπαίδευσης λίγο πολύ εξαφανίζονται και η άτυπη εκπαίδευση» θα κριθούν «μόνο πια με αγοραία κριτήρια». Ανοίγεται πλέον ένας δρόμος όπου «μόνο ο χρήσιμος επιτρέπεται να ευδοκιμήσει και θα ανταμειφθεί γι αυτό, ο “άχρηστος” στον Καιάδα. Όλοι πρέπει να αξιολογούνται συνεχώς αυστηρότατα, να βαθμολογούνται, να κατατάσσονται κατά μήκος ενός μεταβαλλόμενου μεν αλλά συνεχώς ανακατασκευαζόμενου ιδεολογικού συνεχούς. Δια βίου αξιολόγηση λοιπόν, δια βίου εκπαίδευση, δια βίου ανασφάλεια». Σ’ αυτό το πλαίσιο «δεν έχει λόγο να ασχοληθεί κανείς με τα θέσφατα, ούτε με το περιεχόμενο των αξιών, ούτε με το ισονομιστικό αίτημα να έχουν όλοι τη δυνατότητα να εκπαιδευτούν. (…)Το άγριο θηρίο του φιλελευθερισμού έχει αφηνιάσει. Ποιος θα είναι ο θηριοδαμαστής; Θηριοδαμαστής είναι η πολιτική (…) η οποία, πιστεύω, θα επαναφέρει (…) στο προσκήνιο το ερώτημα “ποια είναι η κοινωνία ακριβώς την οποία θέλουν να αναπαράγουν;”»
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος από την οργάνωση του Συνεδρίου και γοητευμένος από την ομορφιά των Ιωαννίνων
