Ηρακλής Φίλιος: Νίτσε, Σοπεχάουερ, Μέρκελ-Μια απρόσμενη συνάντηση

cafe buchwald

Τι σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους οι Νίτσε, Σοπενχάουερ και Μέρκελ; Και τι θα μπορούσαν άλλωστε να συζητήσουν μεταξύ τους απολαμβάνοντας το παραδοσιακό Berlinerσε ένα από τα πιο γνωστά καφέ της Γερμανίας;

Αρχικά πρόκειται για τρεις ανθρώπους που τους συνδέει η κοινή καταγωγή. Αυτό όμως μόνο. Ο λόγος είναι εμφανής αν διαβάσεις κάποιος τις θέσεις τους για τη γερμανική φυλή και τη γερμανική ηθική, η οποία στενά συνδέεται με το ζήτημα της θρησκευτικότητας. Και αν για κάποιους αυτό ηχεί περιέργως, η αλήθεια είναι ότι η σκληρή και απόλυτη πολιτική τακτική της Μέρκελ που έχει ελάχιστα έως μηδαμινά στοιχεία φιλανθρωπίας, έχει άμεση σχέση με το θρησκευτικό της παρελθόν και την ηθική του προτεσταντισμού.

Οφείλουμε πρωτίστως εισαγωγικά να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον στο ζήτημα της ηθικής. Η φύση της είναι μία. Και έχει την πηγή της στο θείο θέλημα. Όμως κάθε τι (είτε ονομάζεται καλό, είτε ήθος, είτε δικαιοσύνη) έχει την αλλοίωση της φύσεως του. Έτσι λοιπόν και η ηθική αλλιώς νοείται και βιώνεται στον προτεσταντισμό και αλλιώς στον ορθόδοξο ανθρωπισμό, ήτοι στη θεολογία του ευαγγελίου, των φωτισμένων κειμένων των αγίων Πατέρων και την ιερά Παράδοση της εκκλησίας.

Σίγουρα όποιος γνωρίζει τι εστί το προτεσταντικό πνεύμα, έχει κατανοήσει πως η ηθική μιας επαναστατικής θρησκείας που αυτόνομα εξελίχθηκε σε παρακλάδι (ριζοσπαστικό όπως θέλησε να περάσει στην ιστορία) του καθολικισμού, έχει άμεση, στενή σχέση με την ηθική που πρεσβεύει η καγκελάριος. Και η περίπτωση της είναι ιδιαίτερη, αφού η ίδια είναι κόρη προτεστάντη πάστορα και πιστή στο λουθηρανικό της παρελθόν. Η ζωή της διαποτίζεται από την ηθική του προτεσταντισμού και ό,τι δίνει δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην το πάρει πίσω.

Ο Λούθηρος ήθελε να είναι ένας καλός καθολικός. Η Μέρκελ θέλει να είναι καλή Ευρωπαία. Ο όρος «καλός» έχει καταντήσει σχετικός και άδηλος τελικά. Είναι άλλο ένας καλός άνθρωπος για παράδειγμα και άλλο ένας καλός χριστιανός. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι καλός, ως μέρος της κοινωνίας για τους συνανθρώπους του και τον εαυτό του. Ο χριστιανός όμως όταν είναι καλός δεν σταματάει μόνο στον επιπόλαιο έως και άστοχο αυτό χαρακτηρισμό του ως «καλός». Διαρρηγνύει τη σχετική αναφορά του «καλός» στην κοινωνία, στους θεσμούς, στο δίκαιο και ξεπερνάει την οντολογική του αναφορά σε ένα στάδιο που δεν τον κάνει απλά και μόνο έναν «καλό καγαθό πολίτη», αλλά άγιο. Τον μεταμορφώνει πέρα από τις σχετικότητες ενός ηθικού προσδιορισμού («καλός») που εν τέλει κατέληξε να είναι ύπουλος και να αιωρείται στο μεταίχμιο της ανισσόροπης μεταστοιχειωμένης λογικής.
Έτσι ο καλός είναι συνήθως επιφανειακός. Στερημένος της αγωνισιακής πάλης με τον εαυτό που δεν μένει στο καλός, αλλά ως άθλιος και αμετανόητα αμαρτωλός κινείται στη σφαίρα της πνευματικής και συνάμα ευχαριστιακής αλλοτρίωσης. Εκείνης της κατάστασης που βλέπει την ευσέβεια όχι ως αυτονόμηση από τη δογματική αλήθεια της χρηστοήθειας και το ήθος ως αλλοίωση του κατά φύσιν βίου.
Κι ερχόμαστε στη βάση της απρόσμενης συνάντησης του τίτλου. Αν ρωτήσετε έξω στην κοινωνία τι σημαίνει ηθική, το σίγουρο είναι ότι θα λάβετε διαφορετικές έως και τελείως ξένες απαντήσεις μεταξύ τους. Είναι άλλο η ηθική για τον Α, άλλο για τον Β, άλλο για τον Γ κ.ο.κ. Οι απαντήσεις που δίνει κάθε ένας φυσικά έχουν την αρχή της προέλευσης τους στις εμπειρίες του καθενός (αν και στον Hobbesπηγάζουν από την καθαρή νόηση) και οι εμπειρίες του καθενός έχουν με τη σειρά τους να κάνουν με τον θεσμό της οικογένειας. Δεν είναι της στιγμής να αναλωθούμε σε περισσότερα, όμως άλλη είναι η ηθική στον Αριστοτέλη, άλλη στον Hobbes, άλλη στον Απόστολο Παύλο. Οι φιλόσοφοι της θύραθεν παιδείας δίνουν ορισμούς οι οποίοι σπερματικά ενυπάρχουν στη χριστιανική φιλοσοφία, όπου η έννοια της ηθικής αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα κείμενο, εντοπίζεται στην επί του όρους Ομιλία. Φράσεις όπως «οι πτωχοί τω πνεύματι», «οι πενθούντες», «οι πραείς», «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην», «οι καθαροί τη καρδία», περιγράφουν άριστα τη νοοτροπία της δόμησης μιας ζωής που θέτει ως αρχή και συνέχεια της τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο.
Η χριστιανική ορθόδοξη ηθική ξεπερνάει το γράμμα του νόμου και απελευθερώνει τον άνθρωπο. Η απόλυτη πίστη στο νόμο χωρίς πνεύμα οικονομίας και φιλανθρωπίας, κάνει τον άνθρωπο δούλο στο νόμο. Ο ορθόδοξος είναι ελεύθερος και όπως σημειώνει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, χαρακτηριστικό γνώρισμα των τέκνων του Θεού είναι η τέλεια αγάπη, που είναι απαλλαγμένη από κάθε φόβο. Ο φόβος υπάρχει σε όσους τηρούν τις εντολές του Θεού για να αμειφθούν και συμπεριφέρονται ως μισθωτοί. Αυτό είναι ενδεικτικό μιας πνευματικής ανωριμότητας η οποία εν τέλει αρνείται τη φιλανθρωπία του Θεού. Έτσι κινείτια η ηθική του προτεσταντισμού. Στο επίπεδο του νόμου, εν τη απουσία της ελευθερίας της χάριτος.

Αν θέλουμε πάλι να κινηθούμε στο χώρο της φιλοσοφίας, μπορούμε να ρίξουμε μία ματιά στην κιρκεγκωριανή αντίληψη περί ηθικής που υπάρχει μέσα στη χριστιανική ηθική. Ο Kierkegaardένας υπαρξιστής φιλόσοφος που ο βίος του πέρασε διακυμάνσεις και η φιλοσοφία του είναι «απόρροια» των βιωμάτων του (όπως συμβαίνει εξάλλου και με τον Νίτσε), κάνει λόγο για την αναστολή της πεπερασμένης ηθικής. Έτσι αναζητεί παρηγοριά στη χριστιανική πίστη (εξάλλου το θρησκευτικό είναι ένα από τα τρία στάδια μέσα από τα οποία πέρασε για να αναζητήσει την αλήθεια και στο οποίο τελικά κατέληξε). Αυτή η σχέση ηθικής – χριστιανισμού, είναι διάχυτη στο βιβλίο του «Φόβος και Τρόμος» όπου υποκαθιστά την ανθρώπινη ηθική στο διάλογο με τον Θεό και στο πάθος της πίστης.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σκιαγραφήσουμε το πνεύμα της ηθικής στον προτεσταντισμό για να κατανοήσουμε ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά της Γερμανίδας καγκελαρίου. Ο προτεσταντισμός με κύριο εκφραστή του τον Λούθηρο, έχει ένα καθαρά δικανικό πνεύμα. Προβάλλει την πίστη στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα,. Είναι γνωστή η θεώρηση περί «solagratia, solafide», ότι δηλαδή μόνο η χάρη, μόνο η πίστη αρκούν για τη σωτηρία (κάτι σαν μία θεολογία της «απολυτότητας, ξένη προς την έκφραση οικονομίας στην ορθόδοξη θεολογία). Επίσης βασική πίστη είναι εκείνη στο «απόλυτο προορισμό», όπου ο Θεός προορίζει απόλυτα και αυθαίρετα, άλλους για την αιώνια ζωή και άλλους για την αιώνια καταδίκη.

Ποια η φιλοσοφική σκέψη του Λούθηρου όμως; Πριν από ακριβώς 500 χρόνια, ο ίδιος εξέφραζε τις ανησυχίες του ότι τα άξια γερμανικά χρήματα πήγαιναν χαμένα, καθ’ οδόν προς την Μεσόγειο, για να στηρίξουν τους οικονομικά τεμπέληδες ξένους – εκείνη την εποχή τους Ιταλούς που έχτιζαν τον ναό του Αγίου Πέτρου, στο Βατικανό. Εκείνος λοιπόν ο στοχαστής του 16ου αιώνα δεν ήθελε να στηρίξει οικονομικά όσους ξήλωναν τις τσέπες των γερμανών πιστών, πουλώντας συγχωροχάρτια για να χρηματοδοτήσουν την αποπεράτωση της βασιλικής του Αγίου Πέτρου.

Κατά τον Λούθηρο ο χριστιανός δεν είναι υπόδουλος σε κανέναν. Αυτό το πέρασε η καγκελάριος Μέρκελ στην κοινωνική οργάνωση του κράτους το οποίο ως κυρίαρχο έως και εξουσιαστικό σε μία ευρωπαϊκή και ισότιμη υποτίθεται ευρωπαϊκή οικογένεια. Το αθεράπευτα «απόλυτο» κυριαρχεί στη γλώσσα και την ηθική των προτεσταντών. Είναι σκληρό, μονομερές, χωρίς να αναζητεί το «πως» και το «γιατί» και θυμίζει αυτό που έχει πει ο αρθρογράφος KevinMyersσε ιρλανδική εφημερίδα, ότι δηλαδή «στην προτεσταντική ηθική, αν δεν δουλέψεις, σου αξίζει να πεινάσεις».

Τι σχέση μπορεί να έχουν οι Νίτσε και Σοπενχάουερ με την καγκελάριο Μέρκελ; Αναφέρει ο Νίτσε για την Γερμανία: «Το γερμανικό πνεύμα είναι για μένα κακός αέρας. Αναπνέω δύσκολα κοντά σ’ αυτή την ακαθαρσία σε ψυχολογικά θέματα που προδίδει κάθε λέξη, κάθε έκφραση ενός Γερμανού […] Αυτό που λέγεται »βαθύ» στη Γερμανία είναι ακριβώς αυτή η ενστικτώδης έλλειψη καθαρότητας που έχει κανείς απέναντι στον εαυτό του… Μπορώ να προτείνω τη λέξη »γερμανικό» σαν διεθνή νεολογισμό γι’ αυτήν την ψυχολογική διαφθορά; […] Συνολικά καμία ομορφιά, τίποτε από νότο ή από νότια λεπτή φωτεινότητα του ουρανού, τίποτε από χάρη, κανένας χορός, σπάνια οποιαδήποτε θέληση για λογική».

Ο Γερμανός φιλόσοφος είχε κατανοήσει ότι συντελούνταν μία «διαδικασία εξομοίωσης όλων των Ευρωπαίων – δηλαδή η αργή ανάδυση ενός κατ’ ουσίαν υπερεθνικού και νομαδικού τύπου ανθρώπου». Was ist deutsch λοιπόν για τον Νίτσε; Το λέει ο ίδιος: «ό,τι επιβραδύνει τη δημιουργία μιας υπερεθνικής Ευρώπης». Χιουμοριστική είναι και μία άλλη τοποθέτηση του μεγάλου φιλοσόφου, ο οποίος το 1886 έγραφε ότι «με τους Γερμανούς συμβαίνει σχεδόν ό,τι και με τις γυναίκες: κανένας δεν φτάνει στο βάθος τους, γιατί δεν υπάρχει βάθος, αυτό είναι όλο….».

Αν ο Νίτσε συναντούσε την Μέρκελ, πιστεύω πως θα της διάβαζε σημεία από το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η γέννηση της τραγωδίας», όπου γράφει για το ελληνικό έθνος: «Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιούργησαν, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο. Συρρικνωνόταν και κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς της Ελλάδας, δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους…». Σε άλλη γλώσσα ο Γερμανός ποιητής Γκαίτε γράφει για τους Έλληνες: «Τους θαυμάζω σαν άφταστες διάνοιες της φράσεως και της γραμμής, καθώς και για τον ιδεώδη βίο τους. Ό,τι είναι η καρδιά και ο νους για το σώμα, είναι η Ελλάδα για την ανθρωπότητα». Ένας ακόμη λοιπόν συνομιλητής της Μέρκελ που σίγουρα θα την απογοήτευε.

Ο Νίτσε αναφερόμενος στην ηθική, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη δυτική θεολογία και δη στον προτεσταντισμό, τη συνδέει με το στοιχείο της ενοχής. Έτσι η χριστιανική ηθική βασίζεται στα εφευρήματα της ένοχης συνείδησης και της ενοχής που τελικά αναστέλλουν την ελεύθερη βούληση και επομένως την ίδια την ελεύθερη εξέλιξη της ζωής. Αν είχαμε την ευλογία σήμερα να πίναμε καφέ μαζί του προσέχοντας το αυστηρό του βλέμμα, θα μας έλεγε με άλλα λόγια πως στην οικονομική ηθική των Γερμανών, η οφειλή είναι ταυτόσημη με την ενοχή και άρα πρέπει να τιμωρείται.

Δεν είναι μόνο ο Νίτσε που στηλίτευσε το γερμανικό πνεύμα, τη γερμανική νοοτροπία και την ηθική του προτεσταντισμού. Τον 19 αιώνα ένας άλλος Γερμανός φιλόσοφος ο Σοπενχάουερ αντιτίθεται στον τρόπο σκέψης των ομοεθνών του και γράφει με συγκλονιστικό τρόπο τα εξής: «Είναι ηλίθιοι και ανιαροί σαν νυχτερινοί σκούφοι. Στη σκέψη ότι μια μέρα θα πεθάνω, κάνω αυτή την εξομολόγηση: περιφρονώ το γερμανικό έθνος εξαιτίας της απέραντης ηλιθιότητας του, και κοκκινίζω εξαιτίας του γεγονότος πως τους ανήκω».

Είναι εμφανές λοιπόν πως η επικρατούσα γερμανική φιλοσοφική σκέψη αντιτίθεται στη γερμανική κουλτούρα όπως εκείνη έχει επηρεαστεί από την προτεσταντική ηθική που δεν έχει ίχνος φιλανθρωπίας, οικονομίας, αλλά συνειδητά καλλιεργεί το ενοχικό στοιχείο και την τιμωρία μέσα από την παράβαση, αγνοώντας έτσι το έλεος του Θεού. Αν είσαι ένοχος, τότε θα πληρώσεις και δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει συζήτηση για διευκολύνσεις σε κάθε έκφανση της ζωής. Προσωπικής, κοινωνικής, οικονομικής. Αυτό είναι το αυστηρό γερμανικό πνεύμα που ζει κι εργάζεται σαν μία αμετανόητη μηχανή.

Κι αν η στάση της καγκελαρίου Μέρκελ συνδέεται με το προτεσταντικό της παρελθόν και παρών, η ηθική του προτεσταντισμού συνδέεται με το πνεύμα του καπιταλισμού. Αυτή τη σχέση την περιγράφει με άριστο τρόπο ένας άλλος Γερμανός, κοινωνιολόγος αυτή τη φορά, ο MaxWeber. Στο βιβλίο του «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού», αναφέρει πως το πνεύμα του καπιταλισμού σχετίζεται με τις ιδέες και την ηθική του προτεσταντικού δόγματος, αλλά δεν ταυτίζεται. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιχειρηματίες κάτοχοι κεφαλαίων, τα ανώτερα στρώματα των ειδικευμένων εργατών και το ανώτερο τεχνικά και εμπορικά μορφωμένο προσωπικό των επιχειρήσεων της εποχής του, είναι στην πλειοψηφία προτεστάντες. Σημειώνει δε χαρακτηριστικά: «Το ότι η εργασία θεωρήθηκε από τους προτεστάντες ως ηθικό καθήκον, βοήθησε τον καπιταλισμό να βρει το πειθαρχημένο εκείνο εργατικό δυναμικό που χρειαζόταν για να αναπτυχθεί».

Χωρίς να καθυστερούμε άλλο και χωρίς να θέλουμε να καταλήξουμε σε διλλήματα ως προς την εκφραστική ανάλυση των επί μέρους θεμάτων (aphilosophermustbeeitherparadoxicalorboring!), η ερώτηση και απάντηση σε άρθρο του Economistείναι ουσιώδης και χρήσιμη για την αναζήτηση των αιτιών της στάσης της καγκελαρίου. Γράφει λοιπόν ο Economist: «Ποιος φταίει για την οικονομική κατάσταση των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου;». Η απάντηση δίνεται στο άρθρο του: «Ευθύνεται η μάλλον χαλαρή προσέγγιση του καθολικού και του ορθόδοξου δόγματος στην ανθρώπινη αδυναμία, κάτι που δεν υπάρχει στον Προτεσταντισμό, στον οποίο ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, ούτε υπάρχει τρόπος να διασφαλίσεις τη συγχώρεση των αμαρτιών σου».

Το πνεύμα της ηθικής στη θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής είναι τελείως διαφορετικό απ’ ότι στον προτεσταντισμό. Το πνευματικό αντιστάθμισμα της ορθόδοξης ασκητικής περιγράφει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στον Κατηχητικό του λόγο, ο οποίος λόγος αντιμετωπίζει με φιλανθρωπία και πνεύμα οικονομίας και κατανόησης την ανθρώπινη αδυναμία. Εξ ου και γράφει ο ίδιος πως «φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον αναπαύει τον της ενδεκάτης ως τον εργασάμενον από της πρώτης». Και ο όσιος Παΐσιος αντιτιθέμενος στη θεολογία του ηθικισμού της Δύσης, σημειώνει: «Στην εκκλησία δεν υπάρχουν κεφάλαια που τοκίζονται, ούτε δάνεια με δυσβάσταχτους τόκους. Στην αναρχία αυτού του »φιλόπτωχου τραπεζικού συστήματος» έβαζε τάξη ο φόβος του Θεού».

Στο τέλος λοιπόν αυτής της συνάντησης στο Café Buchwald, τον λόγο παίρνει ο Νίτσε, διαβάζοντας στους δύο ομοεθνείς του τα λόγια που είχε γράψει ο ίδιος στη «Γενεαλογία της Ηθικής». Ιδιαίτερα προβληματισμένος, με αυτό το βλοσυρό ύφος, ξεχνώντας για λίγο τη μεγάλη του αγάπη Lou Saloméπου στιγμάτισε τη φιλοσοφική σκέψη των βιβλίων του, κατεβάζοντας το χέρι που στήριζε τη δεξιά μεριά του κεφαλιού του, φορώντας τα μικρά στρόγγυλα γυαλιά του κι ελευθερώνοντας το μαύρο του παπιγιόν που τον έσφιγγε, διαβάζει: «…Εμείς οι Γερμανοί, σίγουρα δεν βλέπουμε τον εαυτό μας σαν ιδιαίτερα απάνθρωπο και σκληρόκαρδο λαό … κι όμως! Ας δει κανείς … τον παλιό μας ποινικό κώδικα… θα καταλάβει … Σκεφτείτε τις παλιές γερμανικές τιμωρίες για παράδειγμα τον λιθοβολισμό, τον τροχό, το παλούκωμα, το κομμάτιασμα … πόσο αίμα και φρίκη βρίσκεται στο βάθος όλων των »καλών πραγμάτων»».

ηρακλής φίλιος
([email protected])