Την 28 Νοεμ. 2025, αληθινά ιστορική ημέρα για την Χριστιανοσύνη, έλαβε χώρα ένα χαρμόσυνο γεγονός. Πάπας της Ρώμης και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως λειτούργησαν και προσευχήθηκαν μαζί στην Νίκαια της Βιθυνίας (σημερινό Ισνίκ της Δυτικής Τουρκίας), στον τόπο όπου το 325 εγράφη το Σύμβολο της Πίστεως, το γνωστό Πιστεύω, ή μάλλον εγράφη το μεγαλύτερο μέρος του.
Το Πιστεύω εγράφη σε μια εποχή κατά την οποία η ενότητα του ρωμαϊκού κράτους είχε αποκατασταθεί, οι Βάρβαροι ήταν ακόμη μακρυά και η έδρα του Ρωμαίου Αυτοκράτορα είχε μεταφερθεί από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την εποχή του Πιστεύω το ρωμαϊκό κράτος ήταν ακόμη ισχυρό, αν και είχε περάσει σε φάση άμυνας και δεν μπορούσε πια να επεκταθεί, πλην όμως ταλανιζόταν από δυο βαθιές διαιρέσεις. Η πρώτη ήταν η διαίρεση μεταξύ παγανιστικού και χριστιανικού κόσμου, αν και η πορεία των πραγμάτων ευνοούσε τον Χριστιανισμό και η δεύτερη ήταν η διαίρεση ανάμεσα στον ίδιο τον χριστιανικό κόσμο με κύριο ερώτημα το αν ο Χριστός ήταν Θεός ή όχι. Τόσο απλά.
Η τελευταία αυτή διαίρεση είχε λάβει μορφή απειλής για την ίδια την ύπαρξη της Αυτοκρατορίας, οπότε οι ιθύνοντες του κράτους αποφάσισαν να λύσουν τις διαφορές με τρόπο που ο κόσμος προηγουμένως δεν είχε ξαναδεί. Δημιουργώντας Δόγμα. Το δόγμα ΔΕΝ είναι προσευχή. Είναι σύστημα σκέψης που συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό και οδηγεί στην πίστη. Η σημαντικότερη λέξη του δόγματος της χριστιανικής πίστεως είναι απλά η πρώτη. ΠΙΣΤΕΥΩ. Άρα, εφόσον πιστεύω αυτό, δεν πιστεύω οτιδήποτε άλλο. Οποιαδήποτε διαφορετική πρόσληψη της έννοιας του Θεού ήταν αίρεση. Μετά από διενέξεις, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις συγκροτήθηκε το δόγμα της χριστιανικής πίστης λοιπόν, και εγένετο δεκτό από όλους τους χριστιανούς, δυτικούς τε και ανατολικούς.
Ακολούθησε ο κατακλυσμός της Δύσης από τους βαρβάρους, ο μετέπειτα εκχριστιανισμός τους και η ανάληψη από τον Πάπα της Ρώμης και πολιτικών αρμοδιοτήτων, εκτός από τα θρησκευτικά καθήκοντα. Οι βάρβαροι όμως δεν είχαν την καλλιέργεια της ελληνιστικής Ανατολής, η οποία εδέχθη τον Χριστιανισμό ως φυσική συνέχεια του αρχαίου ελληνικού ανθρωπιστικού πνεύματος. Οι περισσότεροι έγιναν χριστιανοί με διαταγές των ρηγάδων τους, οι οποίοι με την σειρά τους είχαν γίνει χριστιανοί για να εισέλθουν στον πολιτισμό και για να αποκτήσουν νομιμοποίηση απέναντι στην μόνη νόμιμη μεταρωμαϊκή εξουσία της Δύσης, στον Πάπα της Ρώμης, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του ως τον μόνο νόμιμο διάδοχο της εξουσίας της Ρώμης. Ο άγνωστος σε εμάς και προηγουμένως στους Βυζαντινούς ιερός Αυγουστίνος υπήρξε για τον δυτικό Χριστιανισμό η κρισιμότερη προσωπικότητα μετά τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Το κρισιμότερο στοιχείο της διδασκαλίας του είναι (ναι, είναι ακόμη) οτι μετέστρεψε την πίστη-εμπιστοσύνη (στον Θεό) σε πίστη-κάλυψη ψυχολογικής ανάγκης. Με την αυγουστίνεια αντίληψη περί πίστης, η εκκλησία των πιστών-κοινωνούντων μετετράπη σε ένωση ατόμων που αναζητούσαν απλώς και μόνον την ατομική τους σωτηρία και την εγωτική ψυχολογική τους κατασφάλιση σε ένα θρησκευτικό σύστημα νομικιστικό και χρησιμοθηρικό. Δεν είναι τυχαίο οτι ακόμη και σήμερα η Καθολική Εκκλησία θεωρεί οτι ΔΕΝ υπάρχει σωτηρία έξω από αυτήν. Για την σωτηρία των πιστών η Καθολική Εκκλησία κατά τον Μεσαίωνα έριχνε τους αιρετικούς στην πυρά, κάτι αδιανόητο για την ανατολική χριστιανοσύνη, η οποία προσλάμβανε την πίστη ως πίστη-εμπιστοσύνη στον Θεό μέσα από την κοινότητα των πιστών και μόνο.
Ο Αυγουστίνος μετέτρεψε την πίστη σε ιδεολογία, έκανε την Πίστη Χριστιανισμό (ο πρώτος-ισμός στον κόσμο). Η θεωρία των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων ουδέποτε έγινε δεκτή στον ανατολικό χριστιανικό κόσμο, για τον οποίον και μόνον η ειλικρινής μετάνοια ήταν αρκετή για την σωτηρία της ψυχής και την επανένταξη στην εκκλησία των πιστών. Κατόπιν όλων αυτών και πολλών άλλων παραγόντων που είχαν να κάνουν με τον ιστορικό ανταγωνισμό μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων ηγεμόνων για το ποιος έχει την αληθινή ρωμαϊκή κληρονομιά, το Σχίσμα των Εκκλησιών του 1054 ήταν αναπόφευκτο.
Ο γράφων δεν γνωρίζει ακόμη και τώρα αν το αναπόφευκτο ήταν και απαραίτητο. Το σίγουρο είναι οτι η μεταρωμαϊκή Δύση δεν μπορούσε πια να προσλάβει το ελληνικό πνεύμα, όπως το προσέλαβε η Ανατολή, κάτι τέτοιο υπερέβαινε σίγουρα τις δυνάμεις του βυζαντινού Ελληνισμού. Επίσης σίγουρο είναι οτι ο μεσαιωνικός Ελληνισμός δεν θα δεχόταν με τίποτε να γίνει μετεξέλιξη των πρώην βαρβάρων της Δύσης (η άρνηση της Αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας να παντρευτεί τον Καρλομάγνο, ηγεμόνα των Φράγκων αρκεί να εξηγήσει τα πάντα). Σύγχρονοι όμως δυτικοί ιστορικοί του ύψους ενός Στήβεν Ράνσιμαν θεωρούν το Σχίσμα ως το μεγαλύτερο έγκλημα που διαπράχθηκε ποτέ στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Διέσπασε τις δυνάμεις της Χριστιανοσύνης και διαίρεσε τις ψυχές της. Ο κόσμος δεν ήταν πια ο ίδιος και είχε πάρει κακό δρόμο μετά το καταστροφικό αυτό γεγονός για το οποίο-κατά την γνώμη ΟΛΩΝ των ιστορικών-ευθύνονται και οι δυο πλευρές. Η Τέταρτη Σταυροφορία το 1204, η διάλυση του βυζαντινού κράτους, η διάλυση των σταυροφορικών κρατών της Ανατολής και η άνοδος των Οθωμανών δεν θα ήταν δυνατές με τον χριστιανικό κόσμο ενωμένο. Αλλά, αυτά είναι ιστορία.
Ας έλθουμε στο σήμερα. Όλοι γνωρίζουμε οτι το ανάθεμα που επήγαγε η μια Εκκλησία στην άλλη το μοιραίο 1054 ήρθη με πρωτοβουλία δυο φωτισμένων ιεραρχών του Πάπα Πίου και του Πατριάρχη Αθηναγόρα το 1963. Ευτυχώς, ήταν καιρός. Μετά από αυτό οι δυο Εκκλησίες, Ρώμη και Κωνσταντινούπολη άρχισαν πάλι να συνομιλούν. Δεν γνωρίζουμε τι συζητούν οι δυο κεφαλές του Χριστιανισμού τώρα στην Κωνσταντινούπολη, γνωρίζουμε όμως οτι το θέμα της Ένωσης των Εκκλησιών είναι πολύπλοκο και δύσκολο. Καμία Εκκλησία δεν απεκδύεται ούτε των δικαιωμάτων της, ούτε του τυπικού της, ούτε του τελετουργικού της από την μια ημέρα στην άλλη. Επίσης δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ τις αντιδράσεις των φανατικών, ιδιαίτερα της ορθόδοξης πλευράς, η οποία θα ξεθάψει το φάντασμα του…Παπισμού, το οποίο όμως εξέλιπε από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Ο γράφων όμως γνωρίζει οτι η χριστιανική πατερική παράδοση προέκρινε πάντα την αρχή ”της των πάντων ενώσεως”. Αν οι σημερινοί ιεράρχες της Χριστιανοσύνης εύρουν τρόπο να ενώσουν τις Εκκλησίες, αυτό ο γράφων θα το θεωρήσει ως ευλογία Θεού και βεβαίως εύχομαι να γίνει. Δεν ζούμε ούτε στην εποχή του Σχίσματος, ούτε στην εποχή των Φράγκων, ούτε στην εποχή των Σταυροφοριών. Αντιθέτως ζούμε σε μια εποχή αγνωστικισμού και εκτεταμένης αθεϊας παντού στον κόσμο (στην Βρετανία και μόνον, μόλις το ήμισυ του πληθυσμού είναι χριστιανοί). Στην Μέση Ανατολή οι χριστιανοί τελούν υπό διωγμόν. Μια Ένωση των Εκκλησιών, πιστεύω, θα δημιουργήσει μια νέα δυναμική προς όφελος της πίστης, την οποίαν θα ενδυναμώσει και θα την επεκτείνει. Αυτά, και εύχομαι ο Θεός να τους φωτίσει.
Ιωάννης Ξηρός
Ταξ|χος ε.α.
