Στα δικαστήρια η Ελλάδα αναστενάζει λέγει μια γνωστή ρήση. Είναι αλήθεια οτι η φιλοδικία των Ελλήνων σε συνδυασμό με την συχνή αθέτηση οικονομικών υποχρεώσεων πολλών πολιτών μεγαλώνουν τα πινάκια των αστικών δικαστηρίων και η αυξημένη παραβατικότητα μεγαλώνει τα πινάκια των ποινικών δικαστηρίων. Για τα προβλήματα αυτά δεν ευθύνονται οι δικαστές, ευθύνεται η νοοτροπία μας και η παραβατικότητα που συνεχώς αυξάνεται. Είναι γεγονός οτι μια κοινωνία που χρειάζεται υπέρ του δέοντος τις υπηρεσίες γιατρών, δικηγόρων και δικαστών είναι μια άρρωστη κοινωνία, σωματικά και ψυχικά.
Πολλά λέγονται για την βραδύτητα απονομής της δικαιοσύνης, ακόμη και για την ποιότητα ορισμένων αποφάσεων. Είναι αλήθεια οτι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε άνθρωπο στις σχέσεις του με το κράτος είναι να μην βρει το δίκιο του σε δικαστήριο. Σάπια φρούτα υπάρχουν σε κάθε καλάθι και πολλοί διεφθαρμένοι δικαστές έχουν συλληφθεί στο παρελθόν. Για το αδέκαστο των δικαστών οφείλουμε κράτος και κοινωνία να αγρυπνούμε και να μην ξεχνούμε οτι πίσω από κάποιον δωροδοκούμενο υπάρχει κάποιος που δωροδοκεί. Επομένως η ευθύνη αντανακλάται και στα σάπια φρούτα του καλαθιού που λέγεται κοινωνία. Όσον αφορά στις καθυστερήσεις απονομής δικαιοσύνης, είναι αλήθεια οτι οι χρόνοι έχουν κάπως μειωθεί τα τελευταία χρόνια χάρι στα μέτρα συγχωνεύσεων δικαστηρίων και κυρίως στο φιλότιμο των ίδιων των δικαστών. Πάντα μετά το καλό όμως, υπάρχει το καλύτερο. Ο γράφων πιστεύει οτι αν ο Έλληνας δεν ήταν τόσο φιλόδικος, περισσότερο συνεπής στις υποχρεώσεις του και αν μεγάλωνε σωστά τα παιδιά του, τα αστικά και ποινικά πινάκια θα ήταν πολύ ελαφρύτερα.
Ο γράφων θεωρεί οτι εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης το 2027 κάποιες σχέσεις της δικαστικής εξουσίας με την εκτελεστική και την κοινοβουλευτική πρέπει να αναθεωρηθούν και αυτό το σημείωμα είναι οι προτάσεις μου. Πρώτον, επισημαίνω μια προβληματική που απασχολεί πολίτες και δημοσιολογούντες πολλά χρόνια τώρα. Με ποιόν τρόπο θα επιλέγονται στο εξής οι ηγεσίες των ανωτάτων δικαστηρίων; Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 90 παρ. 5) οι προαγωγές στις θέσεις Προέδρου και Αντιπροέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣΤΕ), του Αρείου Πάγου (ΑΠ) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλέπε Υπουργός Δικαιοσύνης) όπως ο νόμος ορίζει. Η επιλογή του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου πραγματοποιείται με τον ίδιο τρόπο. Κατόπιν αυτού, ανακύπτει ένα απλό, απλούστατο ερώτημα. Με ποιο δικαίωμα η εκτελεστική εξουσία διορίζει κατά το δοκούν την ηγεσία της Δικαιοσύνης, δεδομένου οτι στην Ελλάδα, όπως και σε όλον τον πολιτισμένο κόσμο, οι τρεις εξουσίες, η εκτελεστική (Κυβέρνηση), η νομοθετική (Βουλή) και η δικαστική είναι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ κατά την λειτουργία τους μεταξύ τους (άρθρο 26 Σ); Η απάντηση που δίνουν δεκαετίες τώρα πολιτική τάξη και συνταγματολόγοι είναι η εξής. Δεδομένου οτι οι δικαστές και η ηγεσία της Δικαιοσύνης ΔΕΝ εκλέγονται από τον λαό δεν έχουν λαϊκή νομιμοποίηση. Επομένως η απαραίτητη (όπως την θεωρούν αυτοί οι κύριοι) νομιμοποίηση μπορεί να προέλθει μόνον ΕΜΜΕΣΩΣ, δηλαδή μέσω της Κυβερνήσεως, η οποία, ως εκλεγείσα από τον λαό, δύναται νομίμως και προ πάντων δημοκρατικώς να διορίσει αυτούς που θα ηγηθούν της Δικαιοσύνης. Αυτή η νομική κατασκευή εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί ακόμη ΟΛΕΣ τις Κυβερνήσεις στην Ελλάδα, τουλάχιστον από την Δικτατορία έως σήμερα. Αυτή η νομική κατασκευή επιτρέπει στην εκάστοτε Κυβέρνηση να ελέγχει νομίμως την ηγεσία της Δικαιοσύνης και να την καθιστά θεραπαινίδα της, όπως είναι και η νομοθετική. Και αυτό το έκτρωμα ΟΥΔΕΙΣ συνταγματολόγος δεν ευρέθη ποτέ να ανασκευάσει. Για τον γράφοντα, αυτή η κατασκευή αποτελεί ένα από τα γελοιωδέστερα πλάσματα δικαίου που συνάντησε ποτέ του (πλάσμα δικαίου είναι η απόδοση νομικής ισχύος σε κάτι που δεν υπάρχει). Κατόπιν αυτών και πολλών άλλων προτείνω όπως η επόμενη Βουλή αποδώσει στην ίδια την Δικαιοσύνη το δικαίωμα να ορίζει η ίδια την ηγεσία της για να αποκατασταθεί η ανεξαρτησία της.
Δεύτερον, ο γράφων πιστεύει οτι ακριβώς επειδή οι τρεις εξουσίες (ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉ, ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΉ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΉ) του Κράτους είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, δεν πρέπει η μια να εμπλέκεται στις λειτουργίες και στις αρμοδιότητες της άλλης. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως συνέλαβε ορθώς την λειτουργία και αποστολή του ο μέγας Ελευθέριος Βενιζέλος, υπάρχει για να προστατεύει τα νόμιμα δικαιώματα των πολιτών απέναντι στην Διοίκηση, όπως άλλωστε το ίδιο το Σύνταγμά μας στο άρθρο 95 ορίζει. Πουθενά δεν λέγει το Σύνταγμα οτι η μισθολογική και η συνταξιοδοτική πολιτική της Κυβερνήσεως θα τελεί υπό την αίρεση της…έγκρισης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ακόμη και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως με άκρα διασταλτική ερμηνεία του Συντάγματος συμβαίνει τώρα. Η πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων επί των μισθών του Δημοσίου και των συντάξεων αποτελεί ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ αρμοδιότητα των κυβερνήσεων, οι οποίες έχουν στην διάθεσή τους και υπόψιν τους τα οικονομικά δεδομένα του προϋπολογισμού και τις αντοχές του και ουδέν δικαστήριο, όσο ψηλά και αν ίσταται, μπορεί να εκτιμήσει το τι έχει πραγματικά ανάγκη η δημόσια οικονομία. Έχουμε δει πάμπολλες φορές να ανατρέπονται προϋπολογισμοί και πολιτικές από αποφάσεις δικαστηρίων με αιτιολόγηση που δεν αντέχει σε καμία οικονομική λογική και μερικές φορές στην ίδια την λογική. Φτάνει πια. Ο παπάς να είναι παπάς και ο ζευγάς ζευγάς. Επομένως, στο προσεχές Σύνταγμα να προβλεφθεί οτι στις αρμοδιότητες των δικαστηρίων δεν εμπίπτει ο έλεγχος της οικονομικής πολιτικής της ων κυβερνήσεων απέναντι σε ολόκληρους κλάδους της δημόσιας διοίκησης. Όποιος έχει πρόβλημα ας απεργήσει. Πολύ περισσότερο, όταν η διαφορά είναι μεταξύ λειτουργών της Δικαιοσύνης ως κλάδου και της κυβέρνησης σε θέματα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά, σε καμία των περιπτώσεων δεν πρέπει αυτό να αποτελεί αντικείμενο δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με πανάρχαιο νομικό αξίωμα ”ουδείς δύναται να εκδικάσει την εαυτού υπόθεσιν”, κοινώς δεν μπορεί ο Γιάννης να κερνάει και ο Γιάννης να πίνει.
Τρίτον (αλλά όχι έσχατον) είναι το θέμα της ταχείας εκδίκασης διαφορών μεταξύ εταιρειών, γηγενών ή ξένων με την διοίκηση ή τους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι προσφεύγουν στα διοικητικά δικαστήρια επειδή την δουλειά την πήρε αυτός και όχι εκείνοι. Η χώρα μας έχει πολλαπλώς και μακροχρονίως εξευτελισθεί διότι η εκδίκαση αυτών των διαφορών αργεί την στιγμή που σε μια επένδυση έχουν διαθέσει χρόνο και χρήμα και δεν μπορούν να την πραγματοποιήσουν σε εύλογο χρονικό διάστημα λόγω της κακότητας ανταγωνιστών. Λοιπόν, αυτό πρέπει να σταματήσει. Προτείνω την δημιουργία ενός ειδικού διοικητικού δικαστηρίου με αποκλειστική αρμοδιότητα την ΤΑΧΥΤΑΤΗ εκδίκαση διαφορών εταιριών και ανταγωνιστών και της ίδιας της δημόσιας διοίκησης, ώστε να σταματήσει αυτό το αίσχος που εκθέτει χρόνια τώρα την χώρα μας και ας λένε οι διάφοροι συνταγματολόγοι και λοιποί συνταγματολογούντες ό’τι θέλουν.
Αυτά περί Δικαιοσύνης προς το παρόν και ας περιμένουμε τις προτάσεις των πολιτικών δυνάμεων επί των προαναφερθέντων. Ο γράφων είναι δύσπιστος όσον αφορά τον βαθμό ευαισθησίας των ελληνικών κομμάτων επ’αυτών, διότι η σημερινή άρρωστη κατάσταση βολεύει πολλούς, πλην όμως κάποιος έπρεπε να τα πει.
Ιωάννης Ξηρός
Ταξίαρχος ε.α.
