Ιωάννα Χαρμπέα: Ο παππούς και η τελευταία νύχτα των Καλικάντζαρων

Ο παππούς και η τελευταία νύχτα των Καλικάντζαρων

Η φωτιά στο τζάκι έτριζε παράξενα εκείνο το βράδυ. Έξω, ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και το παλιό ρολόι του τοίχου πλησίαζε τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς.
Ο παππούς Στέφανος κάθισε βαριά στην πολυθρόνα του και κοίταξε τα εγγόνια του με βλέμμα σοβαρό.
 
«Αυτό που θα σας πω», είπε χαμηλόφωνα, «δεν είναι απλό παραμύθι. Είναι ιστορία που συμβαίνει κάθε χρόνο… αρκεί να υπάρχουν παιδιά που πιστεύουν.»
 
Τα παιδιά πλησίασαν.
 
«Παππού… μιλάς για τους καλικάντζαρους;» ψιθύρισε ο Γιάννης.
 
Ο παππούς δεν απάντησε αμέσως. Άκουσε πρώτα έναν ανεπαίσθητο χρατς από την καμινάδα.
 
«Ναι», είπε τελικά. «Για αυτούς.»
 
Η νύχτα που άνοιξε η γη
«Λένε», άρχισε ο παππούς, «πως από τα Χριστούγεννα ως την Πρωτοχρονιά, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στη γη. Μα η πιο επικίνδυνη νύχτα είναι απόψε. Γιατί απόψε προσπαθούν να μείνουν για πάντα.»
 
«Και τι θέλουν;» ρώτησε η Μαρία.
 
«Τον Χρόνο», απάντησε ο παππούς. «Αν τον κλέψουν, ο καινούριος χρόνος δεν θα έρθει ποτέ.»
 
Την ίδια στιγμή, έξω ακούστηκε ένα γέλιο. Όχι ανθρώπινο. Σπασμένο. Σαν να έτριζε πέτρα.
 
— Κλικ-κλικ-κλικ…
— «Το ακούσατε;» πετάχτηκε ο μικρός Νικόλας.
— «Μην φοβάσαι», είπε ο παππούς. «Αλλά άκου προσεκτικά.»
 
Οι καλικάντζαροι ξυπνούν
Στο παραμύθι, κάτω από το χωριό, οι καλικάντζαροι είχαν μαζευτεί γύρω από μια ρωγμή στη γη.
 
«Γρήγορα!» γρύλισε ο αρχηγός τους, ο Μαυρογένης.
«Στα μεσάνυχτα ο παλιός χρόνος φεύγει. Αν τον πιάσουμε πριν φύγει, θα γίνει δικός μας!»
 
— «Και το ρολόι του χωριού;» ρώτησε ένας άλλος.
— «Θα το σταματήσουμε», γέλασε ο Μαυρογένης. «Κανένα δώδεκα δεν θα χτυπήσει απόψε.»
 
Το μυστικό του παππού
Ο παππούς Στέφανος έσκυψε προς τα παιδιά.
 
«Ξέρετε γιατί σας λέω αυτή την ιστορία κάθε Πρωτοχρονιά;»
Τα παιδιά κούνησαν το κεφάλι αρνητικά.
 
«Γιατί κάποτε… ήμουν κι εγώ παιδί. Και ήμουν εκεί.»
 
«ΕΚΕΙ;» φώναξαν όλοι μαζί.
 
«Ναι. Όταν οι καλικάντζαροι προσπάθησαν να κλέψουν τον Χρόνο. Και μόνο ένα πράγμα τους σταματά.»
 
«Τι; Τι;»
 
Ο παππούς χαμογέλασε μυστηριωδώς.
 
«Οι ευχές που λέγονται δυνατά. Με πίστη.»
 
Η μάχη της Πρωτοχρονιάς
Στο παραμύθι, το ρολόι είχε παγώσει. Οι δείκτες δεν κουνιόντουσαν.
Οι καλικάντζαροι είχαν σκαρφαλώσει στο καμπαναριό.
 
— «Τώρα!» φώναξε ο Μαυρογένης.
 
Και τότε…
ένα παιδί άνοιξε το παράθυρο και φώναξε:
 
«Καλή χρονιά! Με αγάπη!»
 
Ένα δεύτερο:
«Με υγεία!»
 
Ένα τρίτο:
«Με φως!»
 
Κάθε ευχή γινόταν σπίθα. Κάθε σπίθα φως.
Οι καλικάντζαροι άρχισαν να ουρλιάζουν.
 
— «Όχι! Μας καίνε οι ευχές!»
 
Το ρολόι χτύπησε ΔΩΔΕΚΑ.
 
Και με έναν βρόντο, η γη έκλεισε.
 
Επιστροφή στο τζάκι
Ο παππούς σώπασε.
Το ρολόι του σπιτιού άρχισε να χτυπά.
 
Έντεκα…
Δώδεκα…
 
Τα παιδιά κρατήθηκαν από τα χέρια.
 
Ο παππούς ψιθύρισε:
«Τώρα. Πείτε.»
 
«Καλή Χρονιά!» φώναξαν όλοι μαζί.
 
Και κάπου μακριά… ένας καλικάντζαρος γρύλισε απογοητευμένος.
 
Ο παππούς χαμογέλασε.
«Για άλλη μια χρονιά, τα καταφέραμε.»
Καλή χρονιά!
Συγγραφέας: Ιωάννα Χαρμπέα