*Ο “Διάλογος Κυβέρνησης-Αγροτών”, μία Ιστορία και ένας στίχος.
*Κάλιο αργά παρά ποτέ…
“Αλλ’ ίσθι τοι τα σκληρ’ άγαν φρονήματα/πίπτειν μάλιστα..” (Σοφοκλής, “Αντιγόνη).
Από μία απροσδιόριστη και λογικά ανερμήνευτη αιτία κάθε γεγονός ή εικόνα της επικαιρότητας ενεργοποιούν τη μνήμη και τους συνειρμούς μου και με παραπέμπουν σε γνωστές θέσεις, γνωμικά, στίχους, μύθους ή και ιστορίες με διδακτικό ή ερμηνευτικό περιεχόμενο για κάθε περίπτωση χωριστά.
Το καλό ή κακό, όμως, αυτής της πνευματικής μου ιδιοτροπίας-παθογένειας είναι ότι με πιέζει αφόρητα να αποτυπώσω σε κείμενο ό,τι μου προκάλεσε εντύπωση.
Προϊόν αυτής της ιδιοτροπίας μου είναι και το κείμενο που ακολουθεί που είχε ως αφετηρία-ερέθισμα τον διάλογο Αγροτών και Κυβέρνησης με τις αναγκαίες αναλογίες που βρήκα από την εικόνα ενός κυπαρισσιού που λύγιζε στη δύναμη του σφοδρού αέρα για να μην σπάσει.
Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της συνάντησης του Πρωθυπουργού με τους Αγρότες ένα είναι σίγουρο. Όταν κάποιοι (κυβέρνηση-κοινωνικές ομάδες) συζητούν-διαλέγονται κερδίζουν όλοι. Σημασία δεν έχει αν οι αγρότες πέτυχαν τα περισσότερα (όχι μόνο σε υποσχέσεις) ή αν η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός έσυραν σε διάλογο τους αγρότες και δεν ενέδωσαν στα “τελεσίγραφα” των μπλόκων.
Ουαί και αλίμονο σε μία κυβέρνηση και σε έναν πρωθυπουργό αν ικανοποιούσαν τα αιτήματα κάθε κοινωνικής ομάδας που αντί για υποβολή των αιτημάτων τους και διάλογο απαιτούσαν με τα τελεσίγραφα και τα μπλόκα την ικανοποίησή τους.
Από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός όφειλαν να προλάβουν τα μπλόκα των αγροτών πριν την εμφάνισή τους στους δρόμους αφού ως φαινόμενο και ως τρόπος διεκδίκησης επαναλαμβάνεται σχεδόν ανελλιπώς τις τελευταίες δεκαετίες.
Η ευθύνη για την ταλαιπωρία των Ελλήνων οδηγών (και όχι μόνον ) βαραίνει και τις δύο πλευρές, αφού δεν βρήκαν τον τρόπο να συζητήσουν τα ζέοντα θέματα της αγροτικής παραγωγής της χώρας μας.
Ταμπουρωμένες και οι δύο πλευρές στη δική τους λογική υπονόμευαν κάθε διάθεση για διάλογο ρίχνοντας η κάθε μία την ευθύνη στην άλλη.
Ξεχνούσαν, όμως, και οι δύο πλευρές πως η απολυτότητα των επιχειρημάτων τους και η ακαμψία τορπίλιζαν το διάλογο με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία των Ελλήνων.
Ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν απέδωσε τα αναμενόμενα στην κυβέρνηση αλλά και η άρνηση των αγροτών για διάλογο τους εξέθεσε και τους εγκλώβισε σε μία ατελέσφορη “άρνηση”.
Τα διδάγματα από αυτήν την ταλαιπωρία του αργοπορημένου διαλόγου είναι πολλά.
Η κυβέρνηση οφείλει να προνοεί αλλά και να μην ενδίδει εύκολα σε κάθε αίτημα οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας. Διαφορετικά δίνει το σύνθημα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες: “Αιτείτε και δοθήσεται”.
Από την άλλη πλευρά οι αγρότες οφείλουν να γνωρίζουν πως σε μία ευνομούμενη πολιτεία δεν μπορείς να κρατάς σε ομηρία την ελληνική κοινωνία ως μέσο πίεσης στην κυβέρνηση. Ούτε η άρνηση του διαλόγου μπορεί να δικαιώσει κάθε τρόπο διεκδίκησης των δίκαιων αιτημάτων τους.
Το διάλογο τον αρνούνται όσοι τον φοβούνται…
Ωστόσο το μέγιστο μάθημα από τον καθυστερημένο διάλογο είναι πως στη ζωή όποιος μένει άκαμπτος χωρίς την αναγκαία ευλυγισία και προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις αναγκαιότητες που αυτή γεννά στο τέλος λυγίζει και σωριάζεται από το ρεύμα.
Κι ενώ άκουγα στην ΤV τα αποτελέσματα της συνάντησης του πρωθυπουργού με τους αγρότες, ένας δυνατός αέρας έξω λύγιζε το πανύψηλο κυπαρίσσι του κήπου μου. Αυτό παρά τον σφοδρό αέρα, όμως, λύγιζε όσο έπρεπε για να μην σπάσει.
Αυτή η εικόνα της φύσης εύκολα έφερε στη μνήμη μου δύο σχετικούς στίχους από την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή και μία σχετική ιστορία με δύο δέντρα μέσα σε ένα ποτάμι. Οι αναλογίες είναι εμφανείς, όπως και τα υπόρρητα διδάγματα για την τέχνη της επιβίωσης και της ζωής μας γενικότερα.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Βελανιδιά και η Ιτιά
Στις όχθες ενός ορμητικού ποταμιού, ζούσαν δύο δέντρα: Μία πανύψηλη Βελανιδιά και μια ευλύγιστη λεπτή Ιτιά.
Κάθε φορά που το ποτάμι φούσκωνε και το ρεύμα γινόταν άγριο, η Βελανιδιά στεκόταν περήφανη. «Κοίτα με, έλεγε στην Ιτιά», σφίγγοντας τις ρίζες της στο χώμα. «Είμαι δυνατή. Δεν λυγίζω. Αντιμετωπίζω το νερό με όλη μου τη δύναμη. Εσύ είσαι αδύναμη και τρέμεις κάθε κύμα».
Η Ιτιά δεν απαντούσε. Άφηνε τα κλαδιά της να χαϊδεύουν την επιφάνεια του νερού και, καθώς το ρεύμα τα τραβούσε, εκείνη έσκυβε ταπεινά, ακολουθώντας τη φορά του ποταμού.
Μια χρονιά, ήρθε μια κατακλυσμιαία βροχή. Το ποτάμι μετατράπηκε σε έναν αφρισμένο χείμαρρο που παρέσερνε πέτρες και κορμούς. Η Βελανιδιά κράτησε την ανάσα της. Αντιστάθηκε με όλη της τη δύναμη, ενάντια στην ορμή του νερού. «Δεν θα περάσεις!» έμοιαζε να λέει. Όμως το ρεύμα ήταν αμείλικτο. Η δύναμη της σύγκρουσης ήταν τόσο μεγάλη που, τελικά, οι ρίζες της Βελανιδιάς δεν άντεξαν, Με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, ο κορμός της έσπασε και το ποτάμι την παρέσυρε μακριά.
Η Ιτιά, από την άλλη, λύγιζε συνεχώς. Άφηνε το νερό να περνά από πάνω της, ανάμεσα στα κλαδιά της, χορεύοντας στον ρυθμό της καταστροφής.
Όταν η καταιγίδα πέρασε και τα νερά ηρέμησαν, η Ιτιά ήταν ακόμα εκεί. Σήκωσε σιγά-σιγά τα κλαδιά της, τίναξε τις λάσπες και στάθηκε πάλι όρθια κάτω από τον ήλιο.
Ο στίχος
“Αλλ’ ίσθι τοι τα σκληρ’ άγαν φρονήματα / πίπτειν μάλιστα..”(Σοφοκλής, «Αντιγόνη»)(να γνωρίζεις πως οι άνθρωποι με άκαμπτες θέσεις λυγίζουν εύκολα.{ελεύθερη μετάφραση}).
To Δίδαγμα
Στη ζωή οι δυσκολίες δεν αντιμετωπίζονται και δεν ξεπερνιούνται μόνο με την αντίσταση. Χρειάζεται και η ευελιξία και η τέχνη της προσαρμογής στην αναγκαιότητα. Επιβιώνει αυτός που γνωρίζει πότε και πώς να αγωνίζεται-αντιστέκεται, πότε και πόσο να υποχωρεί και φυσικά να προσαρμόζεται στην αναγκαιότητα μέχρι να βρει τρόπο να την ανατρέψει προς όφελός του.
#.ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΝ: Μετά και τη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τα “σκληρά μπλόκα” όλοι ευελπιστούν πως θα βρεθεί μία τελεσφόρα λύση, έτσι ώστε να περάσουμε ως χώρα από την “Ελλάδα των επιδοτήσεων” και την “Ελλάδα των αγροτικών μπλόκων” στην Ελλάδα του εκσυγχρονισμού της αγροτικής παραγωγής με ένα ρεαλιστικό και μακρόπνοο σχέδιο “εθνικής αγροτικής στρατηγικής” σε μία παγκόσμια ελεύθερη και άκρως ανταγωνιστική οικονομία.
Ας μην δαιμονοποιούμε τη Mercosur, γιατί σε λίγα χρόνια θα αναγκαστούμε να ζούμε στη σκιά κι άλλων Mercosur, αφού το διεθνές οικονομικό περιβάλλον δεν το διαμορφώνει η “μικρή Ελλάς” αλλά οι τεχνολογικοί και οικονομικοί τιτάνες της υφηλίου μας.
Ο πρωτογενής τομέας παραγωγής δεν μπορεί να επιβιώσει με τις επιδοτήσεις, με τα μπλόκα των αγροτών και τις άγονες κομματικές αντιπαραθέσεις πάνω στο σώμα των αγροτών.
Το αγροτικό ζήτημα δεν απλώς και μόνον ζήτημα των αγροτών. Είναι ζήτημα όλων των Ελλήνων.
Η επιβίωση των αγροτών και η υγεία της ελληνικής υπαίθρου επηρεάζει την επιβίωση και την υγεία όλων των Ελλήνων.
Όλοι δικαιούμαστε μία καλύτερη ζωή-αυτή που μας χαρίστηκε-και δεν πρέπει (αγρότες και λαός) να αγωνίζονται και να αρκούνται στην επιβίωση.
Διαφορετικά και του χρόνου θα συζητάμε για τα ίδια πράγματα με τις ίδιες γνωστές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις.
Αγωνιζόμαστε όχι απλά για να επιβιώνουμε αλλά και να ζούμε με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια σε μία χώρα που νοιάζεται για μας και που κι εμείς πασχίζουμε να την κάνουμε καλύτερη.
