
Αναζητώντας την και αφού βυθιστείς στην εστία εκείνου που επιθυμείς και ποθείς, διαπιστώνεις μέσα φυσικά από τη διάθεση για ταξίδι, αν η χαρά αυτή είναι εκείνη που ηρεμεί το νου σου, την ψυχή σου και καταργώντας το χωροχρόνο σε απογειώνει. Μεθυστικά. Ηδονικά. Μία απογείωση εκεί όπου η διάρκεια είναι αιώνιο στοιχείο της ευχαριστιακής ανατροπής των δεδομένων που απομυθοποιούν εν τέλει την ισχύ της αυθεντίας και βιώνοντας το ακραιφνές συναίσθημα της συνέχειας, επιθυμώντας την αληθινή χαρά στη ζωή της ασυνέχειας.
Αυτή η ενσάρκωση της επιθυμίας ως διάθεση ανυπακοής στο εγωπαθές της φθαρτής φύσεως, ανατρέπει τα δεδομένα των σχέσεων και συμπεριφορών. Δεκτική μιας άλλης και ξενικής προς τον αμαρτωλό και συσκοτισμένο νου, καταφέρνει να μεθά με την αγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος που γίνεται ίαση παθών ψυχοφθόρων και νοσηρών συμπεριφορών. Η δραπέτευση του νου από το αμαρτωλό παρελθόν που φθείρει την τάση και αναγωγή του κατ’ εικόνα προς το πρωτότυπο, η επιθυμία για βίωση της αληθινής χαράς που εντοπίζεται στην αυτοσυνειδησία της ορθόδοξης εκκλησίας, ανακαινίζει τον άνθρωπο. Έτσι από απαθής και αναίσθητος, μεταμορφώνεται σε άνθρωπο των γεγυμνασμένων και ασκημένων αισθητηρίων. Σε έναν άνθρωπο που μπορεί να βλέπει την ομορφιά παντού. Και όπως έλεγε ο όσιος Πορφύριος, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αγιαστεί και να συναντήσει τον Θεό, τους ανθρώπους και την κτίση, είναι αναγκαία η παρουσία του Πνεύματος του Θεού.
Έτσι η σχέση αυτή είναι σχέση όχι αναγκαστική, αλλά σχέση μιας απελευθερωμένης εξάρτησης από τον Τριαδικό Θεό που πλάθει από ευτελή υλικό τον άνθρωπο και του δίνει το δικαίωμα της επιλογής, έχοντας ο ίδιος την ελευθερία να κατευθύνει τα διαβήματα του εκεί που επιθυμεί. Αυτή η δημιουργία του ανθρώπου ως κατ’ εικόνα Θεού, «θεοποιεί» τον άνθρωπο κατά τον Μ. Αθανάσιο και αποτελεί ύψιστη και υπερφυή δωρεά του Θεού προς το δημιούργημα Του.
Έτσι ο άνθρωπος της πτώσης και της πνευματικής εξαθλίωσης, μπορεί αυτό το κάτοπτρο που του δωρίζει ο Θεός, να το περιστρέφει κατά την προαίρεση του. Και είναι θέμα συνείδησηςαυτή η περιστροφή. Πότε όμως η συνείδηση αυτή γεννά τη φρίκη; Γράφει σχετικά ο επίσκοπος AnthonyBloom: «Αν κάποια μέρα συνειδητοποιούσαμε την αμαρτωλότητα μας, την απομάκρυνση μας από τον Θεό, το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε και σ’ αυτό που είμαστε, την ψυχρή αδιαφορία μας προς τον συνάνθρωπο, τότε θα μέναμε αποσβολωμένοι, γεμάτοι φρίκη».
Όταν ο άνθρωπος στρέφει το νου από τη θεωρία των άνω προς τα πρόσγεια (όπως έπραξαν ο Αδάμ και η Εύα), τότε η αναστροφή αυτή του νοός γίνεται σύμφυτη με τη συσκότιση και ο εαυτός πάσχει. Ο νους δεν λειτουργεί ως θεωρός των όντων και καλών, και τότε υπεισέρχεται το «κατ’ ευφημισμόν επίθεμα του νου» (επίνοια). Απόρροια αυτής της αναστροφής του κατόπτρου που κινείται ανάλογα με την προαίρεση του ανθρώπου, είναι η κατεύθυνση προς το Θεό ή η δημιουργία ειδώλων που σχηματίζονται από την θολή και διαστρεβλωμένη θεώρηση των όντων και τάσσεται ενάντια στο φως της θείας εικόνας. Αυτή η τάση του ανθρώπου να ξεφεύγει από το φως και να χάνεται στο έρεβος, εκφράζεται με άριστο ποιητικό τρόπο στα λόγια του Σεφέρη: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός. Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου, ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει∙ αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως».
Η ανακαίνιση και η αγιαστική μεταμόρφωση, για να γίνουν αλήθειες στη ζωή του ανθρώπου, χρειάζεται να υπάρχει αληθινή σχέση εκείνου με τον Τριαδικό Θεό. Σχέση ταύτισης, δοσίματος, υπακοής, αγάπης. Και τη σχέση αγάπης Θεού – ανθρώπου, την παρουσιάζει με όμορφο τρόπο ένας ασκητής της ερήμου, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, γράφοντας τα εξής: «Ο πραγματικός εραστής φέρνει πάντοτε στο νου του το πρόσωπο του αγαπημένου του και το εναγκαλίζεται μυστικά με ηδονή. Αυτός ποτέ, ούτε και στον ύπνο του δεν μπορεί να ησυχάσει, αλλά και εκεί βλέπει το ποθητό πρόσωπο και συνομιλεί μαζί του». Και το γεγονός της αληθινής σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό και της γνωστής και όχι ξένης στον άνθρωπο λαμπρότητας του Θεού, εντοπίζεται στους λόγους του αποστόλου Παύλου, ο οποίος γράφει πως «όλοι εμείς με ακάλυπτο πρόσωπο, αντανακλώντες την λαμπρότητα του Κυρίου, μεταμορφωνόμαστε εις ομοιότητα με αυτόν από λαμπρότητα σε λαμπρότητα».
Η χαρά που είναι αιώνια και αληθινή εντοπίζεται στον Θεάνθρωπο. Στην αρχή και στο τέλος. Στο ένα και στα όλα. Στο τώρα και στο αιώνιο. Και η χαρά αυτή βιώνεται. Δεν σου δίνει σαν το χρόνο την αίσθηση του ανεκπλήρωτου, του απομακρυσμένου και του αγιάτρευτου. Γιατρεύει την ψυχή, φωτίζει το νου, ανακαινίζει τον άνθρωπο. Κι όποιος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος δεν αλλάζει, είναι ανόητος, καθώς αγνοεί την αγιαστική δύναμη της μετάνοιας, της χάριτος του Θεού και του Αγίου Πνεύματος. Μόνο ο εγωπαθής δεν πιστεύει και δεν δέχεται τη μεταστροφή του ανθρώπου. Έτσι «αντί της κονύζης, αναβήσεται μυρσίνη» καθώς όλα αλλάζουν, όλα αποκτούν νέο περιεχόμενο, νέα πνοή και δυναμική που μόνο με την ταπείνωση του ανθρώπου, την αφάνεια του και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχουν διάρκεια ευχαριστιακής ανάπλασης. Μιας ανάπλασης που μόνο με το βάπτισμα της ανθρώπινης ύπαρξης στα ιερά μυστήρια, καταφέρνει να επιβιώνει, να ενισχύεται και να ενδυναμώνει. Και όταν τα ιερά μυστήρια που αποτελούν το «είναι» της εκκλησίας βιώνονται ως μετοχή στη θεία δόξα, τότε ο άνθρωπος αρνείται την ύπαρξη του στη φθαρτή φύσης της απώλειας του εαυτού που τείνει στην πηγή της αληθινής ζωής και χαράς. Η σημασιολογική ερμηνεία και υιοθέτηση των μυστηρίων ως sacramentalvetting απέχει από την αλήθεια του αγιασμού.
Στην ηθική και ασκητική της αγάπης δεν υπάρχει ίχνος απολυτότητας και εγκλωβισμού των θείων δωρεών. Το νόημα της ηθικής γλώσσας που ξεπηδά από τη σταύρωση και την αλήθεια της ανάστασης, είναι μία ωραιότητα αληθινής κατάστασης που με τις εμπειρίες της κάνει τον άνθρωπο να μην θέλει ποτέ να τελειώσει αυτή η αλήθεια των πραγμάτων που απελευθερώνει την ανθρώπινη φύση από μίση και κακίες. Το νόημα αυτής της γλώσσας δεν είναι μία συγκινησιακή θεωρία σαν αυτή των φιλοσόφων A.J. Ayerκαι CharlsL. Stevensonπου εγκλωβίζει σε απολυτότητες ηθικές έννοιες και της αποχρωματίζει από την αγιαστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Η αληθινή χαρά έρχεται όταν πέσουν τα φώτα, όταν απομακρυνθείς από τις υπερβολικές κοσμικές έννοιες, όταν είσαι στην αφάνεια, όταν ταπεινώνεις την φύση σου και την αιχμαλωτίζεις στην αγάπη του Θεού που σε ελευθερώνει από το πάθος της ωραιοπάθειας. Η αληθινή χαρά δεν είναι σαν τις χαρές που ξεγελούν και απομακρύνουν. Είναι σαν τη χαρά να μυρίζεις τον αέρα της φύσης μετά τη βροχή βρισκόμενος μέσα στην ίδια τη φύση. Είναι αγάπη κι έρωτας να ζεις και να πεθαίνεις μέσα στα δάκρυα που μόνο ο Θεός αγαπά και συγχωρεί…
Ιάκωβος Αναστασίου
.
