Την τελευταία οκταετία, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, οι Έλληνες τρώνε κατά 10% περισσότερα όσπρια για πρόσληψη πρωτεϊνών, ενώ μείωσαν το μοσχάρι κατά 24% και το αρνί-κατσίκι κατά 25% – Αύξηση κατανάλωσης σε ζυμαρικά και ρύζι κατά 14% και 8% αντίστοιχα για πρόσληψη υδατανθράκων – Μείωση σε φρούτα και λαχανικά κατά 23% και 20%
Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, η διατροφή των ελληνικών νοικοκυριών έχει επηρεαστεί σημαντικά από την οικονομική κρίση, καθώς το μείγμα αγορών σε σχέση με τα είδη διατροφής έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Χαρακτηριστικές είναι οι αλλαγές που καταγράφονται σε συγγενικές ομάδες τροφίμων. Ειδικότερα, φθηνότερες επιλογές για πρόσληψη πρωτεϊνών, όπως τα όσπρια παρουσιάζουν αύξηση κατά 10% από 15 σε 16,6 κιλά, και τα πουλερικά αύξηση κατά 9% από 36,4 σε 39,5 ενώ ακριβότερες επιλογές παρουσιάζουν μείωση, όπως π.χ. το μοσχάρι κατά 24% από 47,6 κιλά σε 35,9 και το αρνί-κατσίκι κατά 25% από 13,5 κιλά σε 10,2 κιλά. Αντίστοιχα καταγράφεται μία σημαντική αύξηση στην πρόσληψη υδατανθράκων τόσο από ζυμαρικά όσο και από ρύζι κατά 14% και 8% αντίστοιχα. Στις θετικές κατευθύνσεις προς πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές καταγράφεται η μείωση στην πρόσληψη ζάχαρης κατά 44% και αναψυκτικών κατά 43%. Αντίθετα στις αρνητικές κατευθύνσεις καταγράφεται τόσο η μείωση σε φρούτα και λαχανικά κατά 23% και 20% αντίστοιχα, όσο και η μείωση στα γαλακτοκομικά, με μείωση 14% για το γάλα και 24% για το τυρί, αλλά και μείωση για το ελαιόλαδο κατά 18%.
Οι αλλαγές στις μέσες τιμές των τροφίμων ξεκαθαρίζουν σε ένα βαθμό το τοπίο αν κάποια αλλαγή οφείλεται σε διατροφική τάση ή αγοραστική τάση λόγω π.χ. μειωμένου εισοδήματος. Έτσι καταγράφεται ότι η μείωση στις αγορές φρούτων και λαχανικών είναι περισσότερο διατροφική τάση, καθώς η μέση τιμή παρουσιάζει μείωση κατά 5% και 8% αντίστοιχα. Πρακτικά δηλαδή οι καταναλωτές μείωσαν τις αγορές αυτών των προϊόντων από επιλογή και όχι λόγω τιμής, είτε λόγω αλλαγών στη διατροφή, είτε λόγω περικοπής σπατάλης πιθανώς
Σε κάθε περίπτωση ο συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων μαζί με τις έρευνες καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ καταγράφουν μια συνολική τάση αλλαγής της διατροφής των καταναλωτών. Περίπου 4 στους 10 καταναλωτές δηλώνουν ότι το 2017 άλλαξαν τη διατροφή τους. Η συγκεκριμένη τάση είναι εντονότερη στις μικρότερες ηλικίες. Το ποσοστό των καταναλωτών που επιλέγουν αποκλειστικά την μεσογειακή κουζίνα μειώνεται όλο και περισσότερο καθώς μικραίνει η ηλικία και ειδικά στις ηλικίες κάτω των 35 ετών το ποσοστό που επιλέγει την ελληνική διατροφή πέφτει κάτω από το 50% με τους νέους να επιλέγουν την ποικιλία από διαφορετικές κουζίνες. Πρόκειται για μία παγκόσμια τάση, η οποία σχετίζεται και με την ανάπτυξη του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων, εργαλεία που διευκολύνουν τη διάχυση πληροφοριών από διαφορετικά μέρη του κόσμου.
Αυτό καταγράφεται και στην εμπιστοσύνη που δείχνουν οι νέοι καταναλωτές σε διάφορες πηγές επίδρασης-πληροφόρησης για τη διατροφή τους. Ένας στους δύο εμπιστεύεται τους γονείς-οικογένεια ως πηγή πληροφόρηση, ακολουθεί η τηλεόραση με ποσοστό 24%. Τα social media με 16% και σε άλλες πηγές του διαδικτύου με 11% καταγράφουν τη σημασία των ψηφιακών μέσων.
Μία άλλη πτυχή της πολυκαναλικής λήψης πληροφοριών σε σχέση με τη διατροφή είναι η κατανόηση του στόχου και των αιτιών των επιλογών της διατροφής. Ο βασικός λόγος επιλογής τροφών είναι οι ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία. Το 56% του κοινού επιλέγει τροφές με ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία του και το 57% ψάχνει ενεργά για πληροφορίες σε σχέση με τις τροφές. Το 63% δηλώνει ότι γενικά προσέχει τη διατροφή του, αλλά αντίθετα το 50% καταγράφει αρνητικές συνήθειες όπως το «τσιμπολόγημα» μεταξύ των γευμάτων. Τέλος το 69% επιλέγει εποχικά φρούτα και λαχανικά, αναδεικνύοντας ένα από τα πλεονεκτήματα που έχει η ελληνική αγορά τροφίμων. Οι τάσεις αυτές έρχονται βέβαια σε αντίθεση με την επίδραση που άσκησε και ασκεί η οικονομική κρίση, καθώς από τη μία πλευρά ο καταναλωτής προσπαθεί να ακολουθήσει μία συγκεκριμένη πιο υγιεινή διατροφή, αλλά από την άλλη πλευρά προσπαθεί να εξισορροπήσει τις επιλογές του με το διαθέσιμο εισόδημα που έχει.
