Γιώργος Αλεξανδρής: “Από την Πάνιτσα στο Διάσελλο-μια ιστορία από τη Θεσσαλία”

Μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι η ιστορία κάθε χωριού της Θεσσαλίας

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηδύφωνο ένα σημαντικό βιβλίο, μια προσωπική μαρτυρία του Γιώργου Αλεξανδρή με καταγωγή  από το Διάσελλο Τρικάλων.

Ο Γιώργος Αλεξανδρής κατέγραψε την ιστορία του Διασέλλου Τρικάλων, ενός μικρού, φτωχού, ημιορεινού χωριού. Του χωριού του. Τις μυθικές του καταβολές, τα ήθη και τα έθιμά του, τους ανθρώπους του, τον πόνο του Εμφυλίου πολέμου και τα δύσκολα χρόνια της ειρήνης.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο εγγονός του, Στέλιος Καραγιαννόπουλος, επιμελήθηκε τα χειρόγραφα του παππού  του και βοήθησε να βγει στο φως και να εκδοθεί η ιστορία του που θα μπορούσε να είναι η ιστορία κάθε χωριού της Θεσσαλίας.

 

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο σε κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας στο eshop των εκδόσεων ΗΔΥΦΩΝΟ και κατόπιν παραγγελίας σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας.

https://idifono.gr/product/apo-tin-panitsa-diasello

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Μέγεθος: 14Χ21

Σελίδες: 284

Τιμή: 12 Ευρώ

 

Εκδ.Ηδύφωνο

www.idifono.gr

email: idifono@gmail.com

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 Ο Γιώργος Αλεξανδρής γεννήθηκε στην Πάνιτσα το 1928. Ήταν ο νεότερος από τα πέντε παιδιά του Θόδωρου Αλεξανδρή και της Κατερίνας Παπαευθυμίου. Έβγαλε το δημοτικό, αλλά μετά αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο. Αυτό πάντα τον έτρωγε. Ήθελε να μορφωθεί, να σπουδάσει, αλλά αντί για τα γράμματα τον περίμεναν τα ζώα, ο πόλεμος κι η βιοπάλη. Βοσκός πρώτα, αντάρτης ύστερα στα βουνά της Θεσσαλίας, έμπορος αργότερα. Το τίμημα των πολέμων το πλήρωσε κι η δική του οικογένεια. Η μεγάλη του αδερφή, η Βαγγελιώ, πέθανε λεχώνα το χειμώνα του 1940-41. Ο αδερφός του ο Αντρέας σκοτώθηκε από τη Χωροφυλακή το Γενάρη του 1947. Έξι μήνες αργότερα, ο άλλος του αδερφός, ο Ηλίας τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη των Γρεβενών και μεταφέρθηκε στην Ουγγαρία όπου έμεινε, ως πολιτικός πρόσφυγας, ως το 1989. Η δεύτερη αδερφή του, η Σταυρούλα, έμεινε έγκλειστη σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου στις φυλακές. Ο πατέρας του καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. Μετά τον πόλεμο ο Γιώργος παντρεύτηκε την Καλλιόπη Καλύβα και έκαναν τρία παιδιά, την Εύα, την Έφη και το Θοδωρή. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 έφυγαν από το χωριό, για τη Φαρκαδόνα αρχικά και λίγα χρόνια αργότερα για την Αθήνα. Η αθηναϊκή περιπέτεια δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Η επιβολή της δικτατορίας τον ανάγκασε να ζήσει κρυμμένος για ένα περίπου χρόνο. Όταν πια μπόρεσε να ξανακυκλοφορήσει τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει είχαν εξανεμιστεί. Ξανάρχισε από την αρχή. Άνοιξε εμπορικά καταστήματα πρώτα στο Νέο Ηράκλειο και αργότερα στο Μαρούσι. Εκεί έζησε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Ήταν η πρώτη φορά που η ζωή του χαρακτηρίστηκε από μια σχετική σταθερότητα και ασφάλεια. Το 2011 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο όπου αφηγήθηκε την εμπειρία του ως αντάρτης με τη Θεσσαλική Ταξιαρχία Ιππικού του Δ.Σ.Ε.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο…..

…..Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, το χωριό αυτό, η Πάνιτσα, δεν έγινε τσιφλίκι όπως και άλλα πιο βόρεια ορεινά χωριά. Ανήκε στο καθεστώς που όριζε ο οθωμανικός νόμος για τα κεφαλοχώρια ή τις ημιελεύθερες περιοχές. Οι κάτοικοι δε στρατεύονταν πληρώνοντας τον ειδικό φόρο καθώς και τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Διοικητικά, ανήκε στα Τρίκαλα, δικαστικά όμως στην επαρχία Ελασσόνας και συγκεκριμένα στο χωριό Δομένικο όπου ήταν το πρωτοβάθμιο, ας πούμε, οθωμανικό δικαστήριο. Ωστόσο, τις διαφορές τους οι κάτοικοι τις έλυναν μέσω αρχιεπισκοπής, όντας ο Δεσπότης ισχυρός παράγοντας της δικαιοσύνης, τόσο από το νομοθετικό προνόμιο που είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος στην Εκκλησία, πολύ δε περισσότερο από την απόλυτη παραδοχή και εμπιστοσύνη των Χριστιανικών πληθυσμών στο πρόσωπό του.

Η θέση του χωριού είναι χαρακτηριστική ανάμεσα στις περιοχές με διαφορετικά καθεστώτα. Συνορεύει με τα τσιφλίκια του κάμπου, όπου τα πλήθη των ραγιάδων γίνονται κολίγοι στην απόλυτη κυριότητα του αφέντη τσιφλικά και αποτελούν το παραγωγικό κεφάλαιο για τον ίδιο και κατ’ επέκταση για τον Οθωμανό δυνάστη που είναι ο Σουλτάνος, ο Πασάς, ο Μπέης, ο Αγάς και ο τζανταρμάς τελικά, ο χωροφύλακας.

Η ζωή αυτών των ανθρώπων είναι μαρτυρική, απίστευτα σκληρή και απάνθρωπη στην απόλυτη διάθεση της κυρίαρχης δύναμης των παραπάνω που τους τσακίζει, τους πιέζει, τους βασανίζει, τους εξευτελίζει, τους αφαιρεί κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και τους υποβιβάζει σιγά-σιγά στο επίπεδο του ζώου με μηδέν ανθρώπινα δικαιώματα! Σταβλίζεται κυριολεκτικά στα χαμηλά, άθλια μακρόστενα κτίσματα, χωρισμένα κατά μήκος σε τριάντα σάλες, «δωμάτια», για τριάντα οικογένειες εμπρός, και τριάντα στάβλους για τριάντα ζευγάρια βόδια στην πίσω όψη, και πόρτα μεταξύ τους να συγκοινωνεί η κάθε οικογένεια με τα ζώα! Σιγά-σιγά, οι άνθρωποι έχασαν τη μιλιά τους, συνεννοούνται μονολεκτικά και με νοήματα από τον φόβο του σμπίρου, του ρουφιάνου, που είναι πάντα πρόθυμος να κολακέψει τ’ αφεντικά για δικό τους όφελος, στέλνοντάς τους σε απίστευτα βασανιστήρια. Κλείνονται στον εαυτό τους, δε μιλάνε σε άγνωστο, δεν ανοίγουν την πόρτα τους σε κανέναν –εκτός από τους δυνάστες που την ανοίγουν όποτε θέλουν– δε δίνουν ούτε νερό στον διαβάτη τον διψασμένο! Και καταλήγουν σ’ έναν τύπο ανθρώπου τρομοκρατημένου, κουτοπόνηρου, καχύποπτου. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι της σκλαβιάς, της καρτερικής υποταγής που στην όποια τόλμη γι’ ανυπακοή τους περίμενε το πετάλωμα!……………………..