Μία από τις ελάχιστες κοινές πολιτικές της ΕΟΚ αρχικά και εν συνεχεία Ε.Ε. υπήρξε αναμφισβήτητα η ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική). Ανεξαρτήτως των άδικων ρυθμίσεων υπέρ των χωρών του Βορρά και σε βάρος των χωρών του Νότου, η ΚΑΠ είχε ως κεντρικό στόχο την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, προκειμένου να υπάρξει η στοιχειώδης διατροφική αυτάρκεια αυτής. Σταδιακά, δε, προς εξασφάλιση της ποιότητας στην τροφική αλυσίδα, επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στην χρήση βλαβερών φυτοφαρμάκων, απαγορεύθηκε η χρήση μεταλλαγμένων προϊόντων και γενικά λήφθησαν μέτρα για τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην παραγωγή των διατροφικών προϊόντων.
Αυτό, όμως, έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους παραγωγής των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων εν σχέσει με τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, όπου δεν υπάρχουν αυτοί οι περιορισμοί. Σε συνδυασμό, δε, με την δραματική αύξηση του κόστους της ενέργειας, εξαιτίας της απώλειας του ρωσικού φυσικού αερίου, λόγω του τελματώδους Ρωσοουκρανικού πολέμου, η κατάσταση στον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα έχει οδηγηθεί στα άκρα.
Για αυτό άλλωστε για πρώτη φορά, βλέπουμε τα τελευταία χρόνια τρακτέρ στο Βερολίνο, το Παρίσι και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του Βορρά, κάτι που πριν λίγα χρόνια ήταν αδιανόητο. Γίνεται, δε, ευκόλως αντιληπτό, ότι, εάν τα προβλήματα επιβίωσης του αγροτικού κόσμου έχουν χτυπήσει έντονα την «πόρτα» στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, η κατάσταση στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ειδικά αυτές που δεν εφήρμοσαν επί δεκαετίες μία εθνική στρατηγική στον αγροτικό τομέα, όπως εν προκειμένω η Ελλάδα, είναι πλέον ανεξέλεγκτη, όπως καταδεικνύουν άλλωστε και οι πρόσφατες σφοδρές αντιδράσεις της αγροτικής τάξης στην χώρα μας.
Και ενώ υπάρχουν αυτές οι αρνητικά αυξανόμενες συνθήκες, που υπονομεύουν τον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα, οι ευρωπαϊκές ελίτ και η «τρομώδης» ευρωπαϊκή ηγεσία, το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν συστηματικά να μειώσουν τους πόρους προς αυτόν, αντί να τους αυξήσουν όπως θα έπρεπε.
Παράλληλα, μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις, αδιαφορώντας για το μέλλον της ευρωπαϊκής παραγωγής και προκειμένου να αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς το επισιτιστικό πρόβλημα του μέλλοντος και κυρίως να διασφαλίσουν το άμεσο παρόν, κυρίως της εξαγωγικής Γερμανίας, μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων η Κομισιόν προώθησε και ενέκρινε τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών Mercosur μεταξύ της Ε.Ε. και τεσσάρων κρατών της Νότιας Αμερικής (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη, που αγγίζουν τα 300 εκατομμύρια πληθυσμό). Η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία, που απαιτεί τουλάχιστον δεκαπέντε (15) κράτη με πληθυσμό το 65% της Ένωσης συνολικά. Την καταψήφισαν η Γαλλία, η Αυστρία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ιρλανδία, ενώ το Βέλγιο απείχε. Ειδική σημασία έχει η καταψήφιση της Γαλλίας με σοβαρή αγροτική παραγωγή, με βάση τα σωστά επιχειρήματα, ότι με τον τρόπο αυτό προστατεύουν την αγροτική τους παραγωγή, αλλά και την υγεία των πολιτών τους.
Με τη συμφωνία αυτή των ελεύθερων συναλλαγών, θα εισάγονται στην Ε.Ε. μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων με μηδενικούς ή πολύ χαμηλούς δασμούς και θα εξάγονται αντίστοιχα ευρωπαϊκά προϊόντα προς αυτές. Γίνεται αντιληπτό, ότι τα μόνα ευρωπαϊκά προϊόντα, που μπορούν να εξαχθούν μαζικά σε αυτό το τμήμα του πλανήτη είναι τα γερμανικά αυτοκίνητα και η ενίσχυση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η οποία λόγω του παγκόσμιου ανταγωνισμού (Κίνα) και της επιθετικής δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ (Τραμπ) βρίσκεται σήμερα μετέωρη.
Εν σχέσει, όμως, με τα προϊόντα του πρωτογενή ευρωπαϊκού τομέα από αυτές τις χώρες είναι βέβαιον, ότι θα μπορούν να εισάγονται νωπό και κατεψυγμένο βόειο κρέας, πουλερικά και πολλά φυτικά προϊόντα, όπως καλαμπόκι, ρύζι, ζάχαρη, χυμός πορτοκαλιού, μέλι κλπ. Τα προϊόντα αυτά θα εισάγονται σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, εξαιτίας του διαφορετικού κόστους παραγωγής, λόγω των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που υπάρχουν σε αυτές τις χώρες με αποτέλεσμα την οικονομία κλίμακας, με φθηνά εργατικά χέρια, μεταλλαγμένα είδη, χρήση απαγορευμένων φυτοφαρμάκων και ορμονών στην Ε.Ε. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα οι τιμές των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων και συνακολούθως των ελληνικών να συμπιέζονται προς τα κάτω, καθιστώντας για πολλά σημερινά αγροτικά προϊόντα ασύμφορη την παραγωγή τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Περαιτέρω, λόγω της ανεξέλεγκτης δράσης των πολυεθνικών εταιριών, στον χώρο των εμπορικών δικτύων των αγροτικών προϊόντων στην Ε.Ε. πολλά προϊόντα των χωρών της Λατινικής Αμερικής θα επεξεργάζονται και θα συσκευάζονται στον ευρωπαϊκό χώρο και στη συνέχεια θα «εισάγονται» ως ευρωπαϊκά στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα, όπως ήδη γίνεται με τις ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις σήμερα αγροτικών προϊόντων, που εισάγονται από Αίγυπτο, Τουρκία και άλλες τρίτες χώρες, που δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά κριτήρια παραγωγής διατροφικών προϊόντων. Είναι βέβαιον, ότι αυτό το φαινόμενο με την εφαρμογή της σύμβασης Mercosur θα λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Εντυπωσιάζει το γεγονός, ότι η Ελλάδα υπερψήφισε την συμφωνία Mercosur, παρά το γεγονός, ότι λόγω της έλλειψης εθνικής στρατηγικής στον πρωτογενή τομέα τα ελληνικά προϊόντα, όπως ρύζι, καλαμπόκι, μέλι, πορτοκάλια, λεμόνια, αλλά και τα πουλερικά, όπου η Ελλάδα είναι αυτάρκης σήμερα, θα υποστούν τεράστια πίεση και πιθανόν, λόγω του υψηλού ανταγωνισμού, να αφανιστούν. Είναι προφανές, ότι η δουλοπρεπής ελληνική κυβέρνηση παρά το γεγονός, ότι η συμφωνία αυτή προβλέπεται να έχει καταστροφικές συνέπειες για την αγροτική ελληνική τάξη και τον πρωτογενή τομέα, υποτάχθηκε στις αποφάσεις της Κομισιόν, πίσω από τις οποίες κρύβονται τα γερμανικά συμφέροντα, όπως προαναφέρθηκε.
