Φίλιος Ηρακλής : O άλυπος βιος και η τραγικότητα της αλλοτρίωσης του εαυτού

filios hraklis

Το χτίσιμο της ζωής, η πορεία ψυχών και σωμάτων στο διάβα του χρόνου, η ανάγκη για το τίναγμα των πόθων, η λαχτάρα των υπαρξιακών ψυχικών νοσημάτων για ίαση από ασθένειες που τσαλακώνουν ανθρώπινες υπάρξεις, είναι γεγονότα ζωής.
Μιας ζωής που συνεχώς ταξιδεύει. Έχοντας την ικανότητα να κλείνει το μάτι στο παρελθόν, το οποίο άστοχα ξεγελάει αφού δεν ξέφυγε απ’ αυτό. Μιας ζωής που διακατέχεται από τον πόθο να προλάβει το αύριο, το οποίο μάταια προσπαθεί να υποτάξει στο κέλευσμα της ίδιας της ροής του, η οποία και το διαψεύδει τραγικά και συνάμα αποκαλυπτικά. Μιας ζωής που κρύβει μα και φανερώνει μέσα από τη συνήθεια των εμπειριών τις αντίθετες συνισταμένες της∙ αλήθειες και ψέματα, πάθη και ιάσεις, μίση και αγάπες, νίκες και ήττες. Κάτι που με όμορφο ποιητικό τρόπο, διαχέει στο πεντάγραμμο με νότες και λέξεις η Νατάσα Μποφίλιου, τραγουδώντας πως «καραβάκια και σαΐτες για ταξίδι ξεκινούν, όσες νίκες, τόσες ήττες αν αντέξεις θα σε βρουν».
Το ζητούμενο δεν είναι πάντα και ο αυτοσκοπός ή μάλλον ο αυτοσκοπός αναιρείται όταν η αληθινή ευδαιμονία είναι το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι η αληθινή σχέση. Σχέση υιοθεσίας και αγαπητικής συνύπαρξης και ολοτικού δοσίματος στην αγάπη. Στην αγάπη του Θεού. Στην αγάπη του άλλου, του ξένου, του έτερου, του «ουχ ώσπερ ημείς». Μα εκεί είναι το δύσκολο. Πραγματικά δύσκολο. Ποιος είπε ότι είναι εύκολο να αγαπάς τον άλλον; Αν δεν αγαπήσεις κενωτικά μέσα από το άδειασμα της εωσφορικής ωραιοπάθειας τον Τριαδικό Θεό, πως θα αγαπήσεις τον άλλον; Και η αληθινή σχέση ευδοκιμεί μέσα από την εύρεση ισορροπιών, όχι όμως στη βάση του συναισθηματισμού (όπως τον συνδέει με την πίστη o Clifford Geertz), των εξάρσεων και υπερβολών. Αλλά μέσα από την αναζήτηση, κατανόηση και υιοθεσία οντολογικών βιωμάτων μιας ύπαρξης που στη λησμονιά της ωραιότητας για την οποία και πλάστηκε, έθαψε τον σαρκωμένο Λόγο του Θεού και τον άνθρωπο. Δεν αρκέστηκε όμως στο θάψιμο, αλλά επέμενε και επιμένει στην άρνηση της ανάσυρσης, αρνούμενος τη δική του ανάσταση και μεταμόρφωση.
Εντοπίζοντας την ομορφιά της ηθικής αλλά και της πέραν αυτής ολοκλήρωσης της, στον Αριστοτέλη και τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, διαπιστώνουμε πως ο άνθρωπος έχει εκ φύσεως τη ροπή για την αναγωγή των αρετών και των θείων χαρισμάτων στην ομοίωση του προς τον Τριαδικό Θεό. Εφόσον οι αρετές «πεφυκόσι μεν ημίν δέξασθε αυτάς, τελειουμένοις δε διά του έθους» όπως γράφει ο Αριστοτέλης, και αφού το «κατ’ εικόνα το νοερόν δηλοί και το αυτεξούσιον», το οποίο ελεύθερα ο άνθρωπος κατευθύνει στον Θεό, τότε αφ’ ενός μεν η ελευθερία που τον προίκισε ο Πανάγαθος Θεός του επιτρέπει να κινείται ελεύθερα προς το αγαθό ή μη, αφετέρου δε να ανάγει αυτή του την ύπαρξη στον ίδιο τον σκοπό της υπάρξεως του που είναι η επίτευξη του καθ’ ομοίωσιν.

Όμως η πορεία αυτού του βίου, είναι η αναίρεση του άλυπου βίου και η ανάδυση των θλίψεων και των πόνων στη ζωή του ανθρώπου, αφού κατά τους θείους λόγους «εγώ ουκ ειμί εκ του κόσμου τούτου». Ο βίος αυτός γίνεται περισσότερο κατανοητός, ακόμη και βιωματικός τις άγιες μέρες της Μ. Εβδομάδας, όπου τα θεία γράμματα σταυρώνουν πάθη, μίση, κακίες και ανασταίνουν τη θεία αγάπη. Είναι όμως τόσο δύσκολος αυτός ο βίος των θλίψεων και των συμφορών, που δεν υπάρχει άνθρωπος και ιδίως στη σύγχρονη εποχή της αλλοτρίωσης που να μην βιώνει σε προσωπικό, οικογενειακό και φιλικό επίπεδο δυσκολίες, απογοητεύσεις, στεναχώριες, συμφορές και τραγικές καταστάσεις. Και η φράση του Δαυίδ «και η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα∙ και συ Κύριε έως πότε;», γίνεται κτήμα, προσωπική κραυγή του απεγνωσμένου ανθρώπου που δυστυχώς δύσκολα ξεφεύγει από κοσμικές αντιλήψεις και νοοτροπίες. Κι αυτό, γιατί αν είχε καταφέρει να ξεφύγει με τη βοήθεια και τη χάρη του Τριαδικού Θεού, θα αντιμετώπιζε με πνευματικό ύφος τις δύσκολες καταστάσεις που ξεφυτρώνουν από το δέντρο που λέγεται ζωή.

Στο γεροντικό υπάρχει μεταξύ των άλλων, κάτι σχετικό και ωφέλιμο για την ψυχή: «Σας κυνηγά η μία συμφορά μετά την άλλη. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο Θεός σας θυμήθηκε! Δεν είναι συνηθισμένο να σκέπτεται κανείς έτσι, αλλ’ αυτή είναι η αλήθεια. Και σας θυμήθηκε ο Θεός όχι με οργή, αλλά με έλεος. Βέβαια εσείς νιώθετε μόνο τη στέρηση και τον χαμό. Δεν βλέπετε όμως το έλεος που κρύβεται πίσω απ’ αυτά και μέσα σ’ αυτά». Βέβαια χρειάζεται πνευματική ωριμότητα και συνήθεια να βαδίζεις με γυμνά πόδια που ματώνουν πάνω στα αγκάθια του δρόμου και να βλέπεις πως πίσω απ’ αυτά που συμβαίνουν βρίσκεται το θέλημα του Θεού που σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και δεν επεμβαίνει στη ζωή του, παρά μόνο όταν ο ίδιος του το ζητήσει. Οι χαρές και οι ηδονές της ζωής δεν σημαίνει ότι αποτελούν και το ωφέλιμο της ψυχής. Χαρά είναι και το μάτωμα, το πέσιμο, η αμαρτία όχι σαν πράξη αλλά ως αγώνας για αποφυγή από τη δουλεία του καταραμένου και μισάνθρωπου εωσφόρου. Ο πόνος είναι εκείνος που διδάσκει και αφήνει να δείξει ο χρόνος όσα καλά απέκτησε η ψυχή. Εξάλλου «quae nocent, saepe docent» (ό,τι πονάει, συχνά διδάσκει). Η ίδια η ζωή του Θεανθρώπου δίδαξε πως χρειάζεται να είσαι διάκονος για να είσαι πρώτος και να υποτιμηθείς και κυνηγηθείς από τους ανθρώπους και να πολεμηθείς από τον εωσφόρο, για να ατενίσεις το μεγαλεία της δόξης του Τριαδικού Θεού. Γι’ αυτό και ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα χωρίς την αμαρτία για να γίνει πιο οικείος, πιο προσιτός στο ανθρώπινο γένος. Και η επάνοδος αυτή έπρεπε να γίνει από τον Θεό «συν δίκη». Όχι εννοώντας τη με βάση τη δυτική νομική ερμηνεία της σωτηρίας, αλλά ως «θεία φιλανθρωπία» κατά τον Καβάσιλα.

Βέβαια για να επιθυμήσεις με πνεύμα άγιο να δεχτείς και αντιμετωπίσεις τις δυσκολίες της ζωής, χρειάζεται να αγαπήσεις με όλη σου την ύπαρξη Εκείνον που επιτρέπει να πονάς, να θλίβεσαι, να διώκεσαι, να αδικείσαι κ.ο.κ. Πώς μπορείς να τον αγαπήσεις; Πώς θα κατανοήσεις τον τρόπο έκφρασης της αγάπης προς τον Θεάνθρωπο Ιησού; Για την ποιότητα αυτής της αγάπης προς τον Χριστό, κάνει λόγο ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, γράφοντας τα εξής όμορφα και κατανοητά: «Ο πραγματικός εραστής φέρνει πάντοτε στο νου του το πρόσωπο του αγαπημένου του και το εναγκαλίζεται μυστικά με ηδονή. Αυτός ποτέ, ούτε και στον ύπνο του δεν μπορεί να ησυχάσει, αλλά και εκεί βλέπει το ποθητό πρόσωπο και συνομιλεί μαζί του». Και ο όσιος Πορφύριος παρομοιάζει την αγάπη αυτή προς τον Θεό με ένα περιστατικό που κάποια κοπέλα είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο και κάθε βράδυ έφευγε κρυφά από τους δικούς της για να τον δει. Κι έτρεχε ξυπόλητη μέσα απ’ τα χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να τον συναντήσει, ματώνοντας τα πόδια της. Μία αγάπη με θυσίες χωρίς εγωισμό, ο οποίος θανατώνει αργά ή γρήγορα κάθε αληθινή σχέση και κάθε προοπτική για χτίσιμο σε ζωές ψυχών και σωμάτων.
Έτσι ο εαυτός της αλλοτρίωσης κατάφερε να ηδονίζεται στη ζωή της ακόρεστης και απατηλής υιοθεσίας παθών που αμαυρώνουν την ψυχή, οδηγούν στην πνευματική της αφαίμαξη και την νεκρώνουν. Η άρνηση του άλυπου βίου είναι άρνηση της ζωής που δεν έχει Γολγοθά, που δεν έχει Ανάσταση. Ο βίος όμως έχει πολλούς πόνους. Πολλές θλίψεις. Και τα εικονικά χαμόγελα, στο χρόνο γκρεμίζονται και αδύναμα πλέον αναζητούν το έλεος του Θεού ο οποίος ως «η όντως αγάπη» το δίνει σε κάθε άνθρωπο που μετανιώνει για όσα πλήγωσαν την ίδια του την ψυχή, τους ίσιους τους συνανθρώπους του. Η ζωή έχει πόνο. Πολλές δοκιμασίες. Πολλές θλίψεις. Δεν προλαβαίνεις να σηκωθείς και ξαναπέφτεις. Πολύ αγωνία, απογοητεύσεις και δύσκολες καταστάσεις που δεν είναι πάντα ο ανθρώπινος παράγοντας που έχει τις κατάλληλες λύσεις για να τις διαχειριστεί.. Ζευγάρια χωρίζουν και θάβουν με το βαρύ χώμα της αμετανοησίας τη σχέση αγάπης, διαλύοντας το γάμο τους. Γονείς αδικούν τα παιδιά τους. Παιδιά δεν τιμούν τους γονείς τους, κάτι που αποτελεί και ύβρις προς τον Θεό. Συνάνθρωποι μας χώνονται μέσα στους κάδους για να ζήσουν μία μέρα παραπάνω. Νέοι και νέες δοκιμάζουν τις τύχες τους και αναλώνονται σε ψεύτικες σχέσεις που τους απογυμνώνουν στο τέλος και τους αφήνουν μόνους. Παιδιά αργοπεθαίνουν από τα ναρκωτικά. Νέοι άνθρωποι σκοτώνονται άδικα στη ζωή και αφήνουν έρημες και γυμνές τις ψυχές των δικών τους ανθρώπων που διερωτώνται «γιατί;». Άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από την ανίατη ασθένεια. Α.Μ.Ε.Α. αντιμετωπίζονται πολλές φορές με καχυποψία όχι μόνο από την κοινωνία, αλλά και από την οικογένεια. Μέρος του κλήρου πολλές φορές «απαιτεί» με αυταρχικές συμπεριφορές από τους πιστούς να γίνεται ο λαός διάκονος εκείνων και με την πολυτέλεια και την αδιαφορία τους για τις ανθρώπινες ψυχές, αφού οι ίδιοι έχουν επαναπαυτεί στην άνεση της ζωής τους, αναιρούν τη διακονία τους.

Αγάπη είναι μόνο ο ίδιος ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού. Αγάπη είναι το άγιο Σώμα Του και το Τίμιο Αίμα Του που δίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Και το Άγιο Σώμα και Αίμα συγχωρεί κάθε αμαρτία όταν ο άνθρωπος χαστουκίσει τον νοσηρό του εαυτό, τον πνίξει στο φως της μετάνοιας και τον αναστήσει ο Τριαδικός Θεός με τη χάρη Του. Πέρα από τις οποιεσδήποτε δυσκολίες της ζωής, υπάρχει Ανάσταση. Και η ανάσταση είναι αιώνια, όπως και η ζωή!

Χριστός Ανέστη!
Ηρακλής Αθ. Φίλιος

.