Ευθύμιος Κουφογιάννης: Τα πραγματικά ερωτήματα – διλήμματα ενός (άλλου) δημοψηφίσματος

epistolh 4

Η ελληνική κοινωνία ζει τις τελευταίες ημέρες πρωτόγνωρες καταστάσεις με τις κλειστές τράπεζες και με το δημοψήφισμα με το οποίο κλήθηκε να αποφασίσει για το αν συμφωνεί ή όχι με τη δανειακή πρόταση των ευρωπαίων εταίρων. Το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από την έκβασή του, την προβλημάτισε σε έντονο βαθμό αφού για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια έπρεπε να απαντήσει σ’ ένα δύσκολο ερώτημα μ’ ένα «ναι» ή μ’ ένα «όχι» με άγνωστες συνέπειες. Ανεξάρτητα αν το δίλημμα που έθεσε το δημοψήφισμα ήταν ψευδεπίγραφο, πλαστό, εκβιαστικό ή όχι, εκείνο που έχει σημασία, πέρα από το αποτέλεσμά του, είναι ότι ανέδειξε τον βαθύτατο διχασμό των Ελλήνων πολιτών που αφορά τόσο στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης της τελευταίας πενταετίας όσο και στη θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη.

Υπάρχουν δύσκολα και πραγματικά διλήμματα που οφείλει να συζητήσει ο καθένας πολίτης – χωρίς φόβο ή θυμό αλλά με λογική – τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους συμπολίτες του ώστε να ληφθούν οριστικές αποφάσεις για το μέλλον της κοινωνίας και της χώρας. Ένα μελλοντικό δημοψήφισμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει ενδεικτικά κάποια ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν αφού πρώτα εκτεθούν στον δημόσιο διάλογο.

Δύση ή Ανατολή;

Ανήκουμε στη Δύση ή στην Ανατολή; Ρητορικό ερώτημα θα πει κάποιος αφού οι επιλογές μας τα 200 περίπου χρόνια που είμαστε ελεύθερο κράτος είναι φιλοδυτικές. Και τις τελευταίες δεκαετίες που είμαστε μέλος της Ενωμένης Ευρώπης απολαύσαμε ένα αρκετά υψηλό βιοτικό επίπεδο. Τότε γιατί υπάρχει ένας υφέρπων αντιδυτικισμός και αντιευρωπαϊσμός που εκδηλώνεται έντονα είτε με την οικονομική κρίση είτε με αφορμή άλλα γεγονότα; Γιατί υπάρχει αυτή η καχυποψία απέναντι στη Δύση; Γιατί παλεύουμε δυο αιώνες τώρα να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και δεν τα καταφέρνουμε;
Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις: από την μακραίωνη τουρκοκρατία και τον επαρχιώτικο ελληνοκεντρισμό μέχρι τον χαρακτήρα των Ελλήνων και τις βαθιές πολιτισμικές διαφορές με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Ο Χρ. Γιανναράς δίνει μία ακόμη εξήγηση: φταίει το ότι προσπαθούμε να μιμηθούμε το Δυτικό πολιτισμικό μοντέλο χωρίς να ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μας. Έτσι βρισκόμαστε σε μόνιμη σύγχυση και σε αδυναμία να αυτοπροσδιορισθούμε. Αλλά αν δεν ανήκουμε στη Δύση τότε που ανήκουμε; Στα Βαλκάνια που σπεύδουν να ενταχθούν στην ευρωπαϊκή οικογένεια ή στην καθ’ ημάς Ανατολή που σπαράσσεται από τον θρησκευτικό φανατισμό και τους πολέμους;
Όσο δεν το ξεκαθαρίζουμε βαθιά μέσα μας κι όσο δεν το δείχνουμε με τις πράξεις μας και την γενικότερη κουλτούρα μας τόσο θα βασανιζόμαστε.

Δημοκρατία ή εθνολαϊκίστικος αυταρχισμός;

Μετά τη Μεταπολίτευση επικράτησε ένας άκρατος λαϊκισμός χωρίς κανόνες και όρια που υποκατέστησε τους δημοκρατικούς κανόνες. Η διεκδίκηση ολοένα και περισσότερων δικαιωμάτων κυρίως από τις συντεχνίες με ταυτόχρονη χαλάρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεών του δημιούργησε την ψευδαίσθηση στον πολίτη ότι όλα επιτρέπονται δημιουργώντας μία κουλτούρα ανομίας στην ελληνική κοινωνία. Επίσης, καλλιέργησε τον μύθο του «έξυπνου και περιούσιου λαού» και μία στάση ανευθυνότητας των πολιτών κάθε φορά που κάτι δεν πήγαινε καλά. Για όλα έφταιγαν οι ξένοι, οι κακοί Δυτικοί. Το πολιτικό σύστημα ανακάλυπτε πάντα έναν βολικό εχθρό αθωώνοντας συγχρόνως τον εαυτό του και τον λαό. Οι λαϊκιστές πολιτικοί ποτέ δεν έλεγαν την αλήθεια και έστρεφαν τον λαό ενάντια σε φανταστικούς εχθρούς και ο «αθώος» λαός ως πολιτικά ανήλικος έφτασε να αναζητεί ακόμη και αυταρχικές λύσεις στα προβλήματά του. Όλα αυτά έχουν ενταθεί στην περίοδο της κρίσης.
Έτσι η κοινωνίαδυσκολεύεται να συζητήσει πολιτικά και ιδεολογικά για τη λύση των προβλημάτων της αφού κάποιος «εχθρός» φταίει και «όποιος δεν συμφωνεί μαζί μας είναι απέναντί μας άρα εχθρός μας». Ο αυταρχισμός αυξάνεται και η φτωχοποίηση πολλών πολιτών τα τελευταία χρόνια «ρίχνει νερό στον μύλο ολοκληρωτικών απόψεων» σε ανησυχητικό βαθμό.
Πρέπει λοιπόν να ανακαλύψουμε το αληθινό νόημα της δημοκρατίας και τους κανόνες της για να διατηρήσουμε την ατομική και συλλογική μας ελευθερία. Αν δεν το θέλουμε θα συνεχίσουμε να είμαστε μία «κοινωνία παρτάκηδων» που το πληρώνουμε και θα το πληρώσουμε ακόμη πιο ακριβά.

Μεταρρυθμίσεις ή χρεωκοπία;

Η οικονομική χρεωκοπία λοιπόν προήλθε από την αλόγιστη πολιτική του κράτους που δανειζόταν για παροχές που του ήταν αδύνατον να ξεπληρώσει. Σύμφωναμεστοιχεία, το 2010 απότοσύνολοτωνδαπανώντουδημοσίουτο 75% πήγαινεσεμισθούςτουδημόσιουτομέακαισεσυντάξεις.
Χρειάζονται παρεμβάσεις για να μπορέσει η χώρα να ορθοποδήσει. Για παράδειγμα στο ασφαλιστικό σύστημα.
Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε γήρανση πληθυσμού (ποσοστό αύξησης 21,4% μεταξύ των ετών 2001-2006) έναντι μέσου όρου της Ε.Ε. 17,2%. Και όλα αυτά όταν στην Ελλάδα το 14% του πληθυσμού είναι ήδη άνω των 65 ετών, ενώ προστίθενται σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία 100.000 άτομα ανά πέντε χρόνια με αποτέλεσμα το 2020 οι Ελληνες άνω των 65 ετών θα είναι άνω του 20% του πληθυσμού και το 2030 περίπου το 30%!
Σήμερα, στη χώρα μας εργάζονται περίπου 3,6 εκατ. Ελληνες ενώ η Ελλάδα διαθέτει 2,7 εκατ. συνταξιούχους και και 4,7 εκατ. μη εργαζομένους. Ακόμη κι αν μηδενιστεί η ανεργία η αναλογία εργαζομένων – συνταξιούχων θα είναι ελλειμματική αφού σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ για κάθε μη εργαζόμενο χρειάζονται 2,5-3 εργαζόμενοι. Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ο λογαριασμός δεν βγαίνει και οι συντάξεις θα μειωθούν. Έτσι λοιπόν πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις με την κατάργηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, με την καθιέρωση ενός γενικού χρονικού ορίου συνταξιοδότησης για όλους. Αλλά και για να γεμίζουν τα ταμεία των συνταξιούχων χρειάζεται αύξηση του ΑΕΠ. Μόνο με την απελευθέρωση της οικονομίας μπορεί να γίνει αυτό αλλά θα θίξει πολλά προνόμια των ολίγων ομάδων που προστατεύονται από τον κρατισμό. Αν προσθέσουμε την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της γραφειοκρατίας που αποτελεί αντικίνητρο για επενδύσεις, την περικοπή περιττών κρατικών δαπανών στους 1600 !!! περίπου κρατικούς οργανισμούς, την κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων κ.λ.π., τότε μπορεί να γίνει η αρχή της αναπτυξιακής προσπάθειας. Το παράδειγμα μπορεί να το δώσει το πολιτικό προσωπικό με την κατάργηση των προκλητικών προνομίων που απολαμβάνει.

Ορθολογισμός ή λαϊκισμός;

Κάποτε η ελληνική κοινωνία πρέπει να αποφασίσει ότι το πραγματικό της μακροπρόθεσμο συμφέρον είναι η προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος και να αναλογισθεί ποιος θέλει να την εκπροσωπήσει. Μέχρι τώρα πάντοτε εξέλεγε τους φωνακλάδες αντί των στοχαστικών, τους λαϊκιστές αντί των μεταρρυθμιστών, τους αγράμματους αντί των εγγράμματων. Και ιδού το αποτέλεσμα: χρεωκοπία σε όλα τα επίπεδα. Το εντυπωσιακό είναι ότι όσο βουλιάζουμε στην κρίση τόσο χειρότερες επιλογές κάνουμε. Το θυμικό και τα συναισθήματα του φόβου και της οργής κυριαρχούν αντί της λογικής και οι επόμενες επιλογές του ψηφοφόρου είναι χειρότερες από τις προηγούμενες. Εδώ επιβεβαιώνεται η ρήση ότι «όσο πιο μεγάλο είναι το ψέμα τόσο πιο πιστευτό γίνεται». Υπάρχει όμως κι ένα άλλο θέμα. Οι αγράμματοι, οι ακάματοι, οι λαϊκιστές, οι «τζάμπα μάγκες» τόσα δεν ήξεραν, τόσα έπραξαν. Οι υπόλοιποι, οι νουνεχείς κι εγγράμματοι, γιατί σιώπησαν; Όπως θα έλεγε και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, «στο τέλος δεν θα θυμόμαστε τις τσιρίδες των αγράμματων, αλλά τη σιωπή των σοβαρών». Ας αναλογισθούμε λοιπόν πως θέλουμε να πορευθούμε.

Κράτος δικαίου και θεσμών ή κράτος συντεχνιών;

Ο συντεχνιακός κρατισμός ζει και βασιλεύει εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας. Έχει κυριαρχήσει σε όλους τους τομείς ένα δαιδαλώδες πλέγμα ρυθμίσεων που λειτουργεί προστατευτικά για κάθε επαγγελματική ομάδα, κάθε κλάδο. Κάθε θεσμική ομάδα αντιλαμβάνεται τον ρόλο της, όχι μέσα στο πλαίσιο της ανοικτής κοινωνίας, αλλά υπό το πρίσμα ενός πολύπλοκου δικτύου περιοριστικών ρυθμίσεων.Για την κατάσταση αυτή, οι πολιτικοί έχουν μεγάλη ευθύνη. Για να κερδίσουν ψήφους μοίραζαν το προνόμιο του άκοπου πλουτισμού σε διάφορες ομάδες φίλων τους.Στο βιβλίο του «Λαϊκισμός και Κρίση Στην Ελλάδα» ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τάκης Παππάς σημειώνει: «Μόλις ο λαός κατάλαβε ότι το κράτος είναι διαθέσιμο προς πλιάτσικο και πως οι θεσμοί είναι κουρέλια, δεν έκατσε να περιμένει τις εκλογές, ούτε περίμενε το λαϊκισμό του πολιτικού προσωπικού για να ακολουθήσει. Βγήκε στους δρόμους. Τη δεκαετία του ’80 έλαβαν χώρα στην Ελλάδα 4.471 απεργίες, δηλαδή σχεδόν δύο κάθε εργάσιμη ημέρα. Για δέκα χρόνια 7,3 εκατομμύρια Έλληνες έλαβαν μέρος σ’ αυτές τις απεργίες, και σχεδόν από 92 εκατομμύρια εργατοώρες χάθηκαν εξαιτίας τους. Αυτές οι απεργίες δεν ήταν αμυντικές. Τη δεκαετία του ’80 ο λαός δεν υπερασπιζόταν κεκτημένα δικαιώματα. Αυτό το κύμα διαδηλώσεων και κινητοποιήσεων ήταν η εκρηκτική διαδικασία που κατοχύρωσε τα κεκτημένα δικαιώματα που απολαμβάνουν μέχρι σήμερα μικρές ή μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, από τους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ και το υπόλοιπο Δημόσιο, μέχρι τους συνταξιούχους των ευγενών ταμείων και τους εργαζόμενους στα 130 κλειστά επαγγέλματα της χώρας. Τότε κατοχυρώθηκαν οι κατακτήσεις κάθε υποομάδας που ζητούσε ένα κομμάτι του κράτους για τον εαυτό της. Την επόμενες τρεις δεκαετίες οι απεργίες ελαττώθηκαν, και πλέον ήταν αμυντικές: Η κάθε υποομάδα πλέον διαδήλωνε κατά των μεταρρυθμίσεων που την αφορούσαν, οπότε όλες μαζί διαδήλωναν εναντίον όλων των μεταρρυθμίσεων. Τη δεκαετία του ’90, ας πούμε, έγιναν πέντε φορές λιγότερες απεργίες από ό,τι στη δεκαετία του ’80. Τα κεκτημένα είχαν κατοχυρωθεί, και οι πολίτες πλέον έπαιζαν άμυνα. Η συναλλαγή λαού και κράτους είχε θεσμοθετηθεί, και η γκρίνια εμφανιζόταν μόνο όταν κάτι πήγαινε να την πειράξει. Κάθε φορά που γινόταν μεταρρυθμίσεις ο λαός τις έκοβε, τις απέρριπτε, τις αποδοκίμαζε και τις σταματούσε, είτε με διαδηλώσεις και πολιτική πίεση, είτε στις κάλπες. Αυτό ήταν το μοντέλο: Απεργίες κι εκλογές. Έτσι κάνει κουμάντο ο λαός μας εδώ και 40 χρόνια». Αντί θεσμών και κανόνων ο λαός στην εξουσία και ιδού τα αποτελέσματα.
Ανοιχτή κοινωνία ή κλειστοφοβικός εθνοκεντρισμός;
Με την υπογραφή της συνθήκης ένταξης ειπώθηκε ότι η Ελλάδα έβγαινε επιτέλους από την εθνική της μοναξιά και από τον μίζερο βαλκανικό επαρχιωτισμό. Συνέβη όμως το εξής παράδοξο: Oσο οι θεσμοί μας και η οικονομία μας προσπαθούσαν να προσαρμοσθούν στους ευρωπαϊκούς ρυθμούς, τόσο η συλλογική μας ψυχοσύνθεση αποτραβιόταν στη νοσταλγία της ελληνικής μοναξιάς. Ζήσαμε με αυταρέσκεια τη σταδιακή αποκοπή μας από την ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα. Αυτό φανερώνει ο έντονος αντιευρωπαϊσμός στην εποχή μας.
Ας το σκεφθούμε: όσο αλλάζει ο κόσμος εμείς θα παραμένουμε πεισματικά προσκολλημένοι στο παρελθόν επικαλούμενοι έναν στείρο πατριωτισμό κι έναν παρωχημένο εθνοκεντρισμό; Αληθινός πατριωτισμός είναι αυτός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η πατρίδα να προσαρμόζεται και να επιβιώνει στο διεθνές περιβάλλον έχοντας τη δική της ταυτότητα και τη δική της συμβολή στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Πολίτες ή πελάτες;

Οι πολίτες στην Ελλάδα δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον αν δεν γνωρίζονται ή δεν έχουν κοινούς γνωστούς (ως εγγυητές). Φοβούνται πως οι άλλοι που βρίσκονται πέρα από τα όρια της συγγένειας ή της εντοπιότητας, θα τους αδικήσουν ή δεν θα εκτιμήσουν τα προσόντα τους. Το έλλειμμα αυτό εμπιστοσύνης στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών οδηγεί συνεχώς στην αναζήτηση «του γνωστού» και του «μέσου». Μέσα σε αυτήν την κατάσταση πολλοί πολίτες έχουν εξιδανικεύσει το ιδεότυπο (μύθο) του κράτους–προστάτη. Αναζητούν διαρκώς αυτό το κράτος–προστάτη σε όλες τις συναλλαγές τους.Στο βιβλίο του «Λαϊκισμός και Κρίση Στην Ελλάδα» ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τάκης Παππάς περιγράφει την ιστορία της ελληνικής «λαϊκιστικής δημοκρατίας» όπως την αποκαλεί, από τη μεταπολίτευση και μετά. «Οι πολίτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξέλεγαν και κατόπιν φρόντιζαν να διατηρούν στην εξουσία μια πολιτική ηγεσία που υποσχόταν να τους ανταμείψει ατομικά και εις βάρος του κράτους. … Οι ψηφοφόροι έμαθαν να βλέπουν το κράτος ως τρόπαιο προς κατάκτηση, καθώς επίσης και να επιδιώκουν την ασφάλεια κρατικών προνομίων μέσω κομματικών κυρίως διασυνδέσεων, παρά τις περιπέτειες της αγοράς και του ανταγωνισμού. (…) Οι πολιτικοί, από την άλλη πλευρά, έμαθαν ότι δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από τις μεταρρυθμίσεις, αφού οι εκλογείς θα τους τιμωρούσαν γι’ αυτό στην κάλπη….Εντολείς και εντολοδόχοι ενεπλάκησαν σε ένα υψηλού επιπέδου παίγνιο συντονισμού με κοινό σκοπό την εκμετάλλευση του κράτους, αλλά με κάθε μία ομάδα να επιδιώκει τα δικά της αποκλειστικά συμφέροντα -οι μεν εντολείς την απομύζηση κρατικών πόρων, οι δε εντολοδόχοι τη διατήρηση της εξουσίας»….Το ότι ο λαός ήταν πάντα ενεργητικός εταίρος στο παιχνίδι του πολιτικού λαϊκισμού, και όχι απλά ακόλουθος λαϊκιστών πολιτικάντηδων, αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά του απέναντι στους λίγους πολιτικούς που πάλεψαν να περάσουν μεταρρυθμίσεις και να εκσυγχρονίσουν το κράτος: Μόλις έρχονταν εκλογές, τους «μαύριζε».
Αν το κράτος δεν θίξει τα προνόμια των «πελατών» του που είναι όσοι εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με το δημόσιο και δεν καταπολεμήσει τη διαφθορά κι αν οι πολίτες δεν πάψουν να είναι «πελάτες» των πολιτικών γραφείων τότε όλο και περισσότεροι φόροι θα μπαίνουν για να ικανοποιηθούν τα μικροσυμφέροντα των διαφόρων ομάδων οπότε η ιδιωτική οικονομία που γεμίζει τα δημόσια ταμεία θα σταματήσει να παράγει και τότε…αλλοίμονό μας.
Η απαρίθμηση των ερωτημάτων που για πολλούς δεν έχουν καν τον χαρακτήρα των διλημμάτων αφού ζουν στον δικό τους κόσμο των βεβαιοτήτων και των ιδεοληψιών του παρελθόντος, σταματάει κάπου εδώ. Ας μην σταματήσει όμως και η αναζήτηση των απαντήσεων απ’ όσους προβληματίζονται οι οποίοι έχουν και την ευθύνη της αφύπνισης του διπλανού τους..