ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΙΜΤΣΑΣ
«Που θα πάει αυτό το τραίνο ρε Σπύρο; Τρείς μήνες μαζί μέσα σ’ αυτό το κελί και μια κουβέντα δεν έχει βγει από το στόμα σου. Ετσι το μουγκό θα την βγάλουμε; Δεν περνά η ώρα χωρίς μασλάτι, δεν το καταλαβαίνεις; Μιλάω μόνος μου και συ ούτε κιχ. Εχουν δίκαιο τα άλλα παιδιά που λένε πως είσαι μυστήρια υπόθεση».
Όταν ειδοποιήθηκε, είχε ξεχάσει πως η υπηρεσία του χρωστούσε το εφάπαξ, μετά από τριάντα πέντε τόσα χρόνια δουλειάς.
Πήγε στην τράπεζα, πήρε την επιταγή, είδε το ποσό και ξαφνιάστηκε. Τόσο χρήμα! Και τι θα το έκανε. Αυτός δεν είχε έξοδα ,οικογένεια, υποχρεώσεις.
Τα έβαλε λοιπόν στον λογαριασμό του και σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει μ’ αυτά.
Η σκέψη πως κάπως έπρεπε να τα χαρεί, να διασκεδάσει, του ήλθε έτσι ξαφνικά.
Εδώ που τα λέμε, η ζωή του μετρημένη ήταν και μια φορά που οι συνάδελφοι στην δουλειά τον έπεισαν να ξεμυτήσει και να πάει διακοπές σε ένα νησί , το έκανε με το ζόρι.
Tην πόρτα με τα δύο κόκκινα φώτα και την μυστήρια ταμπέλα « Η Σεμίραμις», που κάθε βράδυ περνούσε από μπροστά της καθώς γύριζε στο σπίτι, ποτέ δεν είχε την επιθυμία η την περιέργεια να την διαβεί, αν και υποψιαζόταν τι κρύβονταν και τι γίνονταν εκεί μέσα.
Εκείνο το βράδυ όμως το αποφάσισε. Στο κάτω , κάτω να διασκεδάσει δεν ήθελε;
Το μαγαζί μια τρύπα ήταν μέσα στο μισοσκόταδο, με μερικά τραπέζια απλωμένα και στο βάθος ένα μπάρ. Εκεί πήγε και σε ένα ψηλό σκαμπό κάθισε κοιτώντας γύρο του δειλά και με περιέργεια.
Μια μεσόκοπη πίσω από το μπαρ, τον ρώτησε τι θα έπινε. Ξαφνιάστηκε. Δεν έπινε, αλλά εδώ μέσα…
«Ένα ποτήρι κρασί» απάντησε.
«Κερνάει το αγόρι;»
Γύρισε και την είδε να στρογγυλοκάθεται δίπλα του και ξαφνιάστηκε ακόμα μία φορά.
«Ναι , πως , βέβαια…γιατί όχι…»
«Με λένε Νάντια, εσένα;»
«Σπύρο…»
Η Νάντια παράγγειλε στην μεσόκοπη «ένα από το δικό της» και έτσι χωρίς να το καταλάβει άρχισαν να μιλάνε. Δηλαδή αυτή μιλούσε , αυτός άκουγε και κάπου κάπου απαντούσε. Πως ήταν υπάλληλος σε κάποια υπηρεσία, συνταξιούχος τώρα και χωρίς οικογένεια, γιατί έτσι το έφερε η τύχη. Τέτοια πράματα.
Ούτε που κατάλαβε πως στο τέλος είχε πιεί δύο ποτήρια κρασί και η όμορφη Νάντια – γιατί ήταν πραγματικά όμορφη γυναίκα-, τρία «από το δικό της».
Όταν γύρισε στο σπίτι του, με αρκετά ζαλισμένο το κεφάλι του, ένοιωθε καλά. Και κοιμήθηκε το ίδιο καλά. Και την υπόσχεση που είχε δώσει πως θα έρχονταν πάλι στην «Σεμίραμις», δεν την ξέχασε.
Ξαναπήγε λοιπόν αρκετές φορές, έτσι που τα δύο ποτήρια κρασί, του έγιναν συνήθεια.
Όταν η Νάντια του είπε να πήγαιναν αν ήθελε το βράδυ στο ξενοδοχείο που έμενε, είπε « ναι» χωρίς να πολυκαταλάβαινε τι θα ακολουθούσε.
Και αυτό που ακολούθησε τον έκανε σχεδόν ευτυχισμένο.
Πήγαν πολλά βράδια στο ξενοδοχείο και όταν ξημερώματα έφευγε να πάει στο δικό του μοναχικό κρεβάτι, άφηνε πάνω στο κομοδίνο το ποσό που του είχε υποδείξει η Νάντια «για τα έξοδα του ξενοδοχείο», όπως του είχε πει.
«Ξύπνα. Δεν φτάνει που δεν μιλάς όλη την μέρα, το βράδυ παραμιλάς, ξεσηκώνεις το κελί και με αφήνεις άυπνο.»
Ξύπνησε ταραγμένος.
«Τι έγινε Ανέστη, παραμιλάω; »
«Ναι , και όλο για μια Νάντια για μία Σεμίραμις λες , αλλά δεν βγάζεις άκρη…»
«Καλά, θα ησυχάσω» , είπε και γύρισε από το άλλο πλευρό.
Τον Μάκη τον είχε δει μερικές φορές στο ξενοδοχείο αλλά και στο «Σεμίραμις» να κάθεται στην πόρτα τα βράδια, ελέγχοντας ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε. Και άλλες φορές να μιλάει σιγανά και ιδιαίτερα με την Νάντια.
Όταν την ρώτησε, του απάντησε πως από αυτόν τον άνθρωπο ήθελε να ξεφύγει, που κάποτε ήταν η σχέση της.
Και κάπως έτσι, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, άρχισε να του μιλάει , λες και ονειρεύονταν. Πως ήθελε να ξεφύγει απ’ αυτή την δουλειά, πως ήθελε να ανοίξει ένα μικρό μαγαζί με γυναικεία είδη, γιατί την δουλειά την ήξερε. Είχε δουλέψει κάποτε σε ένα τέτοιο μαγαζί, αλλά της έλλειπαν τα χρήματα. Είχε βέβαια μαζέψει ένα ποσό αλλά δεν έφτανε.
«Με ένα τέτοιο μαγαζάκι και με έναν άντρα σαν εσένα δίπλα μου Σπύρο, θα γινόμουν ευτυχισμένη. Και να δεις πως υπάρχει η ευκαιρία, αλλά δεν γίνεται να την αρπάξω…» «Για ποια ευκαιρία μιλάς;»
«Θα σου δείξω»
Πρωί ήταν όταν τον πήγε σε ένα κάπως κεντρικό δρόμο και του έδειξε ένα ενοικιαστήριο σε μία πόρτα.
«Είναι ότι πρέπει για την δουλειά που σκέφτομαι. Υστερα μία γνωστή μου σε άλλη πόλη που έχει μια μικρο- επιχείρηση με γυναικεία, παίρνει σύνταξη , την κλείνει και δίνει το εμπόρευμα που έχει στοκαρισμένο σχεδόν τζάμπα. Γι’ αυτό σου λέω πως είναι η ευκαιρία της ζωής μου, αλλά…»
Λίγες μέρες αργότερα, έτρωγε σε μία ταβέρνα με ένα φιλαράκι από την δουλειά, συνταξιούχος και αυτός και καθώς είχε πιεί και λίγο κρασί, του εξομολογήθηκε τα καθέκαστα με την Νάντια.
«Τι λες ρε Σπύρο» απάντησε» ο άλλος . «Εσύ είσαι ερωτευμένος. Και θες να της δώσεις χρήματα;»
«Που ξέρεις, μπορεί να είναι ευκαιρία να αλλάξει και η δική μου ζωή μαζί της.»
«Κάνε ότι νομίζεις. Και τι θα τα κάνεις τα λεφτά; Να τα φας δεν ξέρεις, κληρονόμους δεν έχεις…»
«Τελικά είναι βαριά τα ισόβια Σπύρο. Διπλό φονικό έκανες κατά πως λένε. Και από ότι φαίνεται από εδώ μέσα θα βγεις μετά τα ογδόντα και βάλε, λόγω γήρατος. Ετσι λένε οι δικηγόροι. Μην κοιτάς , εγώ σε τρία τέσσερα χρονάκια και με καλή διαγωγή, θα την κάνω από εδώ μέσα… Αλλά εσένα αδελφάκι μου σε λυπάμαι… διπλό φονικό.. και δεν σου φαίνεται! Και από πάνω δεν θες να αλλάζουμε και καμμιά κουβέντα, έτσι για να περνάει η ώρα. Δεν σπρώχνονται οι μέρες μέσα στο κελί χωρίς λακριντί Σπύρο».
«Και εσύ γιατί είσαι εδώ μέσα ρε Ανέστη;»
«Για χρέη και για κάτι μικροαπάτες. Ψιλοπράματα, αλλά ήταν ‘’καθ’ υποτροπή’’ όπως λένε»
«Και γατί είχες χρέη;»
«Ξέρεις τι είναι ο τζόγος; Καταβόθρα. Ούτε ψηλά για τσιγάρο στην σου αφήνει στην τσέπη. Αλλά φόνο δεν έχω κάνει αδελφέ μου.. Και δεν σου φαίνεται.. μια χαρά ανθρωπάκι δείχνεις…»
«Εντάξει θα σε βοηθήσω να ανοίξεις το μαγαζί. Πεσ’ μου πόσα χρειάζεσαι για να το κανονίσω».
Του είπε το πόσο και την άλλη μέρα πήγε στην τράπεζα και το ξεσήκωσε από το εφάπαξ.
Της έδωσε τα χρήμα το βράδυ στο ξενοδοχείο.
Σαν δανεικά και πως θα του επιστρέψει μόλις έστρωνε η δουλειά, του είπε καθώς τα έπαιρνε.
Εκείνο το βράδυ τον έκανε τον ποιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου, πάνω στο κρεβάτι του ξενοδοχείου.
Τις επόμενες ημέρες έφυγε επειγόντως. Μία αδελφή της μάνας του, ξεχασμένη από τον Θεό και κοντά στα εκατό , που ζούσε σε άλλη πόλη, ζήτησε να τον δει. Στο νοσοκομείο την είχαν και μάλλον στα τελευταία της ήταν.
«Πριν γυρίσεις, θα έχω αρχίσει κόλας να ετοιμάζω το μαγαζί» του είπε χαρούμενη.
Πήγε και γύρισε μετά από καμμιά δεκαριά μέρες, αφού πρώτα κήδεψε την θειά του, που ήθελε να του αφήσει κληρονομιά το δυάρι που ζούσε και ένα μικρό κομπόδεμα.
Πρώτη δουλειά του, να πάει να δει το ενοικιαζόμενο και αν είχε αλλάξει τίποτα.
Βρήκε την πόρτα θεόκλειστη και το ενοικιαστήριο στην θέση του.
Αναζήτησε την Νάντια στο τηλέφωνο ,αλλά καμία απάντηση ολόκληρη την μέρα.
Το βράδυ πήγε στο «Σεμίραμις» και την αναζήτησε . Η μεγαλογυναίκα πίσω από το μπαρ, Ολγα την έλεγαν, του είπε πως το κορίτσι είχε φύγει εδώ και μερικές ημέρες, μαζί με τον Μάκη. Τέτοια εποχή που άνοιγαν οι δουλειές με τον τουρισμό, πήγαιναν σε νησί. Και έτσι όπως τον είδε λυπημένο και απογοητευμένο , του είπε το νησί και το μπαρ που θα την εύρισκε.
« Στην ‘’Αφροδίτη’’ παραλιακό είναι».
Απόγευμα ήταν όταν πέρασε την πόρτα της «Αφροδίτης». Τους είδε όρθιους σε μία άκρη του μπάρ να μιλούν και να χαζογελάνε. Ετσι του φάνηκε. Ο Μάκης είχε στα χέρια του ένα κουζινομάχαιρο και καθάριζε ένα μήλο.
Ξαφνιάστηκαν μόλις τον είδαν. Η Νάντια μισοκρύφτηκε πίσω από το σώμα του Μάκη και εκείνος αφήνοντας του μαχαίρι και το μήλο πάνω στον πάγκο του μπάρ, κινήθηκε προς το μέρος του.
«Ποιος δρόμος σε έφερε εδώ αγόρι;»
«Τα λεφτά, θέλω τα λεφτά μου…»
«Αυτά τα κατανάλωσες. Ξεπλήρωσες τα βράδια στο ξενοδοχείο, και ρέστα για να πάρεις, δεν υπάρχουν.»
Πρέπει να είχε θολώσει πολύ. Ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε το κουζινομάχαιρο στο χέρι του. Θυμάται μόνο τα σκουξίματα της Νάντιας και τα δυο σώματα πεσμένα κάτω και να σφαδάζουν μέσα στο αίμα τους.
«Τι λες βρε θηρίο», μονολόγησε ο Ανέστης μέσα στο σκοτάδι του κελιού. «Καθάρισες με το μαχαίρι και γέμισε ο τόπος αίματα, λέει.. δεν σου τόχα ρε Σπύρο, ούτε που το φανταζόμουνα!»
Ακολούθησε μία σιωπή που έγινε ένα με το σκοτάδι του κελιού
«Πάντως καλά έκανες και μου τα είπες. Ξαλάφρωσες. Εγώ σε καταλαβαίνω. Δεν ήταν τα λεφτά, η απιστία και το κοροϊδιλίκι ήταν. Την αγάπησες την …πως την έλεγαν.. την Νάντια, φουκαρά μου, έτσι δεν είναι;»
Ηταν τα τελευταία λόγια του Ανέστη, καθώς έπεφτε πάλι βαριά η σιωπή μέσα στο κελί.
Πέρασαν μερικές ημέρες όταν στο προαυλισμό , τον πλησίασε εκείνος ο τύπος που τον φώναζαν «Δράκο» ποιος ξέρει γιατί. Εδειχνε ζόρικος άνθρωπος.
«Είναι αλήθεια όσα είπες στον Ανέστη; Εσύ καθάρισες την Νάντια και τον Μάκη;» του ψιθύρισε.
Τον κοίταξε ξαφνιασμένος και στο τέλος απάντησε με ένα ξερό «ναι».
Ξέρεις πόσοι πριν από σένα πλήρωσαν αυτό το μαγαζί με τα γυναικεία. Εσύ είσαι ο τελευταίος. Είχε τον τρόπο της το πουτανάκι και πουλούσε καλά το αίσθημα. Και μόλις τα έπαιρνε εξαφανιζόταν μαζί με τον νταβατζή της. Εμένα δεν μου τα πήρε μόνο , με έβαλε και χώρισα από την γυναίκα μου. Τόσο μαλάκας… Αμα σου πω πως ευχαριστήθηκα μ’ αυτό που έκανες, θα με πιστέψεις; Μόνο που λυπάμαι που καθάρισες για όλους και την πλήρωσες εσύ με ισόβια.
Aμαλιάπολη 9/9/2026
