Χρήστος Γκίμτσας: Μία άδικη τιμωρία

(Από την συλλογή : Θέλω να θυμάμαι.)

Δεκαετία του 1960 και εγώ μαζί με τους συνομήλικούς  μου ,  να βρισκόμαστε   στα θρανία του πρώτου δημοτικού σχολείου, που τότε στεγάζονταν στο όμορφο, πέτρινο και διατηρητέο κτίριο, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου.

Είμαστε τότε μία μεγάλη παρέα  από πιτσιρικάδες που τα σπίτια μας βρίσκονταν Στις οδούς Βούλγαρη, Πελέκη ,Χαριλάου Τρικούπη, Λάκμωνος  , Ψαρών που τότε ήταν ένα καλντερίμι και γενικά στους δρόμους  που βρίσκονταν γύρω από την πλατεία Βουβής .
Αυτή η πλατεία τότε ήταν αλάνα και ήταν το σημείο αναφοράς για όλες τις δραστηριότητές μας.
Εκεί οι συναντήσεις μας , το ποδόσφαιρο, τα επικίνδυνα παιχνίδια με την ασετιλίνη και εκεί το πέταγμα του χαρταετού.
Δυτικά της αλάνας υπήρχαν κάποια κτήματα  γεμάτα βλάστηση, που τον χειμώνα γίνονταν υδροβιότοπος μιας και κρατούσαν νερό και εκεί μέσα εύρισκες όλα τα πετούμενα στον ουρανού.
Εννοείται πως αυτόν τον χώρο, χειμώνα καιρό, μόνο με εκείνες τις  μαύρες γαλότσες  μπορούσες να τον περπατήσεις.
Εκεί λοιπόν δοκιμάζαμε τα τόξα και τις σφεντόνες μας και εκεί μέσα στην πυκνή βλάστηση, είχαμε τα λημέρια μας.
Η περιοχή αυτή με τον καιρό οικοπεδοποιήθηκε, γέμισε νεόδμητες οικοδομές και σήμερα την λένε: «τα δημοσιοϋπαλληλικά.»

Από το σχολείο  μας χώριζε  ο Ληθαίος και η πρόσβαση σ’ αυτό γίνονταν είτε από την γέφυρα του Τρικκαίογλου η συχνότερα, από την γέφυρα της Γούρνας.
Η γέφυρα που βρίσκεται στο ύψος της Βούλγαρη κατασκευάστηκε πολύ αργότερα και δεν υπήρχε τότε.

Εκείνη την εποχή το ποτάμι για όλη την πιτσιρικάδα της περιοχής, ήταν ένας άλλος ζωτικός χώρος. Ακριβώς κάτω από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, το ποτάμι παρουσίαζε ένα  φυσικό βαθούλωμα και εκεί τα καλοκαίρια κολυμπούσαμε, δοθέντος ότι  τότε το νερό ήταν πεντακάθαρο.
Και όχι μόνον αυτό. Εκεί  μάθαμε να ψαρεύουμε με καλάμι , αγκίστρι και δόλωμα σκουλήκι , γιατί το ποτάμι είχε άφθονα ψάρια, κυρίως μπριάνες, όπως και καραβίδες που τις πιάναμε με τα χέρια.
Οι μεγαλύτεροι της παρέας, αυτές τις καραβίδες τις πουλούσαν στα τσιπουράδικα που υπήρχαν μέσα στην γκρεμισμένη πια παλιά αγορά , και εξοικονομούσαν καλό χαρτζιλίκι.

Το να πηγαίνουμε όμως στο σχολείο δυο φορές την ημέρα ,πρωί και απόγευμα, χρησιμοποιώντας  τις δύο κοντινές γέφυρες Τρικκαίογλου και Γούρνας , δεν ήταν και τόσο ευχάριστο. Γι’ αυτό στο ύψος της εκκλησίας και όταν ο καιρός ήταν καλός και το ποτάμι δεν είχε ‘’κατεβάσει’’, κοντά παντελόνια άλλωστε φορούσαμε, βγάζαμε παπούτσια και κάλτσες και με μερικές δρασκελιές περνούσαμε απέναντι.  Στεγνώναμε όπως, όπως, ξαναφορούσαμε κάλτσες και παπούτσια και ανηφορίζαμε για το σχολείο.
Μερικές φορές που ο δάσκαλος καταλάβαινε πως ‘’την  είχαμε κάνει’’ μέσα από το ποτάμι, με το καλημέρα δοκίμαζε την βέργα του επάνω μας, αλλά μυαλό δεν βάζαμε.

Ένα απόγευμα, άνοιξη ήταν,  γυρίζαμε σπίτι από το  μάθημα εγώ και ένας κολλητός μου, ο Νίκος. Γειτονάκια είμαστε, στην Βούλγαρη μέναμε, εγώ σε μία χαμοκέλα κατασκευασμένη με την τεχνική του  μπαγδατί, και εκείνος στο υπόγειο μιας μονοκατοικίας.

Είπαμε λοιπόν να γυρίσουμε μέσα από το ποτάμι, βγάλαμε  κάλτσες και παπούτσια και μπήκαμε στο νερό κρατώντας στο ένα χέρι τα παπούτσια και στο άλλο την σάκα.
Πως έγινε όμως και το φιλαράκι παραπάτησε λίγο και ως που  να βρει την ισορροπία του, το ένα παπούτσι βρέθηκε στο νερό. Τρομαγμένοι αρχίσαμε να το ακολουθούμε για να το πιάσουμε, αλλά το ρεύμα ήταν κάπως δυνατό και δεν καταφέραμε να το ψαρέψουμε.
Το ακολουθήσαμε περπατώντας στην όχθη μέχρι την γέφυρα της Μαρούγκαινας  και μετά το χάσαμε από τα μάτια μας.
Κατάλαβα την αγωνία του Νίκου και τον φόβο του, που θα γύριζε στο σπίτι μονοσάνταλος που λένε, σαν τον Θησέα. Πως να εξηγήσει πως είχε χάσει το ένα παπούτσι μέσα στο νερό;
Εκείνο το βράδυ αν περνούσες έξω από το υπόγειο που έμενε ο φίλος, θα άκουγες το σπαρακτικό του κλάμα, τις φωνές της μάνας του και τον ήχο από τις σφαλιάρες. Μήπως υπήρχε δεύτερο ζευγάρι  για να φορέσει την επόμενη ημέρα; Φτωχοί άνθρωποι ήταν όπως και οι περισσότεροι στην γειτονιά.
Με σκυμμένο κεφάλι  ήλθε το επόμενο πρωί ο Νίκος στο σχολείο , φορώντας εκείνες τις μαύρες γαλότσες, άνοιξη καιρό!
Και δεν ήταν μόνο το ξύλο, ήταν και η καζούρα από τους υπόλοιπους της τάξης, όταν έμαθαν πως είχε χάσει το παπούτσι του.

Πέρασαν τα χρόνια και ο καθένας από εκείνη την παρέα, τράβηξε τον δρόμο του.
Ο Νίκος που ‘’δεν είχε το μυαλό για γράμματα’’ , πήγε λίγο στο γυμνάσιο και μετά άρχισε να δουλεύει στην οικοδομή σε διάφορα αφεντικά. Είχε όμως μυαλό και πήγε μπροστά. Με τον καιρό έκανε δικό του συνεργείο .Πήρε στην δούλεψή του  μαστόρους και άνοιξε και γραφείο  με μία μεγάλη πινακίδα που έγραφε: «Εκτελούνται οικοδομικές εργασίες».
Πρόκοψε, όπως λένε. Και ενώ  εμείς τρέχαμε για σπουδές, μεταπτυχιακά, και εξειδικεύσεις, ο φίλος είχε φορτωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, και μπλοκ επιταγών στην τσέπη , παρακαλώ!

Με τον Νίκο δεν χαθήκαμε. Μείναμε φιλαράκια, αν και συναντιόμαστε αραιά.
Σε κάθε μας όμως συνάντηση , πέρα από την ανυπόκριτη χαρά, έχουμε δεν έχουμε δουλειά, την αράζουμε στο πιο κοντινό  καφενείο η τσιπουραδικό για να τα πούμε. Πάντα με την προϋπόθεση πως θα κερνούσε αυτός.
Και λέγοντας  τα, μέσα σε όλα, πάντα η κουβέντα γυρίζει και στην αλάνα της Βουβής.
Σε μία απ’ αυτές τις συναντήσεις μας τον ρώτησα τι θυμόταν περισσότερο από την ζωή μας εκείνη την εποχή.
Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί ούτε ένα δευτερόλεπτο.
«Το ξύλο που έφαγα εκείνο το βράδυ που έχασα  το παπούτσι και την καζούρα που μου κάνατε την επόμενη μέρα σαν ήλθα στο σχολείο με τις γαλότσες. Θα τα θυμάμαι αυτά μέχρι που να μου βγει η ψυχή.»
Ετσι είπε και κατέβασε το ποτήρι με το τσίπουρο, μονορούφι.
«Και αν πας στο σπίτι τώρα, συνέχισε, θα βρεις στοιβαγμένα καμμιά εικοσαριά ζευγάρια, ότι σχέδιο και χρώμα θέλεις, έτσι για να ξεπαθιάζομαι και να μου φεύγει το άχτι»

Ξαφνιάστηκα. Τι κρύβει ο άνθρωπος μέσα στην ψυχή του καμμιά φορά, σκέφτηκα. Αλλά δεν το είπα .Μόνο σήκωσα το ποτήρι και ήπια το περιεχόμενό του επίσης μονορούφι.
«Περασμένα ξεχασμένα. Αντε στην υγειά μας» ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω.

Christos.gim@gmail.com

 

Υ.Γ .Στις δύο προπολεμικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες η μία αφορά την γέφυρα της Μαρούγκαινας και η άλλη την πλατεία Βουβής που έχει απέναντι της την εκκλησία του Αγ. Στεφάνου, το ποτάμι ανάμεσά τους, αριστερά κάποια αρχοντικά της εποχής και στο βάθος το νεόδμητο ρολόι της πόλης.