Οι επιπτώσεις των χαμηλών θερμοκρασιών στην υγεία και γιατί οι εναλλαγές κρύου – ζέστης επιβαρύνουν το σώμα.
Χαμηλές θερμοκρασίες, χιονοπτώσεις και ακραία καιρικά φαινόμενα συνθέτουν το σκηνικό του καιρού σε πολλές περιοχές της χώρας. Το τοπίο ντύνεται στα λευκά και αποκτά επιβλητική όψη, την ίδια ώρα όμως το έντονο κρύο παραμένει και σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολεύει την καθημερινότητα των πολιτών.
Πόσο «αθώες» μπορούν να θεωρηθούν, όμως, οι χαμηλές θερμοκρασίες για τον ανθρώπινο οργανισμό;
Σύμφωνα με επιστημονικές επισημάνσεις, όταν ο άνθρωπος εκτίθεται σε ψυχρό περιβάλλον, ο οργανισμός καλείται να διατηρήσει σταθερή τη θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος, περίπου στους 37 βαθμούς Κελσίου, ώστε να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του. Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς προσαρμογής είναι η περιφερειακή αγγειοσυστολή, δηλαδή η μείωση της ροής του αίματος προς το δέρμα και τα άκρα, με στόχο τη διατήρηση της εσωτερικής θερμοκρασίας.
Ωστόσο, η παρατεταμένη έκθεση στο κρύο ή η αδυναμία του οργανισμού να ρυθμίσει αποτελεσματικά τη θερμοκρασία του μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία. Μελέτες της διεθνούς βιβλιογραφίας έχουν συνδέσει το ψυχρό περιβάλλον με πληθώρα προβλημάτων, που επηρεάζουν διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται δερματικοί τραυματισμοί, όπως οι χιονίστρες και τα κρυοπαγήματα, τα οποία εμφανίζονται κυρίως στα άνω και κάτω άκρα. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ερυθρότητα και κνησμό, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις παρατηρείται οίδημα ή ακόμη και δερματικά έλκη.
Από τους 20 βαθμούς στους 5 βαθμούς Κελσίου
Ιδιαίτερη επιβάρυνση για τον οργανισμό προκαλούν και οι απότομες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, όταν δηλαδή το κρύο εναλλάσσεται γρήγορα με πιο ήπιες ή ακόμα και θερμές συνθήκες.
Οι αιφνίδιες αυτές αλλαγές δυσκολεύουν τους μηχανισμούς θερμορρύθμισης του σώματος, καθώς ο οργανισμός καλείται να προσαρμοστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι έντονη καταπόνηση του καρδιαγγειακού συστήματος, διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης, αλλά και επιδείνωση αναπνευστικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.
Παράλληλα, οι απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας συνδέονται συχνά με μειωμένη άμυνα του οργανισμού, αυξάνοντας την πιθανότητα λοιμώξεων και γενικότερης αίσθησης κόπωσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι επιπτώσεις του κρύου στο καρδιαγγειακό σύστημα. Η αγγειοσυστολή οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση αίματος στον πυρήνα του σώματος, γεγονός που ανεβάζει την αρτηριακή πίεση και αυξάνει το έργο της καρδιάς. Αυτό μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες για άτομα με προϋπάρχοντα καρδιαγγειακά νοσήματα, επιδεινώνοντας τα συμπτώματά τους κατά τους χειμερινούς μήνες και, σύμφωνα με μελέτες, επηρεάζοντας ακόμη και τα επίπεδα θνησιμότητας.
Παράλληλα, σε κίνδυνο βρίσκονται και άτομα με χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, όπως άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Ο ψυχρός αέρας μειώνει τη θερμοκρασία και αφυδατώνει τις αναπνευστικές οδούς, γεγονός που μπορεί να πυροδοτήσει φλεγμονώδεις διεργασίες και να οδηγήσει σε επιδείνωση των συμπτωμάτων.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η προστασία από την έκθεση στο κρύο αποτελεί βασικό παράγοντα για τη διατήρηση της υγείας. Ο κατάλληλος ρουχισμός, η επαρκής ενυδάτωση και η συμβουλή του θεράποντος ιατρού, με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε ατόμου, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πρόληψη και στον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων.
Οι χειμερινοί μήνες μπορεί να είναι από τις ομορφότερες περιόδους του χρόνου, κρύβουν όμως και κινδύνους για την υγεία. Η σωστή πρόληψη παραμένει το πρώτο και πιο ουσιαστικό βήμα για την προστασία του οργανισμού απέναντι στο ψυχρό περιβάλλον.
