Αρθρο π. Αθ. Τύμπα 2ο για την Σμύρνη

”ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ!” – ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

π. Αθανάσιος  Τύμπας, Αθηνά Μπαλατσούκα

(Κείμενα από την μουσικοθεατρική παράσταση ”η Σμύρνη μάνα καίγεται…”).

Ερώτηση: Τι ήταν αυτές οι συνθήκες, γιαγιά;

Απάντηση: Ήταν συμφωνίες υπογεγραμμένες από τα κράτη που νικούσαν και έλεγαν πως η Ελλάδα θα έπαιρνε και την Ανατολική Μακεδονία και όλη τη Θράκη (Ανατολική και Δυτική), όλα τα νησιά του Αιγαίου (εκτός των Δωδεκανήσων).Και το σημαντικότερο ότι ανατέθηκε στην Ελλάδα η προσωρινή διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης. Ο πληθυσμός της μετά από πέντε χρόνια θα αποφάσιζε με δημοψήφισμα, αν επιθυμούσε την οριστική προσάρτηση της περιοχής στην Ελλάδα.

Όταν όμως στη συνέχεια ο Βενιζέλος τίθεται στο περιθώριο και αποκαθίσταται στο θρόνο ο ασυμπαθής για την Αντάντ βασιλιάς, όλα αλλάζουν προς το χειρότερο. Κι ενώ στις αρχές Μαΐου 1919 ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη και προκαλούν κύμα ενθουσιασμού στον ελληνικό πληθυσμό στη συνέχεια γίνονται τραγικότατα λάθη:

  • Ο ελληνικός στρατός προχώρησε βαθιά μέσα στην ενδοχώρα της Τουρκίας χωρίς να έχει κέντρα ανεφοδιασμού απλώνεται το μέτωπο στη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καρά Χισάρ οπότε το πλατύ μέτωπο γίνεται συνάμα αδύναμο
  • Κανείς δεν υπολόγισε ότι ο Κεμάλ, ενισχυόμενος ηθικά και υλικά από τους Γερμανούς, οργανώνει τους ταπεινωμένους τούρκους και θα αφυπνίσει τον εθνικισμό τους.
  • Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν συμφέροντα στους δρόμους της Ανατολής (πετρέλαια, ίδρυση τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών, νοσοκομείων κ.λ.π.). Έτσι, οι ΗΠΑ, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία είχαν η καθεμία τους λόγους της να μην θέλουν να χαθούν τα συμφέροντά τους. Ακόμα και η Σοβιετική Ένωση είχε υπογράψει σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία.

Όλα έδειχναν ότι τα γκρίζα σύννεφα που μαζεύονταν πάνω από τον Μ. Α. ουρανό θα έφερναν μια ολέθρια καταιγίδα. Το κακό αρχίζει όταν ο ελληνικός στρατός στην προσπάθειά του να καταλάβει την Άγκυρα, σημειώνει μία παταγώδη αποτυχία στη  Σαγγάριο: 25.000 έλληνες στρατιώτες νεκροί και τραυματίες. Κανείς πια δεν είναι μαζί μας. Ο ελληνικός στρατός οπισθοχωρεί με άτακτη φυγή προς τα παράλια. Το μέτωπο καταρρέει. Όσοι έλληνες στρατιώτες δεν είχαν αιχμαλωτιστεί ή φονευτεί από τους Τούρκους επιβιβάζονται βιαστικά στα πλοία, και οι κεμαλικές δυνάμεις μπαίνουν στη Σμύρνη στις 27 Αυγούστου  του 1922.

”Εσείς βουνά της Άγκυρας και της Μ. Ασίας, ποτέ σας μην ανθίσετε, ποτέ μη λουλουδίστε,

για το κακό που πάθαμε στις δεκατρείς Αυγούστου.

Γιομίσαν τα βουνά κορμιά κι οι κάμποι παλικάρια”.

Ερώτηση: Γιατί λέει αυτά τα λυπητερά λόγια το ποίημα γιαγιά;

Απάντηση:700.000 ΝΕΚΡΟΙ- 1.500.000 ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ. Σελίδες τραγωδίες καταγράφονται από Έλληνες και ξένους συγγραφείς και δημοσιογράφους, παιδί μου. Η Σμύρνη καίγεται, πνίγεται στους καπνούς. Οι φλόγες μανιάζουν γύρω από τον κόσμο που ποδοπατιόταν κυριολεκτικά στην παραλία. Χιλιάδες μυριάδες Χριστιανοί είχαν πια σωριαστεί στις ακρογιαλιές της Μικρασίας ελπίζοντας να σωθούν, ας είναι και κολυμπώντας. Οι πρώτοι Τούρκοι είχαν φτάσει μπρος στη Σμύρνη. «Δεν τους συγκρατούσε τίποτα. Χυθήκανε μέσα στην πολιτεία σφάζοντας, αρπάζοντας. Οι πρώτες φωτιές είχαν κιόλας ανάψει. Από τη Σμύρνη έφτανε το Κορδελιό η ανταύγεια της φωτιάς που αντανακλούσε στις προσόψεις των κτηρίων και κοκκίνιζαν σαν το αίμα που εχύνετο στη Σμύρνη.  Νόμιζες ότι έφτασε η Δευτέρα Παρουσία κι ότι θα πάρουν φωτιά οι ουρανοί. Το θέαμα ήταν τρομακτικό, ακούγαμε το μουγκρητό της φωτιάς, τις φωνές εκατοντάδων χιλιάδων γυναικοπαίδων που ζητούσαν βοήθεια. Οι Τούρκοι λυσσασμένοι άρχισαν να πυροβολούν μέσα στη θάλασσα όσους κολυμπούσαν. Μέσα στην παραζάλη μανάδες χάνουν τα παιδιά, ο άνδρας τη γυναίκα».

«Σ’ έναν που κατόρθωσε να πιαστεί για ν’ ανέβει με μια σπαθιά του έκοψαν και τα δύο χέρια, που έμειναν σφιχτά γαντζωμένα, ενώ ο ίδιος, με μάτια γεμάτα τρόμο, χάθηκε στο νερό…».

«Οι ξένοι έκαναν επαίσχυντες πράξεις. Τα καράβια τους σαλπάρουν χωρίς να σώσουν απ’ του χάρου τα δόντια τους δύστυχους χριστιανούς που πηδάνε στο νερό παρακαλώντας, καλώντας βοήθεια, βοήθεια’, για να μην τους ακούν οι μπάντες τους παίζανε μουσική».

«Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε από μια κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνανε τα χέρια με το ζόρι, με τον κόπανο, ίσως με το μαχαίρι. Θηριωδίες ανήκουστες. Φοβήθηκαν, τάχα, οι ξένοι καπεταναίοι να μη βουλιάξουν τα καράβια τους από το παραφόρτωμα».

Ο τότε πρόξενος των Η.Π.Α. στη Σμύρνη Τζωρτζ Χόρτον, παρακούοντας τις διαταγές του αμερικανού ύπατου αρμοστή στην Κων/πολη έκανε ό,τι μπόρεσε για να σώσει χριστιανούς. Εκείνος αργότερα στο βιβλίο του έγραφε: «Μόνο η καταστροφή της Καρχηδόνας απ’ του Ρωμαίους μπορεί να συγκριθεί με τη συμφορά της Σμύρνης. Ένα σκηνικό απαίσιας και μακάβριας ομορφιάς. Στην Καρχηδόνα, όμως, δεν βρίσκονταν αμερικάνικα καταδρομικά και κανένας χριστιανικός στόλος ν’ ατενίζει αδιάφορα τη συμφορά που γι’ αυτήν υπεύθυνες ήταν οι κυβερνήσεις τους…Μια στο βρόντο οβίδα που θα έσκαγε πάνω από την τουρκική συνοικία θα συγκρατούσε τη θηριωδία των Τούρκων», έγραφε. «Μα η οβίδα αυτή δε ρίχτηκε ποτέ. Τα συμφέροντα είχαν στομώσει τις μπούκες των κανονιών του πανίσχυρου συμμαχικού στόλου».

Θυμάμαι μια φίλη μου και γειτονοπούλα μας, την Άννα Καραπέτσου. Όταν την ξαναβρήκα στο Κορδελιό στη Θες/νίκη μες στους προσφυγικούς καταυλισμούς αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε η μια στην αγκαλιά της άλλης. Εκείνη μου διηγήθηκε τούτο το τραγικό: «Ήμασταν στην Πούντα με τη μάνα μου. Είχα το μωρό μου φασκιωμένο στην αγκαλιά μου. Στέκαμε γραμμή για να μπαρκάρουμε. Ό,τι είχαν, μπόγους, βαλίτσες, τα πετούσαν για να περάσουν. Πέρασε η μητέρα μου, η αδερφή μου έπεσε κάτω, ο κόσμος την πατούσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ένας Τούρκος στρατιώτης καθώς βάσταγε το μωρό της το τρύπησε με την ξιφολόγχη. Το πέρασε από τη μια άκρη της φασκιάς ως την άλλη. Τι να κάνει;  Τό βαλε άφωνη σε μιαν ακρούλα. Της λέει τότε η μάνα μου: «Ζήσε, κόρη μου, ζήσε για τα άλλα σου παιδιά». Εγώ ακόμη δεν είχα περάσει τη ζώνη και με τραβά ένας τουρκαλάς από τό χέρι και μου λέει: «Ντουρ, μωρή». Βάζω κάτι φωνές. Κάτι κλάματα. Αυτά μου διεξαγόταν η καλή μου φίλη και λέγαμε τα πάθια μας χωρίς να θέλουμε να αποχωριστούμε..»

Οι Γάλλοι δείξαν βρωμερή στάση. Όσοι κατάφερναν να σκαρφαλώσουν στα καράβια, τους ρίχναν πίσω στη θάλασσα. Και παλικάρια, πιο πολύ παληκάρια ξανάριχναν στο νερό. Σαν τους βλέπαν να ζυγώνουν πετούσαν ζεματιστό νερό για να μην μπορέσουν ν’ ανέβουν. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)