Του Αποστόλη Β.Παππά
Δημοτικού Συμβούλου
Δήμου Τρικκαίων.
Εντάξει , δεν είχαμε την προσδοκία , ότι κατά τη συνάντηση Μητσοτάκη -Ερντογάν θα επιλυθεί το πρόβλημα της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας , που συνιστούν τη βασική Ελληνοτουρκική διαφορά στο Αιγαίο. Όμως , το ότι υπογράψαμε επτά συμφωνίες που αφορούν ζητήματα εμπορίου , πολιτιστικά ,πολιτικής προστασίας , ελεύθερης διακίνησης Τούρκων πολιτών με βίζα μικράς διαρκείας για 12 νησιά του Αν. Αιγαίου, μεταναστευτικό, για να μην ξαναζήσουμε στιγμές Έβρου του 2020, δεν το λες και λίγο, έστω και αν χαρακτηρίζονται ως συμφωνίες χαμηλής πολιτικής , αν αναλογισθούμε τις στιγμές έντασης που ζήσαμε στο παρελθόν και μας έφεραν στο παρά πέντε μιας πολεμικής αναμέτρησης. ‘Ολες αυτές οι συμφωνίες , αλλά κυρίως οι ανοικτοί δίαυλοι είναι αυτά που δρούν αποτρεπτικά στην πρόκληση κάποιου ατυχήματος. Τα πολυπόθητα ‘’ήρεμα νερά’’ , κάπως έτσι διασφαλίζονται, με το διάλογο και όχι με την άρνηση του διαλόγου. Ο διάλογος πάντα αμβλύνει και είναι αυτός που κονταίνει την καχυποψία, ενώ ο μη διάλογος οξύνει και γιγαντώνει την καχυποψία , και αυτή είναι μπόλικη στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, και ίσως είναι και ο σημαντικότερος ανασχετικός παράγοντας στην πενηντάχρονη αυτή ακινησία των Ελληνοτουρκικών διαφορών. Παντού και πάντα , σε όποιες γεωγραφικές συντεταγμένες και αν υπήρξαν διαφορές και επιλύθηκαν κατά ειρηνικό τρόπο , εν αρχή εμπεδώθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων , και προϊόν αυτής της εμπιστοσύνης ήτο η επίλυση του προβλήματος. Η μέγιστη προσφορά τέτοιων συναντήσεων κορυφής είναι, ότι διαβρώνουν το υπόβαθρο της καχυποψίας και οικοδομούν το αντίστοιχο της εμπιστοσύνης. Δεν γνωρίζω , εάν η βασική μας διαφορά ΑΟΖ-ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΊΔΑ, θα επιλυθεί με μια μεταξύ μας διευθετική προσέγγιση , ή με προσφυγή σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Εύχομαι να επισυμβεί το πρώτο , αλλά και εάν κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν ας πάμε στη δεύτερη επιλογή, πριν κάποιοι τρίτοι αποφασίσουν να το επιλύσουν , κάτι που ούτε η Αθήνα αλλά ούτε και η Άγκυρα επιθυμεί. Άλλωστε , και η δήλωση του κ.Ερντογάν , ότι όλα μπορούν να επιλυθούν βάσει του διεθνούς δικαίου ανοίγει δρόμους . Αυτή η βασική Ελληνοτουρκική διαφορά -ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδα, έχει ζωή πενήντα χρόνων περίπου με στιγμές έντασης . Αναδύθηκε από τότε που υπήρξαν οι πρώτες υποψίες , ότι ενδεχομένως ο υποπυθμένιος χώρος του Αιγαίου μπορεί να υποκρύπτει υδρογονάνθρακες. Από τότε , έχουμε αποδυθεί σε μια εξοπλιστική διελκυστίνδα με την Τουρκία ξοδεύοντας του κόσμου τα δισεκατομμύρια και οι δύο , και ένα λίτρο πετρέλαιο ή ένα κυβικό φυσικό αέριο δεν έχουμε αντλήσει ούτε εμείς ούτε οι Τούρκοι. Πολύ φοβάμαι , ότι αν συνεχίσουμε έτσι , ούτε στα επόμενα πενήντα ίσως και εκατόν πενήντα χρόνια θα βρούμε άκρη. Αλλά , και εάν κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον καταφέρουμε να συνεννοηθούμε , ίσως τότε να έχει παρέλθει και η εποχή των υδρογονανθράκων ως καύσιμη ενεργειακή ύλη , και κάπως έτσι τα υποτιθέμενα κοιτάσματα θα παραμείνουν εσαεί κοιμώμενα στον υποπυθμένιο χώρο του Αιγαίου. Θα μας έχουν απομείνει όμως τα τανκς , τα αεροπλάνα, τα πλοία ,τα υποβρύχια, χωρίς βεβαίως να θέλω να απαξιώσω την προσφορά τους στη θωράκιση της χώρας και τη συμβολή τους στη διατήρηση της ειρήνης, διότι το ‘’Si vis pacem, para bellum’’, αν θέλεις ειρήνη προετοιμάσου για πόλεμο που διατύπωσε ο Ρωμαίος συγγραφέας Βεγέτιος, καλώς ή κακώς έχει διαχρονική ισχύ. Είναι η λεγόμενη ισορροπία του τρόμου, που βρίσκει την καλύτερή της εφαρμογή την περίοδο του ψυχρού πολέμου . Πενήντα χρόνια είναι αρκετά . Νομίζω πως ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε . Μια λύση της βασικής μας διαφοράς – ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδα – είτε με απευθείας συνεννόηση είτε κατόπιν προσφυγής στο Διεθνές δικαστήριο της Χάγης που είναι το πιθανότερο και το επικρατέστερο , θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και εμείς και οι Τούρκοι , ότι θάναι μια συμβιβαστική λύση που δεν θα δικαιώνει 100% ούτε τη μία ούτε την άλλη πλευρά. Άλλωστε είναι και μια πάγια διαπραγματευτική αρχή αυτό. Πάντα σε μια διαπραγμάτευση κατεβαίνεις με μια μαξιμαλιστική ατζέντα , για να μπορείς στη πορεία κάτι να δώσεις. Κάποτε θα πρέπει να εισαγάγουμε στο δημόσιο λόγο και τη λέξη συμβιβασμός, ίσως και τη λέξη συνεκμετάλλευση, και να μην αποτελούν λέξεις ταμπού. Άλλωστε , τι να κάνουμε, η ζωή ένας διαρκής συμβιβασμός είναι. Τώρα , ίσως κάποιος να αντιταχθεί λέγοντας, να το επιλύσουμε δια της ισχύος. Εάν αισθάνεσαι τόσο ισχυρός , που να στήσεις τα γεωτρύπανα καταμεσίς του Αιγαίου και παραπλεύρως να παρατάξεις τα αεροπλανοφόρα λέγοντας στον αντίπαλο ,εγώ ξεκινώ κι αν θέλεις έλα να με σταματήσεις, εάν δηλαδή διαθέτεις τέτοια υπεροπλία ,το κάνεις. Αυτό όμως , δεν μπορεί να το κάνει ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία, γιατί γνωρίζουμε τι θα επακολουθήσει. Επομένως , αυτά που απομένουν είναι , είτε απευθείας συνεννόηση είτε προσφυγή. Εάν επιλυθεί η βασική μας διαφορά -ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδα-όλα τα υπόλοιπα που βάζει η Τουρκία στο τραπέζι ,αποστρατιοτικοποίηση ,γκρίζες ζώνες εναέριος χώρος , όλα είναι δευτερεύοντα και θα βρούν τη λύση τους. Εδώ , θάθελα να σταθώ λίγο σε μια επισήμανση του κ Μητσοτάκη προς τον κ.Ερντογάν. Είπε ο Πρωθυπουργός: να αξιοποιήσουμε την παρακαταθήκη των Ελευθερίου Βενιζέλου-Κεμάλ Ατατούρκ, υπονοώντας προφανώς το σύμφωνο Ελληνοτουρκικής Φιλίας που υπεγράφη το 1930 στην Άγκυρα , με αποτέλεσμα οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας να βρεθούν στο καλύτερο σημείο που βρέθηκαν ποτέ. Όλοι γνωρίζουμε , ότι οι Βενιζέλος -Κεμάλ ήταν οι δυο μεγάλοι πολέμαρχοι της εποχής εκείνης. Όμως , μόλις οκτώ χρόνια μετά την Μικρασιατική καταστροφή δεν δίστασαν να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον και να υπογράψουν το συγκεκριμένο σύμφωνο. Πως έφθασαν μέχρις εκεί. Απλώς, ο μεν Βενιζέλος συνειδητοποίησε , ότι η ιδέα της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών ενταφιάσθηκε στα συντρίμμια της Μικρασιατικής καταστροφής, ο δε Κεμάλ από τη μεριά του συνειδητοποίησε ότι η ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήτο όνειρο απατηλό. Ρεαλιστές πολιτικοί και οι δύο , με ρημαγμένες από τους πολέμους τις χώρες τους, εγκατέλειψαν τα μεγαλοϊδεατικά όνειρα και έσπευσαν να ασχοληθούν με την ανασυγκρότηση των χωρών τους, συνειδητοποιώντας παράλληλα , ότι τον γείτονα δεν τον επιλέγεις αλλά τον ορίζει η μοίρα. Και αφού η μοίρα μας όρισε γείτονες , είμαστε υποχρεωμένοι να συνυπάρχουμε και μάλιστα ειρηνικά επί ωφελεία και των δύο. Εδώ κάποιος μπορεί να πει: και με τα ιστορικά βάρη που κουβαλάμε και οι δυο τι θα γίνει; Ας κοιτάξουμε λίγο δίπλα μας για να παραδειγματιστούμε. Προαιώνια η έχθρα των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων της ηπειρωτικής Ευρώπης Γαλλίας-Γερμανίας με τεράστια ιστορικά βάρη. Εν τάχει , θα αναφερθώ στα τελευταία 200 χρόνια. Το 1806 τα Ναπολεόντεια στρατεύματα εισβάλλουν στη Γερμανία και καταλύουν την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, το αποκαλούμενο και Α΄Ράϊχ. Γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870. Η ρεβάνς της Γερμανίας. Τα στρατεύματα του Ότο Φον Μπίσμαρκ φθάνουν μέχρι το Παρίσι. Παράλληλα έχουμε την ενοποίηση της Γερμανίας και την ίδρυση του Β΄Ραϊχ. Ακολουθούν οι δύο παγκόσμιες συρράξεις . Εκατομμύρια τα θύματα ένθεν- κακείθεν. Δεν τους χωρίζουν απλώς ποταμοί αίματος , αλλά μάλλον λιμνοθάλασσες αίματος. Κι όμως. Με τη λήξη του ΒΠΠ συνειδητοποιούν , ότι όχι με τον πόλεμο αλλά με την ειρήνη και την συνεργασία θα πάνε καλύτερα. Αφήνοντας πίσω τους τα ιστορικά βάρη του παρελθόντος, το 1951 υπογράφουν την ίδρυση της Ευρωπαϊκής κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα μαζί με την Ιταλία και τις χώρες της Μπενελούξ , η οποία αποτέλεσε και το πρόπλασμα της μετέπειτα ΕΟΚ , η ιδρυτική πράξη της οποίας υπεγράφη το 1957 στο Δημαρχείο της Ρώμης. Αποτέλεσμα. Όχι μόνον η Γαλλία και η Γερμανία , αλλά σύνολη η Ευρώπη γνώρισε τη μακροβιότερη περίοδο ειρήνης και ευημερίας στην ιστορία της. Δεν λέω , το παρελθόν και θα πρέπει να διδάσκεται και θα πρέπει να το γνωρίζουμε. Όμως , δεν θα πρέπει να΄ναι αυτό που θα τροχιοδρομεί το παρόν και το μέλλον.
